Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί την Ευφροσύνη Μαστρόκαλου και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση “Αγγελία Θανάτου” που σκηνοθέτησε και η οποία και η οποία ολοκληρώνεται αυτή την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου στο Τζάμια-Κρύσταλλα.
Σε τι συνίσταται η επιστροφή σας στα έργα του Heiner Müller μετά και το Medeamaterial (2018); Τι είναι αυτό που εντοπίζετε στα κείμενα του Γερμανού δραματουργού που δεν το βρίσκετε σε άλλα κείμενα;
Κεντρικός άξονας της έλξης που ασκεί το έργο του Heiner Müller είναι η γλώσσα του: βαθιά ποιητική, περιεκτική, υλική και σωματική. Η γλώσσα του Müller είναι κοφτή, πυκνή, άμεση, φορτισμένη με εικόνες και ρυθμούς. Δεν λειτουργεί απλώς ως φορέας νοήματος, αλλά ως μορφή, ρυθμός και ήχος ‒ένα υλικό που πρέπει να δουλευτεί με το σώμα, την αναπνοή, το πνεύμα και τη φαντασία του ηθοποιού. Γι’ αυτό και απαιτεί ενεργή ανάγνωση, συγκέντρωση, ακρόαση και ψυχοσωματική εμπλοκή. Η χρήση της γλώσσας στον Müller υπερβαίνει την κυριολεξία: η ίδια η γραφή, η μορφή της φράσης, η αρχιτεκτονική του λόγου αποκτούν συχνά μεγαλύτερη σημασία από αυτό που «λέγεται». Τα κείμενά του δεν προσφέρουν κλειστές δραματουργικές φόρμες, ούτε ψυχολογικά παιχνίδια ή παραδοσιακές αφηγήσεις. Δεν επιτρέπουν την απλή αναπαράσταση. Το υλικό του είναι ανεξάντλητο, «ανοιχτό», και σε ωθεί να αναζητήσεις αναγνώσεις που αποκαλύπτουν άλλες δυνατότητες προσέγγισης και ερμηνείας. Το «καταλαβαίνεις» και το «αισθάνεσαι» με ένα διαισθητικό τρόπο που ενεργοποιεί το σκηνοθέτη να επινοήσει τρόπους σύνθεσης που δεν είναι δεδομένοι. Κάθε επιστροφή στο ίδιο κείμενο, ακόμη και χρόνια μετά, αποκαλύπτει νέες δυνατότητες ανάγνωσης και σκηνικής μεταχείρισης. Τα έργα του Müller διερευνούν μια ιδιότυπη ποιητική-πολιτική ενέργεια: ποίηση, πολιτική σκέψη, φιλοσοφία και ιστορική συνείδηση συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο, απαιτητικό αλλά εξαιρετικά γόνιμο σύνολο. Η πολιτική του σκέψη είναι σκληρή και καθαρή, χωρίς ρητορεία· αντί για «θέσεις» δημιουργεί τοπία στοχασμού με μια διαύγεια που βλέπει το κόσμο από μέσα στην πληγή του. Η μικροϊστορία και η μακροϊστορία για εκείνον δεν είναι αφήγηση, αλλά τραύμα που διαπερνά το παρόν.
Η παράσταση δεν εξελίσσεται σε γραμμική ροή. Ποια είναι η θέση σας για τον χρόνο στις παραστατικές τέχνες; Πως διαφέρει ο χρόνος των έργων σας από τον χρόνο της ζωής;
Ο χρόνος στο θέατρο δεν με απασχολεί ως γραμμική αφήγηση, αλλά ως υλικό: κάτι που μπορεί να τεντωθεί, να παγώσει, να διακοπεί, να αναστραφεί. Με ενδιαφέρει πώς μια στιγμή μπορεί να ανοίξει, να πολλαπλασιαστεί, να μεταμορφωθεί. Στη σκηνή έχουμε το προνόμιο να χειριστούμε το χρόνο, να πάμε κόντρα στον αντικειμενικό χρόνο, στο ρολόι της καθημερινότητας. Στα κείμενα του Heiner Müller ο χρόνος δεν είναι συνεχής, είναι διαρρηγμένος, κομμένος σε θραύσματα. Δεν λειτουργεί ως «πριν και μετά», αλλά ως ένα παρόν που περιέχει το παρελθόν, το μέλλον και τα φαντάσματά τους. Οι μορφές του μιλούν συχνά σαν να κατοικούν ταυτόχρονα σε πολλούς χρόνους ‒σαν να έχουν ήδη ζήσει όσα αφηγούνται και να τα αναβιώνουν με οξεία επίγνωση, όχι με νοσταλγία. Αυτή η πολυεπίπεδη και ποιητικά ασυνεχής χρονικότητα είναι κάτι που προσπαθώ να μεταφέρω και στην παράσταση. Στο θέατρο, ένα δευτερόλεπτο σιωπής μπορεί να γίνει ολόκληρο λεπτό έντασης, μια εικόνα μπορεί να συμπυκνώσει δεκαετίες. Τέτοιες μετατοπίσεις δεν υπάρχουν στη ζωή, όπου είμαστε δέσμιοι μιας ροής που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Στα έργα του Müller, η γραμμικότητα απογυμνώνεται ως ψευδαίσθηση: η Ιστορία δεν προχωρά ‒επιστρέφει. Ο μύθος δεν κλείνει ‒ξανανοίγει. Το τραύμα δεν εξαφανίζεται ‒επανέρχεται με άλλο πρόσωπο. Ο χρόνος της ζωής «συμβαίνει». Ο χρόνος του θεάτρου μπορεί να κατασκευαστεί, να επινοηθεί. Με ενδιαφέρει ο χρόνος ως ενέργεια, ως δυναμικό πεδίο, ως πεδίο σύγκρουσης και μνήμης, ως κάτι που μπορεί να γίνει ποιητικό, απειλητικό, αέναο ή στιγμιαίο. Μέσα από αυτήν τη χειρονομία επιθυμώ να δείξω ότι ο θεατρικός χρόνος δεν είναι δεδομένος, δεν μιμείται τη ζωή και να φτάσω πιο κοντά σε αυτό που ο Müller κάνει τόσο ριζικά. Να ξεδιπλώσω το χρόνο ως πολυεπίπεδη χρονικότητα για να φωτίσει κάτι πιο «αληθινό», πιο βαθύ: ότι η γραμμική πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση.
Για πολλά χρόνια υπηρετήσατε το θεατρικό σύμπαν του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Τι σας οδήγησε να μετατοπιστείτε προς ένα διαφορετικό είδος θεάτρου;
Η συνεργασία με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό άνοιξε ορίζοντες, γέννησε ιδέες και προβληματισμούς, όξυνε τη δραματουργική φαντασία, πρόσφερε ερεθίσματα και υπήρξε πηγή έμπνευσης στην εξέλιξή μου. Εάν υπάρχουν κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάμεσα στη δουλειά του και στη δουλειά μου, αυτά καθορίστηκαν από επιλογές που προκύπτουν ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Το βέβαιο είναι ότι η συνεργασία μου μαζί του αποτελεί ένα βασικό κεφάλαιο της θεατρικής μου εκπαίδευσης και διαδρομής.

Οι ηθοποιοί φάνηκαν λεπτομερώς ασκημένοι και ενδελεχείς. Ποιες ποιότητες αναζητάτε σε έναν ή μία ηθοποιό και ποιες δεξιότητες είναι, ίσως, αδιάφορες για το δικό σας θέατρο;
Σε έναν ηθοποιό αναζητώ πρώτα απ’ όλα την ικανότητα να σταθεί στο κενό, να λειτουργήσει μέσα στα θραύσματα και στις ρωγμές, στην ασυνέχεια της γραφής. Αυτή η ικανότητα να υποστηρίζει την ποίηση χωρίς να την εξηγεί είναι για μένα καθοριστική. Δεξιότητες που αφορούν την ψυχολογική ταύτιση, την αναλυτική κατασκευή «χαρακτήρων» ή την ακριβή ρεαλιστική απεικόνιση αναπαράσταση είναι λιγότερο κρίσιμες. Η δραματουργία του Müller δεν οργανώνεται γύρω από χαρακτήρες, αλλά γύρω από ιδέες, εικόνες και εντάσεις. Ο ηθοποιός καλείται να γίνει γέφυρα ανάμεσα στη γλωσσική μορφή και στη σκηνική ενέργεια, όχι φορέας μιας ενιαίας αναγνωρίσιμης ταυτότητας. Αυτό προϋποθέτει η παρουσία του ηθοποιού να έχει διαύγεια, να είναι καθαρή, απελευθερωμένη από ψυχολογικούς ρεαλισμούς. Ο ηθοποιός πρέπει να μπορεί να στηρίξει τη γραφή χωρίς να την «ερμηνεύει» υπερβολικά, χωρίς ακκισμούς, να μην καταφεύγει σε εντυπωσιακές κινήσεις ούτε σε εύκολες ψυχολογικές λύσεις. Να μην «παίζει» ένα συναίσθημα, αλλά να του επιτρέπει να προκύψει μέσα από τη γλώσσα και το ρυθμό. Να μπορεί να σταθεί μέσα στο κενό της γραφής ‒εκεί όπου η λέξη δεν εξηγείται αλλά εκφέρεται, όπου το σώμα δεν αναπαριστά αλλά φέρει. Γι’ αυτό και αναζητώ δεξιότητες και εργαλεία για τη διαχείριση της γλώσσας ως υλικό και όχι ως μέσο μίμησης. Αυτό προϋποθέτει απαιτητικές δεξιότητες όπως: συγκέντρωση, προσοχή, εσωτερική σταθερότητα, ακρίβεια, συνέπεια, πειθαρχία και μια σχεδόν
σωματική «ακουστική» ευαισθησία («listening-with-the-whole-body») απέναντι στη μορφή και στο ρυθμό του κειμένου. Στο θέατρο που με ενδιαφέρει, στο μεταδραματικό θέατρο, ο ηθοποιός δεν είναι φορέας «χαρακτήρα», αλλά φορέας λόγου, ρυθμού και σκηνικής ενέργειας ‒μεταφέρει ενέργεια και νοήματα, λειτουργώντας επιδέξια μέσα στο ποιητικό και πολιτικό φορτίο της γραφής.
Η «Αγγελία Θανάτου» προτείνει ένα πολύ ιδιαίτερο ήχο-τοπίο και έναν επιδραστικό σκηνικό κόσμο. Ποιο στοιχείο προηγείται χρονικά ή σημασιακά κατά την προετοιμασία ενός έργου σας; Από που εκκινείτε;
Ο Müller δεν προτείνει δράμα με την κλασική έννοια: δεν οργανώνει χαρακτήρες, δεν δημιουργεί ψυχολογικές συνέχειες, δεν επιδιώκει μίμηση. Το κείμενό του δεν λειτουργεί ως αναπαράσταση αλλά ως υλικό σκηνικής ενεργοποίησης, ως ένα «σώμα-κείμενο» που ζητά να συμβεί, όχι να αφηγηθεί. Γι’ αυτό και το σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να είναι ούτε η πλοκή ούτε η αναγνωστική εμβάθυνση σε συναισθήματα και χαρακτήρες. Η γλώσσα προηγείται χρονικά και σημασιακά. Η προετοιμασία ξεκινά από τη γλωσσική και ρυθμική δομή του έργου: τις ασυνέχειες, τις παύσεις, τον παλμό, τις εσωτερικές δονήσεις, την αποσπασματικότητα και τη συμπύκνωσή του. Αυτά τα στοιχεία, που ο Müller χρησιμοποιεί ως φορείς μνήμης και τραύματος, αποτελούν το αρχικό πεδίο διερεύνησης. Δουλεύουμε με τους ηθοποιούς πρώτα το ρυθμό της γλώσσας, την αναπνοή της, τον τρόπο που σπάει ή αντιστέκεται. Από αυτόν το ρυθμό γεννιούνται όλα τα υπόλοιπα. Η σωματικότητα των ηθοποιών ανταποκρίνεται στις εντάσεις που ενσωματώνει το κείμενο ‒το σώμα γίνεται μνημονικό αρχείο και ταυτόχρονα χώρος αντίστασης. Το ηχητικό τοπίο δεν λειτουργεί ως μουσική επένδυση, αλλά ως προέκταση του «σπασμένου λόγου», των παύσεων, της πίεσης, της αναπνοής που επιβάλλει η γλωσσική ύλη του Müller. Αντίστοιχα, το σκηνικό περιβάλλον δεν αναφέρεται ρεαλιστικά σε έναν τόπο, διαμορφώνεται ως πεδίο εντάσεων που συνομιλεί με τη γλώσσα, ως χώρος που προκύπτει από αυτήν. Έτσι, στην «Αγγελία Θανάτου» το πρώτο και καθοριστικό ερώτημα είναι: ποια λειτουργία ενεργοποιεί το κείμενο στη σκηνή; Από ποια ενεργειακή σύγκρουση εκκινεί; Ποια ασυνέχεια το διαπερνά; Όλα ‒σώμα, ήχος, χώρος‒ αναδύονται ως φυσικά συστατικά αυτής της αρχικής, υλικής ανάγνωσης. Η παράσταση δεν «εικονογραφεί» τον Müller· παράγεται από τον τρόπο που το κείμενό του αποδομεί και παραδίδει τη σκηνή στη γλώσσα, στο σώμα και στο χρόνο.

Στην παράσταση χρησιμοποιούνται διαφορετικές γλώσσες. Ποιες σχέσεις εξουσίας αναπτύσσονται με την εισροή διαφορετικών γλωσσών σε μία παράσταση;
Η πολυγλωσσία σε μια παράσταση σημαίνει την παρουσία περισσότερων από μιας γλωσσών στο σκηνικό γεγονός: μέσα από τα πρόσωπα, το κείμενο, τον αφηγητή, τον ήχο ή τα ενσωματωμένα αποσπάσματα. Αποτελεί δυναμικό θεατρικό εργαλείο. Κάθε γλώσσα φέρει το δικό της ιστορικό και πολιτικό βάρος: μνήμες, τραύματα, συγκρούσεις, κοινωνικές ιεραρχίες. Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα πεδίο όπου διαφορετικές ιστορίες και εξουσίες συναντιούνται, αναδεικνύοντας τις ανισότητες και τις εντάσεις που εμπεριέχει η καθεμία. Παράλληλα, η εναλλαγή γλωσσών διαμορφώνει τον ρυθμό και την ηχητική υφή της παράστασης, δημιουργώντας αντιθέσεις και μετατοπίσεις που επηρεάζουν τη σκηνική ατμόσφαιρα και τον τρόπο πρόσληψης από το κοινό. Η πολυγλωσσία μπορεί επίσης να λειτουργήσει «αποστασιοποιητικά», όπως στον Μπρεχτ: η ξαφνική μετάβαση σε μια άλλη γλώσσα διακόπτει προσωρινά την «ομαλή» αφήγηση, επιτρέποντας στο θεατή να παρατηρήσει πιο κριτικά τις πολλαπλές διαστάσεις της παράστασης. Η αλλαγή γλώσσας παράγει νέα σημασιολογική δυναμική, καθώς η ίδια λέξη ή φράση αποκτά διαφορετικές αποχρώσεις και ηχητικές ποιότητες. Συνολικά, η πολυγλωσσία λειτουργεί ως σύνθετος μηχανισμός που ανοίγει την παράσταση σε διαφορετικές αναγνώσεις: αισθητικές, ιστορικές, πολιτισμικές,
κοινωνικές, πολιτικές. Εμπλουτίζει το θεατρικό γεγονός με ποικιλία φωνών και ήχων, αναδιαμορφώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και ενεργοποιεί το κοινό σε μια πιο συνειδητή σχέση με τη σκηνή.
Υπάρχει κάποια εξωτερική συγκυρία, κάποιο πραγματικό γεγονός που να πυροδότησε την ανάγκη σας να ανεβάσετε αυτό το έργο;
Δεν υπήρξε κάποιο εξωτερικό γεγονός που να λειτούργησε ως αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου έργου. Η ανάγκη προέκυψε καθαρά για καλλιτεχνικούς λόγους: λόγω της γλώσσας του, της δομής του και της ιδιαίτερης ποιητικότητάς του. Εκείνο που με συγκίνησε ήταν ο υπόγειος και σχεδόν ονειρικός τρόπος με τον οποίον το έργο συνδέει το τραύμα του αφηγητή με το συλλογικό τραύμα. Αυτός ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, μου φάνηκε μαγευτικός και ταυτόχρονα εξαιρετικά επίκαιρος. Ένιωσα πως μέσα από αυτή τη σχέση, και μέσα από μια υπέροχη γλώσσα, το κείμενο μιλά για το πώς ο καθένας από εμάς κουβαλά μέσα του ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη κι αν ζει μια φαινομενικά μικρή ή ασήμαντη καθημερινή ζωή. Αυτός ο ποιητικός μηχανισμός ‒όπου το ατομικό καθρεφτίζεται στο συλλογικό και το συλλογικό στο ατομικό, όπου η εσωτερική ζωή ανοίγεται και γίνεται σύμπαν‒ ήταν για μένα η πραγματική αφορμή. Ο τρόπος που το έργο συνδέει το μικρόκοσμο με το μακρόκοσμο του αφηγητή μου έδωσε ένα πλαίσιο για να δω πως η προσωπική εμπειρία δεν είναι κάτι κλειστό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου, οικουμενικού κύκλου.
Επηρεάζει η ανατροφοδότηση του κοινού την αντίληψή σας για την παράστασή σας ή η αντίληψή σας για αυτήν είναι αδιαμεσολάβητη;
Η αντίληψή μου για την παράσταση δεν είναι ποτέ πλήρως αδιαμεσολάβητη· διαμορφώνεται μέσα από ένα διαρκές κύμα ανταλλαγής με το κοινό. Η ανατροφοδότηση ‒είτε λεκτική είτε μέσα από τη σιωπή, την ένταση, την προσοχή ή την αμηχανία του θεατή‒ λειτουργεί σαν καθρέφτης που αποκαλύπτει όψεις της δουλειάς μου που εγώ, μέσα στη δημιουργική διαδικασία, δεν μπορώ πάντα να διακρίνω. Δεν αλλάζει τον πυρήνα της πρόθεσής μου ούτε τα νοήματα που αποδίδονται στο έργο και στην παράσταση, αλλά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη ζωντανή της παρουσία: το ρυθμό της, την αναπνοή της, τον τρόπο που διαβάζεται στη στιγμή. Στο θέατρο, η παρουσία του κοινού δεν είναι απλώς ένα βλέμμα στραμμένο προς τη σκηνή, είναι μια ενέργεια που αντανακλάται πίσω σε εμάς. Κάθε ανάσα, κάθε παύση, κάθε συλλογική σιωπή ή ξαφνικό γέλιο γίνεται μέρος της παράστασης, σαν να υφαίνεται αόρατα μέσα της. Και μέσα από αυτή τη ζωντανή ανταλλαγή καταλαβαίνω πράγματα για το έργο που δεν θα μπορούσα ποτέ να δω μόνη, όσο ουσιαστικά κι αν το είχα δουλέψει στην πρόβα. Με αυτή την έννοια, η παράσταση αποκτά τη δική της ζωή μπροστά στο κοινό και εγώ οφείλω να την ακούω. Η ματιά μου παραμένει προσωπική, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως «καθαρή» από τη συνάντηση με κάθε θεατή ξεχωριστά ‒γιατί το θέατρο είναι, τελικά, μια τέχνη σχέσης.

