Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί τον τραγουδοποιό και συγγραφέα Δημήτρη Μητσοτάκη
και να συζητά μαζί του με αφορμή τη θεατρική παράσταση “Η Μπουμπού“ που ανεβαίνει κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Εν Αθήναις.

Καλησπέρα Δημήτρη, ελπίζω να μη σε πειράζει να μιλάμε στον ενικό, χαιρόμαστε πάρα πολύ που σε έχουμε σήμερα στη συντροφιά μας στο Παλκοσένικο και ομολογώ πως δεν περίμενα ότι θα κουβεντιάζαμε με αφορμή μια θεατρική παράσταση, το κείμενο της οποίας είναι δικό σου, και όχι για κάποια συναυλία, έναν δίσκο ή κάποιο άλλο μουσικό θέμα. Το πέρασμα από τους στίχους στη συγγραφή ήταν για σένα μια φυσική μετάβαση ή μια απαιτητική διαδικασία;
Όταν έχεις γράψει πάνω από 300 τραγούδια κι ακόμα νιώθεις κάτι μέσα σου να σε τρώει, αναγκαστικά θα περάσεις σε μεγαλύτερη φόρμα…
Καλησπέρα, χαίρομαι πολύ κι εγώ για τη συντροφιά και την κουβέντα. Η αλήθεια είναι πως το πέρασμα από τους στίχους στη συγγραφή ήταν μάλλον αναπόφευκτο. Όταν έχεις γράψει πάνω από 300 τραγούδια κι ακόμα νιώθεις κάτι μέσα σου να σε τρώει, αναγκαστικά θα περάσεις σε μεγαλύτερη φόρμα. Έτσι προέκυψε το πρώτο μου βιβλίο και ήδη μετράω αρκετά. Η Μπουμπού είναι το έκτο. Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο τραγούδι και στο πεζό κείμενο δεν θα έλεγα ότι διακρίνω εύκολα. Στο τραγούδι η λέξη πρέπει να χωρέσει μέσα στη μελωδία, ενώ στο θεατρικό λόγο η μελωδία κρύβεται μέσα στην ιστορία.
Το τραγούδι της Μπουμπούς που έγραψες για την ομώνυμη παράσταση και το τραγουδά η Μάρθα Φριντζήλα, βρίσκεται ίσως κάπου στη μέση αυτών των δύο; Από ποια ανάγκη προέκυψε;
Θα έλεγα πως η Μπουμπού είναι η ίδια ένα μελαγχολικό τραγούδι σε χαρούμενο τέμπο…
Δεν θα μπορούσε να λείπει το τραγούδι από τη ζωή αυτής της γυναίκας. Η Μπουμπού κουβαλάει μέσα της το ρυθμό και τη μελωδία, ακόμα κι όταν όλα γύρω της είναι δύσκολα. Θα έλεγα πως είναι η ίδια ένα μελαγχολικό τραγούδι σε χαρούμενο τέμπο. Προέκυψε από την ανάγκη να ακουστεί η φωνή της, όχι μόνο μέσα από τα λόγια της αλλά και μέσα από το διάχυτο συναίσθημα. Είναι μια ανάσα στο τέλος της αφήγησης, μια στιγμή που η ψυχή ανοίγει και τραγουδάει όλα όσα δεν μπορεί να ξεστομίσει. Η Μάρθα Φριντζήλα το ερμηνεύει συγκλονιστικά, με την τρυφερότητα αλλά και τη δύναμη που χρειάζεται το συγκεκριμένο τραγούδι. Τη στιγμή που η Μπουμπού γίνεται σύμβολο όλων των γυναικών που έμαθαν να τραγουδούν τον πόνο τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν.
Πρόκειται για το έκτο βιβλίο σου που εκδίδεται. Πώς αποφασίστηκε η θεατρική μεταφορά της “Μπουμπούς”;
Το θέατρο έχει μια μαγεία που ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Είναι ζωντανό, αλλάζει κάθε βράδυ, αναπνέει μαζί με το κοινό!
Η αλήθεια είναι πως η Μπουμπού γράφτηκε εξαρχής με θεατρική «ανάσα». Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, ένιωθα ότι η φωνή της δεν χωρούσε αποκλειστικά στο χαρτί, ζητούσε επίμονα να ακουστεί, να πάρει σάρκα και οστά πάνω στη σκηνή. Ίσως γιατί είναι μια ιστορία που στηρίζεται στον προφορικό λόγο, στη μνήμη, στην αφήγηση, σαν μια γιαγιά που μιλάει στην εγγονή και της εξιστορεί τη ζωή της. Η απόφαση για τη θεατρική μεταφορά ήρθε πολύ φυσικά, σχεδόν αυτονόητα. Έστειλα το κείμενο στον Κωνσταντίνο Πασσά και όλα τα υπόλοιπα έγιναν αστραπιαία: Η Δήμητρα Κολλά που φόρεσε κυριολεκτικά τον ρόλο, η ομάδα του “Εν Αθήναις” που βοήθησε και στηρίζει σε κάθε παράσταση, ο κόσμος που μας αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή. Όταν ολοκληρώθηκε το κείμενο, ένιωσα πως η Μπουμπού δεν είχε τελειώσει, αντίθετα, μόλις τότε ξεκινούσε η αληθινή της διαδρομή. Και όταν άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις για τη σκηνική εκδοχή, κατάλαβα ότι αυτό το έργο μπορεί να αγγίξει ακόμα περισσότερο μέσα από το βλέμμα, το σώμα και τη φωνή μιας ηθοποιού. Το θέατρο έχει μια μαγεία που ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Είναι ζωντανό, αλλάζει κάθε βράδυ, αναπνέει μαζί με το κοινό. Έτσι, η Μπουμπού πέρασε από το χαρτί στη σκηνή όχι ως μεταφορά, αλλά σαν φυσική συνέχεια μιας ιστορίας που έπρεπε να ειπωθεί ζωντανά.

Έχεις την τύχη το πνευματικό σου τέκνο να βρει στοργή και νοιάξιμο στα χέρια δύο πολύ ταλαντούχων καλλιτεχνών. Ο λόγος φυσικά για τη Δήμητρα Κολλά που ερμηνεύει την Μπουμπού και τον Κωνσταντίνο Πασσά που σκηνοθέτησε την παράσταση. Προβληματίστηκες καθόλου για το αν θα αποδοθεί ακριβώς όπως το φανταζόσουν;
Να σου πω την αλήθεια, στην αρχή υπήρχε ένα φυσιολογικό άγχος, όχι τόσο για το αν θα αποδοθεί “όπως το φανταζόμουν”, όσο για το αν θα διατηρηθεί η ψυχή της Μπουμπούς. Όμως αυτό το άγχος κράτησε λίγο, γιατί από τις πρώτες συζητήσεις με τον Κωνσταντίνο κατάλαβα πως όχι είχε απλώς διαβάσει τη Μπουμπού, την είχε ρουφήξει. Η Δήμητρα κουβαλάει την ευαισθησία και την ειλικρίνεια που ταυτίζονται απόλυτα με το πνεύμα του έργου, Δεν υποδύεται τη Μπουμπού, τη ζει. Και ο Κωνσταντίνος, με τη ματιά του, έντυσε την παράσταση με λιτότητα, αισθητική λεπτότητα και τρυφερότητα που προσωπικά δεν θα τολμούσα να αγγίξω μόνος. Το μαγικό με το θέατρο είναι ότι παίρνει κάτι προσωπικό και το κάνει συλλογικό. Όταν εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους που θα αναλάβουν κάτι τέτοιο, βλέπεις το έργο σου να ανθίζει με τρόπους που δεν είχες φανταστεί. Και αυτό είναι για μένα το μεγαλύτερο δώρο, να βλέπω τη Μπουμπού να παίρνει ζωή μέσα από τα μάτια και τις ψυχές άλλων ανθρώπων που την αγάπησαν εξίσου.
Ποιες κοινωνικές παθογένειες αναλαμβάνει να αναδείξει το έργο;
Είναι ένα έργο που, πίσω από την απλότητά του, κουβαλάει πολλές πληγές της κοινωνίας μας, παλιές αλλά δυστυχώς ακόμα επίκαιρες.
Είναι ένα έργο που, πίσω από την απλότητά του, κουβαλάει πολλές πληγές της κοινωνίας μας, παλιές αλλά δυστυχώς ακόμα επίκαιρες. Μιλάει για το body shaming, για τον χλευασμό του διαφορετικού, για τη γυναικεία υποβάθμιση και περιθωριοποίηση, αλλά και για την οικογενειακή σιωπή γύρω από τη βία και την κακοποίηση. Η ηρωίδα μεγαλώνει σε μια εποχή όπου οι γυναίκες έπρεπε να είναι όμορφες, σιωπηλές και υποταγμένες. Μέσα από την ιστορία της Μπουμπούς θέλησα να φωτίσω την ανθρώπινη μοναξιά, τη συνεχή προσπάθεια του ατόμου να επιβιώσει, να βρει αγάπη και αποδοχή σ’ έναν κόσμο που βιάζεται να κρίνει, να επικρίνει και να καταδικάσει. Η Μπουμπού παλεύει με τη ζωή της χωρίς να αγκομαχάει, με μια σχεδόν παιδική επιμονή στο φως. Και νομίζω πως αυτό είναι το πιο σημαντικό μήνυμα: ότι παρά τις αναποδιές, παρά τα τραύματα και τη σκληρότητα της ζωής, ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει την αγάπη και την αφοσίωση ως τρόπο επιβίωσης. Η Μπουμπού είναι και μια ωδή στην ανθρώπινη αντοχή, στον έρωτα και την ανιδιοτελή θυσία.
Σε άλλη συνέντευξη ανέφερες ότι η ιστορία του έργου είναι βασισμένη στη ζωή της μητέρας σου. Ένιωσες να εκθέτεις ένα μέρος της ψυχής σου με αυτό το έργο;
Τελικά κατάλαβα πως αυτό το “ξεγύμνωμα” δεν ήταν επικίνδυνο, ήταν μάλλον λυτρωτικό…
Ναι, αναπόφευκτα. Όταν γράφεις κάτι που έχει ρίζες στην προσωπική σου μνήμη, δεν μπορείς να κρυφτείς. Η Μπουμπού είναι εμπνευσμένη από τη μητέρα μου, αλλά δεν είναι μόνο εκείνη, είναι και μια σύνθεση από πολλές γυναίκες της γενιάς της. Παρ’ όλ’ αυτά, γράφοντάς την, αισθανόμουν συχνά πως ξαναζούσα στιγμές, πως άνοιγα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ που είχαν ακόμα μέσα τους θερμότητα από την ανθρώπινη αύρα. Φυσικά υπήρξε και το δίλημμα του πόσο μπορείς να αποκαλύψεις χωρίς να προδώσεις τη μνήμη ή την αλήθεια. Τελικά όμως κατάλαβα πως αυτό το “ξεγύμνωμα” δεν ήταν επικίνδυνο, ήταν μάλλον λυτρωτικό. Είναι ένας τρόπος να πεις “ευχαριστώ” σ’ έναν άνθρωπο που σου έδωσε ζωή και αξίες μέσα από τις δυσκολίες του. Με τη Μπουμπού δεν ένιωσα ότι εκθέτω κάτι. Ένιωσα ότι μοιράζομαι. Όταν το κοινό συγκινείται, γελά, δακρύζει ή αναγνωρίζει τη δική του μάνα -ή ακόμα και τον εαυτό του- μέσα στο κείμενο, τότε καταλαβαίνω πως αυτό το κομμάτι της ψυχής άξιζε να μοιραστεί.

Αυτό το μοίρασμα της εμπειρίας με το κοινό μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για το δημιουργό ή/και για το κοινό;
Πιστεύω στην τέχνη γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, και ναι, λειτουργεί λυτρωτικά και για τον δημιουργό και για το κοινό, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Για τον δημιουργό, είναι κάθαρση, μια ευκαιρία να εξωτερικεύσει όσα κουβαλά, να τα μεταμορφώσει σε κάτι που έχει νόημα πέρα από τον ίδιο. Όταν μοιράζεσαι το έργο σου με το κοινό, παύει να σου ανήκει, γίνεται κοινή εμπειρία και βίωμα. Για το κοινό, η λύτρωση έρχεται μέσα από την ταύτιση. Όταν βλέπεις τη Μπουμπού να παλεύει, να πονά, να γελά, να ελπίζει, αναγνωρίζεις μέσα της ένα κομμάτι δικό σου. Κι εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα σου γαληνεύει, γιατί καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι μόνος. Το μοίρασμα, όταν είναι αληθινό, είναι πάντα λυτρωτικό. Για όλους.
Ποια ήταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις σου την πρώτη φορά που είδες ολοκληρωμένη την παράσταση;
όταν στο τέλος είδα τον κόσμο να χειροκροτεί συγκινημένος, να σκουπίζει τα μάτια του αλλά και να χαμογελά, κατάλαβα ότι η Μπουμπού δεν μου ανήκει πια. Είχε πια βρει τον δικό της δρόμο, τη δική της ζωή…
Η πρώτη φορά που είδα τη Μπουμπού ολοκληρωμένη στη σκηνή ήταν μια εμπειρία βαθιά συγκινητική. Ένιωθα σαν να έβλεπα τη μνήμη μου να ζωντανεύει, να παίρνει σώμα και φωνή μπροστά μου. Ήταν μια σιωπηλή συνομιλία ανάμεσα στο παρελθόν μου και στο παρόν. Και όταν στο τέλος είδα τον κόσμο να χειροκροτεί συγκινημένος, να σκουπίζει τα μάτια του αλλά και να χαμογελά, κατάλαβα ότι η Μπουμπού δεν μου ανήκει πια. Είχε πια βρει τον δικό της δρόμο, τη δική της ζωή. Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που ένιωσα ήταν ευγνωμοσύνη για τους συνεργάτες, για το κοινό, και για εκείνη τη γυναίκα που χωρίς να το ξέρει μου χάρισε αυτή την υπέροχη ιστορία. Και εκείνη -η αληθινή Μπουμπού- καθόταν εκεί, δίπλα μου, σε εκείνη την πρώτη παράσταση και αυτό ήταν το πιο σπουδαίο απ’ όλα.
Πρόκειται για μια παράσταση που συζητήθηκε μεταξύ των θεατρόφιλων και προτάθηκε από στόμα σε στόμα. Υπήρξε κάποια αντίδραση του κοινού που να έμεινε στη μνήμη σου;
…εκείνη η ηλικιωμένη γυναίκα που ψέλλισε: «Η Μπουμπού είμαι εγώ. Μόνο που εγώ δεν είχα ποτέ κάποιον να πει την ιστορία μου». Εκείνη η φράση με λύγισε…
Ναι, υπήρξαν αρκετές στιγμές που με άγγιξαν βαθιά, αλλά κάποιες συγκεκριμένα έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου. Όπως εκείνη η κοπέλα που μου κρατούσε σφιχτά τα χέρια και έκλαιγε δίχως να μπορέσει να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Είπε τα πάντα με τα μάτια της. Ή εκείνη η ηλικιωμένη γυναίκα που ψέλλισε: «Η Μπουμπού είμαι εγώ. Μόνο που εγώ δεν είχα ποτέ κάποιον να πει την ιστορία μου». Εκείνη η φράση με λύγισε. Κατάλαβα για άλλη μια φορά τι σημαίνει να αγγίζεις και να συγκινείς ανθρώπους μέσα από την τέχνη, να τους δίνεις φωνή, έστω και εκ των υστέρων. Νομίζω πως αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν δημιουργό: να βλέπει πως το έργο του δεν μένει στη σκηνή, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που το βλέπουν και το κουβαλούν μαζί τους φεύγοντας.

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε πολύ να συλλέγουμε ιστορίες θεάτρου που έλαβαν χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε στα παρασκήνια, στην πλατεία, στα καμαρίνια ή οπουδήποτε αλλού και έμειναν χαραγμένες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια να μοιραστείς μαζί μας;
Όταν βγήκαμε να γιορτάσουμε την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου εμφανίσεων, στο τέλος του Μάη, έμαθα ότι ο αληθινός βασιλικός που υπάρχει στο θεατρικό σπίτι της Μπουμπούς είχε πάρει το όνομα Λευτέρης. (Όσοι δουν το έργο θα καταλάβουν τον λόγο). Μετά από κάθε παράσταση, λοιπόν, ο “Λευτέρης” επέστρεφε στο σπίτι της Δήμητρας για φροντίδα αλλά και για να βλέπει ήλιο. Στις πέντε μέρες όμως που μεσολάβησαν από την παράσταση της Κυριακής μέχρι το επόμενο Σάββατο (η παράσταση παίζεται Σαββατοκύριακα) ο “Λευτέρης” είχε γύρει, είχε χάσει τη φρεσκάδα του και έμοιαζε ταλαιπωρημένος. Μόλις τον είδε η μαμά της Δήμητρας έτσι μισομαραμένο του φώναξε: «Λευτέρη πώς έγινες έτσι; Έχεις παράσταση το βράδυ!» Όταν μου μετέφερε το συμβάν ο Πασσάς, με την θεατρικότητα που τον διακρίνει, κόντεψα να πνιγώ από τα γέλια. Μετά την φροντίδα της μαμάς Κολλά ο “Λευτέρης” ήρθε στα ίσα του και το βράδυ “έπαιξε” κανονικά.
Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Γράφεις κάτι αυτό τον καιρό;
Συναυλίες και γραψίματα. Πάντα γράφω. Όσο αναπνέω και σκέφτομαι θα γράφω… είτε τραγούδια είτε ιστορίες…
Δημήτρη σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ για την όμορφη κουβέντα μας, ήταν πραγματικά μεγάλη χαρά να σε φιλοξενούμε σήμερα στο Παλκοσένικο, σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε καλό και θα χαρούμε πολύ να τα πούμε ξανά με αφορμή μια άλλη σου δουλειά, θεατρική, συγγραφική, μουσική ή κάτι άλλο...

Διαβάστε εδώ περισσότερα για την παράσταση Η Μπουμπού που ανεβαίνει στο Θέατρο Εν Αθήναις
Ακούστε εδώ το τραγούδι της Μπουμπούς σε μουσική και στίχους του Δημήτρη Μητσοτάκη,
από τη συγκλονιστική φωνή της Μάρθας Φριντζήλα:

