Είδαμε τον Φιλοκτήτη του Γιάννη Ρίτσου

Γράφει η Ελπινίκη Νίνου

Είδαμε τον Φιλοκτήτη του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι στο θέατρο Νους

Από τη σιωπή της πληγής στη φωνή της συνείδησης.

Ο Φιλοκτήτης του Γιάννη Ρίτσου γράφεται μεταξύ 1963 και 1965, ανάμεσα σε δύο εξορίες του ποιητή, μέσα σε μια Ελλάδα που προσπαθεί ακόμη να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου Πολέμου.

Ο ποιητής, σημαδεμένος από την εμπειρία της εξορίας, στρέφεται στους αρχαίους μύθους για να φωτίσει τις σύγχρονες πληγές της συνείδησης.

Στην Τέταρτη Διάσταση, όπου ανήκει και ο Φιλοκτήτης, οι ήρωες του αρχαίου κόσμου δεν είναι πια ήρωες — είναι μοναχικοί, κουρασμένοι άνθρωποι που κουβαλούν το βάρος της Ιστορίας.

Ο Ρίτσος, σε μια εποχή πολιτικής ασφυξίας αλλά και δημιουργικής αναγέννησης, αναζητά την ανθρώπινη διάσταση του ηρωισμού: αυτή που αντέχει μέσα στην ήττα και βρίσκει αξιοπρέπεια μέσα στην πληγή. Στο ποίημα, μιλά μόνο ο Νεοπτόλεμος· ο Φιλοκτήτης υπάρχει πια μόνο ως ανάμνηση, ως ενοχή. Ο νεαρός πολεμιστής, που εξαπάτησε τον πληγωμένο ήρωα, αφηγείται —ίσως μεταμελημένος— τα γεγονότα. Η φωνή του είναι η φωνή ενός ανθρώπου που έμαθε πολύ νωρίς τι σημαίνει ευθύνη.

Η φράση «Μονάχα τέτοιες νίκες υπάρχουν»  συμπυκνώνει το νόημα όλου του ποιήματος: οι αληθινές νίκες είναι οι νίκες της επίγνωσης, αυτές που αναγνωρίζουν την απώλεια και τον πόνο. Ο Ρίτσος γράφει για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα στην ήττα, για τη μνήμη που δε σβήνει, για την αμφισημία της ηρωικής πράξης. Η ποίηση γίνεται φωνή της μεταπολεμικής συνείδησης, όπου το αίμα έχει στεγνώσει αλλά η πληγή παραμένει ανοιχτή. Ο Ρίτσος μετατρέπει το μύθο σε καθρέφτη του μεταπολεμικού ανθρώπου· όχι του ήρωα που κατακτά, αλλά του ανθρώπου που επιβιώνει, αναρωτιέται και στοχάζεται πάνω στην ηθική των πράξεών του.

 

 

Στην παράσταση του Ένκε Φεζολλάρι στο Θέατρο Νους, ο Φιλοκτήτης παίρνει σάρκα, φωνή και ιστορική διαδρομή. Μέσα σε περίπου τριάντα λεπτά, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης περνά σκηνικά από τον Τρωικό Πόλεμο στον Α’ και Β’ Παγκόσμιο, φτάνοντας ως τον Ελληνικό Εμφύλιο. Η πορεία αυτή δεν είναι γραμμική, αλλά εικονική και βιωματική: οι εποχές αλλάζουν, ο άνθρωπος παραμένει ίδιος — πληγωμένος, πεισματάρης, ζωντανός. Ο Φεζολλάρι δουλεύει με την ένταση του σώματος και της φωνής.

Η ερμηνεία του είναι εκρηκτική, φυσική, σπαρακτικά ειλικρινής, και σε κάποιες στιγμές η ίδια η ένταση τον οδηγεί σε ρυθμούς υπερβολικά γρήγορους, σαν να τρέχει μέσα από τους αιώνες που διασχίζει. Αυτή η ορμή, αν και κάποιες φορές ξενίζει, κουβαλά κάτι αληθινό και ωμό: την αδυναμία του ανθρώπου να σταματήσει τη βία της Ιστορίας. Η ιδιαίτερη άρθρωσή του, χαρακτηριστική και απόλυτα δική του, λειτουργεί ιδανικά εδώ — τον μεταμορφώνει κάθε φορά σε διαφορετικό άνθρωπο: στρατιώτη, αγρότη, εξόριστο, “εξαπατώντας” το κοινό που διαφορετικά θα αναγνώριζε τον λόγιο, τον ηθοποιό στη σκηνή. Η σκηνοθεσία, επίσης δική του, είναι εικονοπλαστική και επικοινωνιακή: δημιουργεί έναν ανοιχτό δίαυλο ανάμεσα στον ηθοποιό και το κοινό, όπου οι λέξεις του Ρίτσου κυλούν σαν αναμνήσεις που επιστρέφουν.

Ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου γίνεται, μέσα από τον Ένκε Φεζολλάρι, μια κραυγή μνήμης και αυτογνωσίας.

Μια παράσταση που δε φοβάται την υπερβολή, γιατί κουβαλά μέσα της την αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει πώς από τον πόλεμο στον πόλεμο, από εποχή σε εποχή, η ίδια πληγή συνεχίζει να ανοίγει. Ένας Φιλοκτήτης σύγχρονος, επίκαιρος, που μας θυμίζει πως οι μόνοι αληθινοί νικητές είναι αυτοί που γνωρίζουν την ήττα.

 

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα