Είδαμε το Καταραμένο Παιδί

Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας

Μια σκοτεινή παραβολή για την απληστία και τη διαφορετικότητα

 

 
Οι Λάζαρος Βαρτάνης και Στέφανος Παπατρέχας συναντούν τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ σε μια σκηνική μεταγραφή της νουβέλας “Το Καταραμένο Παιδί”, φέρνοντάς τη για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό και μεταφέροντας το γοτθικό σύμπαν του Γάλλου λογοτέχνη στη σκηνή του θεάτρου Arroyo. Με σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο και με καλαίσθητη σκηνοθετική ματιά, καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη λογοτεχνική πυκνότητα του Μπαλζάκ και στην εικαστική δραματουργική λιτότητα. Το προκύπτον αποτέλεσμα αποτελεί ένα ποιητικό, σκοτεινό και βαθιά συγκινητικό έργο που αποκτά μια σχεδόν μυστικιστική διάσταση, βγαλμένη θαρρείς από πίνακα του Caravaggio. Τουλάχιστον, αυτή την αίσθηση αποκομίζει ο θεατής, αν κλείσει στιγμιαία τα μάτια. Σε όλα αυτά βέβαια συμβάλλουν οι φωτοσκιάσεις και η συνολική επιμέλεια του σκηνικού χώρου που επιμελήθηκε η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη, αλλά και τα χειροποίητα λιτά σκηνικά που κατασκεύασε ο Λάζαρος Βαρτάνης. Δύο τροχήλατες, φωτιζόμενες, πολυχρηστικές πλατφόρμες που κινούνται στο χώρο και δημιουργούν συνεχώς νέους σκηνικούς χώρους. Η σκηνοθεσία των Βαρτάνη-Παπατρέχα αποφεύγει περιττές και κραυγαλέες εντάσεις και με ελάχιστα μέσα καταφέρνει να δομήσει έναν κόσμο που αιωρείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό, πετυχαίνοντας μια σπάνια ισορροπία μεταξύ αισθητικής και εσωτερικότητας.

 

 

Ο Μπαλζάκ καταπιάνεται με έννοιες που ταλανίζουν (και) τη μεσαιωνική Γαλλία, την ώρα που τα φέουδα και οι ελέω θεού άνακτες μάχονται για το ποιος και που θα επικρατήσει, σ’ έναν βορβορώδη κόσμο που φαίνεται να καταρρέει. Στο έργο του δημιουργεί σύνθετους τραγικούς χαρακτήρες, ωστόσο σε αντίθεση με τον τραγικό ορισμό, δεν πρόκειται να επέλθει κάθαρση. Η απληστία, η δίψα για εξουσία και πλούτο, ο ματαιόδοξος διακαής πόθος για τη διαδοχή είναι οι κινητήριες δυνάμεις που συνθέτουν έναν αλαζωνικό Κόμη Ντ’ Ερουβίλ (Λάζαρος Βαρτάνης), ο οποίος δε διστάζει να υπερβεί κάθε ηθικό και υλικό όριο, για να πετύχει τους σκοπούς του, καταντώντας μια αμοραλιστική σάρκινη μαριονέτα που τα νήματά της καταλήγουν δεμένα σφιχτά στα άυλα -μα τόσο νευρώδη- δάχτυλα της φεουδαρχίας. Στην αντίπερα όχθη, ένα φιλάσθενο, αδύναμο παιδί, ο Ετιέν (Στέφανος Παπατρέχας) που βιάζεται να γεννηθεί, λες και τρέχει να προλάβει το ραντεβού που του έδωσε η μοίρα, το εισιτήριο για μια ζωή καταραμένη από την πρώτη του κιόλας πνοή, καθώς η διαφορετικότητα δεν είναι ανεκτή, έστω και αν προκύπτει φυσικά και ακούσια. Η γέφυρα που ενώνει -και χωρίζει- τους δύο είναι η μητέρα του Ετιέν και σύζυγος του Κόμη, η Ιωάννα Ντ’ Ερουβίλ (Ιωάννα Παπακωνσταντίνου), μια επίσης τραγική φιγούρα που με στωικότητα αντιμετωπίζει τα δεινά που η πατριαρχία επιβάλλει διαχρονικά στο φύλο της. Τους ήρωες πλαισιώνουν ο φιλεύσπλαχνος γιατρός Μποβουλουάρ (Θωμάς Θάνος) και η αγνή, νεαρή κόρη του, η Γκαμπριέλ (Βασιλική Γεωργικοπούλου). Οι ήρωες του Μπαλζάκ βρίσκουν στα πρόσωπα των ηθοποιών της παράστασης τα ιδανικά μέσα που θα ενσαρκώσουν άρτια τις προσωπικότητές τους.

 

 

Στο τέλος, “Το Καταραμένο Παιδί” δεν είναι απλώς η ιστορία ενός αποκλεισμένου, είναι μια αλληγορία για όλους εκείνους που γεννιούνται “διαφορετικοί” σε μια κοινωνία που ακόμα ψάχνει τρόπους να αγαπήσει το ανοίκειο. Είναι ένα αιχμηρό δόρυ στα σπλάχνα των εκμεταλλευτικών συστημάτων, που μπορεί με την πάροδο του χρόνου να μεταμφιέζονται και να μετονομάζονται, μα ποτέ δε σταματούν να ωθούν τον άνθρωπο στα πιο ανήθικα και ποταπά του ένστικτα, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που η φύση κάποτε του έδωσε για να επιβιώσει και όχι για να επιβάλλεται κανιβαλιστικά στο είδος του. Είναι ένα έργο υπαρξιακό και άρτια σκηνοθετημένο, που ξεχωρίζει για την αισθητική του συνέπεια και την ανθρώπινη ευαισθησία του και που σίγουρα αξίζει να δείτε.

 

Δείτε ακόμα