Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί έναν αγαπημένο ηθοποιό, σκηνοθέτη και γενικότερα άνθρωπο του θεάτρου, τον Στέφανο Παπατρέχα και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Το Καταραμένο Παιδί” του Ονορέ ντε Μπαλζάκ που ανεβαίνει στο Θέατρο Arroyo.
Στέφανε σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας την κουβέντα μας ήθελα να σε ρωτήσω πως οδηγηθήκατε στην επιλογή αυτού του έργου;
Χαίρομαι πολύ που κάνουμε αυτή τη συζήτηση και ακόμη περισσότερο που η αφορμή είναι το υπέροχο έργο του Balzac. «Το καταραμένο παιδί» είναι μια υπέροχη νουβέλα του Honorè de Balzac η οποία άρχισε να δημοσιεύεται τμηματικά από το 1831 και εκδόθηκε ολοκληρωμένη πια το 1837. Δηλαδή πριν περίπου 190 χρόνια και διαδραματίζεται περίπου 200 χρόνια πριν από την εποχή του Balzac, την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων της Γαλλίας, λίγο μετά τον Μεσαίωνα. Όταν διάβασα αυτό το βιβλίο, ήταν σαν να το βλέπω μπροστά μου σε παράσταση. Η πλοκή, οι χαρακτήρες, το θέμα του, όλα με οδήγησαν να μην το αφήσω από τα χέρια μου μέχρι να το τελειώσω και να το δώσω αμέσως στον Λάζαρο. Όταν και εκείνος είχε την ίδια αντίδραση, το να αρχίσουμε την απόδοση και τη διασκευή ήταν μονόδρομος. Όσο περισσότερο το συζητούσαμε, τόσο πιο πολλά πράγματα βρίσκαμε να μας αφορούν και να μας κινητοποιούν για αυτήν την παράσταση.

Την παράσταση τη συν-σκηνοθετείς μαζί με τον Λάζαρο Βαρτάνη. Πώς είναι σαν διαδικασία το να σκηνοθετούν δύο άτομα το ίδιο έργο και συγκεκριμένα, στο «Καταραμένο παιδί», ποια πλεονεκτήματα ή/και ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Είναι η πέμπτη μας κοινή σκηνοθεσία σε παράσταση (και η ένατη αν μετρήσουμε και κάποιες σκηνοθεσίες μας σε θεατρικά αναλόγια και μια για θέατρο στο ραδιόφωνο). Έχουμε, λοιπόν, ήδη βρει τον τρόπο να συνυπάρχουμε, αν και ήδη από την πρώτη μας σκηνοθεσία ήταν τόσο κοινή η αισθητική και τόσο όμοιος ο τρόπος σκέψης που γίνονταν όλα ομαλά. Το πολύ θετικό σε μια συνσκηνοθεσία είναι πως γίνεται μια κατανομή εργασιών, αλλά και ένας συνδυασμός απόψεων και ιδεών που είναι πολύ εποικοδομητικός και δημιουργικός, ειδικά όταν υπάρχει σύμπνοια. Η δυσκολία πιθανώς υπάρχει, όταν έρχονται ιδέες στις οποίες δεν συμφωνούν όλοι ή ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις για κάποια σκηνή. Λέω «πιθανώς» γιατί αυτό είναι κάτι που σπάνια συμβαίνει στη δική μας περίπτωση. Στο συγκεκριμένο έργο το όραμα ήταν κοινό και ξεκάθαρο από πολύ αρχή και λόγω της εμπειρίας τόσων χρόνων η όλη διαδικασία προχωρούσε πολύ γρήγορα και αποτελεσματικά.
Πιστεύεις πως οι καλλιτέχνες σήμερα, σε ένα σύστημα που τα μετράει όλα με γνώμονα το κέρδος, είναι «καταραμένα παιδιά»;
Όχι όλοι. Όπως και στο έργο μας, το ζήτημα είναι ο τρόπος που παίζει κανείς το παιχνίδι, το πόσο αποδέχεται ένα σύστημα, πόσο στριμώχνεται για να χωρέσει σε αυτό ή όχι. Ένας άνθρωπος – είτε είναι καλλιτέχνης είτε όχι – που αμφισβητεί αυτόν τον τρόπο, καταλήγει να είναι «καταραμένο παιδί». Η τέχνη είναι εξ ορισμού «καταραμένο παιδί», γιατί οφείλει να είναι αιρετική, να στριμώχνει και όχι να στριμώχνεται, να μετακινεί, να συμβάλλει στην αλλαγή. Όταν μπαίνει δε το κέρδος στη μέση, ζορίζουν κι άλλο τα περιθώρια. Είναι όμως όλοι όσοι ασχολούνται με την τέχνη, καλλιτέχνες; Όταν, ακόμη και σε αυτό το πεδίο, η δουλειά γίνεται με το βλέμμα στραμμένο στο κέρδος – με ό,τι σημαίνει αυτό (αναγνώριση, χρήματα, δόξα, αυτοπροβολή και πολλά άλλα) – για ποια τέχνη μιλάμε; Αναμφίβολα είναι καλό πράγμα να κερδίζει κανείς χρήματα και να αναγνωρίζεται για την δουλειά του, όταν όμως αυτά είναι ο στόχος και όχι το αποτέλεσμα, αλλάζουν όλα. «Καταραμένο παιδί» είναι για μένα οποιοσδήποτε είναι αποκλεισμένος απλώς και μόνο επειδή είναι διαφορετικός, ριζοσπαστικός, ανατρεπτικός.

Μήπως είμαστε συνένοχοι στην δημιουργία «καταραμένων παιδιών» όντας μέλη των κοινωνιών που τα αποκλείουν;
Θεωρώ πως το στοίχημα είναι όντας μέλη να βοηθήσουμε στον μη αποκλεισμό τους. Δεν πιστεύω πως είναι λύση η απομόνωση και ο αυτοαποκλεισμός. Το να απορρίψουμε δηλαδή στο σύνολό της μια κοινωνία δεν ωφελεί. Είμαστε μέλη της και ακριβώς με αυτό το όπλο, την συμμετοχή, θα μπορέσουν να ακουστούν όλες οι φωνές και να φροντίσουμε όσο γίνεται να επιτευχθεί αυτό.
Πιστεύεις πως αρκεί μόνο η τέχνη για να αλλάξει ο κόσμος;
Αναμφισβήτητα όχι. Ούτε μόνο η παιδεία ή μόνο η εκπαίδευση ή ο πολιτισμός. Η αλλαγή έρχεται ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, ένας από τους οποίους είναι και η τέχνη. Βλέποντας, παρόλα αυτά, έργα όπως «Το καταραμένο παιδί» που γράφτηκε σχεδόν πριν από 200 χρόνια και μιλάει για μια εποχή ακόμα πιο παλιά, διαπιστώνει κανείς πόσο λίγο έχουν αλλάξει τα πράγματα στην ουσία τους με το πέρασμα του χρόνου. Όσο απαισιόδοξο και αν ακούγεται, είναι γεγονός πως ελάχιστα έχει μάθει η ανθρωπότητα από την ιστορία. Γίνονται μικρές και καθημερινές μάχες για αλλαγή, αλλά ο πόλεμος δεν έχει νικηθεί και έχουμε πολύ μέλλον μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο. Η τέχνη δίνει και αυτή τις μάχες της προς αυτήν την κατεύθυνση και όπως λέει ο Balzac «Κάθε ωραίο βιβλίο είναι μια νίκη στο πεδίο μάχης της ανθρώπινης σκέψης». Αυτό ισχύει για κάθε είδος τέχνης.

Με ποια κριτήρια επιλέγεις τις δουλειές και τις συνεργασίες σου;
Είναι πολύ διαφορετικά τα κριτήρια όταν διαλέγω εγώ συνεργάτες ως δημιουργός και διαφορετικά όταν μου γίνεται μια πρόταση που πρέπει να αποφασίσω αν θα δεχτώ. Στην πρώτη περίπτωση επιδιώκω οι συνεργάτες να είναι άνθρωποι με τους οποίους συμφωνώ αισθητικά και καλλιτεχνικά και μπορούμε μαζί να δημιουργήσουμε. «Να μιλάμε την ίδια γλώσσα» με λίγα λόγια. Όσο αφορά στις δουλειές, στα έργα δηλαδή, πρέπει να είναι κάτι που με κινητοποιεί, με συγκινεί, με αφορά για να ασχοληθώ σοβαρά με αυτό. Στην περίπτωση που μου γίνει μια πρόταση, για να παίξω για παράδειγμα σε μια παράσταση, είναι σημαντικό το κείμενο, οι συνεργάτες, το όλο πλαίσιο. Μπορεί ο σκηνοθέτης ή ο θίασος να με ενδιαφέρουν τόσο πολύ που να δεχτώ ασχέτως ρόλου ή έργου. Συνήθως είναι θέμα των ανθρώπων που θα είναι στη δουλειά.
Είσαι ένας άνθρωπος του θεάτρου που έχεις καταπιαστεί με όλα του τα πόστα, όντας συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, αλλά και παραγωγός. Πέραν του δημιουργικού κομματιού, πόσο αγχωτικό είναι για έναν καλλιτέχνη το να ασχοληθεί με το οικονομοτεχνικό κομμάτι μιας παράστασης; Αλλάζει ο τρόπος που παίρνει αποφάσεις;
Πολύ καλή ερώτηση! Το ιδανικό μου θα ήταν να μην ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι. Με αγχώνει πολύ, καταναλώνω πολύ χρόνο σε αυτό και μου στερεί ώρες από το δημιουργικό κομμάτι. Σαφώς υπολογίζεις αλλιώς τα πράγματα όταν υπάρχει μια παραγωγή που σε στηρίζει και αλλιώς όταν εσύ ο ίδιος κάνεις την παραγωγή και την οργάνωσή της. Είναι μια εντελώς άλλη δουλειά και για αυτό υπάρχουν άνθρωποι ειδικοί, που ασχολούνται αποκλειστικά με την παραγωγή και την οργάνωση παραγωγής. Αναγκάζεσαι, όμως, να μπεις και σε αυτό και φυσικά – μέσα από τις δυσκολίες και τα άγχη που φέρνει – έχει και αυτό πολλά να σου μάθει. Αν εξαιρέσεις πράγματα όπως η διαφήμιση και το κομμάτι της προώθησης που σαφώς αλλάζει ανάλογα την παραγωγή, ωστόσο, δεν πιστεύω πως θα έκανα άλλες επιλογές αν είχα άλλα δεδομένα.

Ποια είναι τα σχέδιά σου αλλά και τα όνειρά σου για το μέλλον;
Τώρα τον Οκτώβριο ξεκίνησε στο Θέατρο Άβατον για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά η παράσταση για παιδιά προσχολικής ηλικίας «Ηλίας, ο πρώτος γάτος χορευτής της γατοϊστορίας» όπου έγραψα το κείμενο και μαζί με την Νάντια Δαλκυριάδου υπογράφουμε τη σκηνοθεσία. Ξεκινήσαμε και με «Το κύμα», την παράσταση για έφηβους σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη στο Θέατρο Λαμπέτη όπου παίζω ως ηθοποιός και δεν βλέπω την ώρα να μοιραστούμε από 3 Νοεμβρίου στο Θέατρο Arroyo την ιστορία του «Καταραμένου παιδιού». Προς το παρόν τα σχέδιά μου φτάνουν ως εκεί, μιας και «Το καταραμένο παιδί» απορροφάει όλη μου την ενέργεια και την προσοχή. Τα επαγγελματικά μου όνειρα, όμως, πηγαίνουν και πιο πέρα! Θα ήθελα πάρα πολύ να ταξιδέψουμε το «Καταραμένο παιδί» και εκτός Αθηνών, αλλά και να έρθουν νέοι ρόλοι και συνεργασίες που θα με εξελίξουν. Επίσης, θα ήθελα μελλοντικά να έρθει μια ακόμη σκηνοθεσία μου με τον Λάζαρο σε κάτι καινούργιο.
Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και στιγμές που έλαβαν χώρα πάνω στη σκηνή ή και πέριξ αυτής. Υπάρχει κάποια που να έχει μείνει στη μνήμη σου και που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;
Νομίζω πως το πιο πρόσφατο περιστατικό, που είναι κατάλληλο για αυτήν την ερώτηση, μου συνέβη πριν δύο χρόνια στην παράσταση «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» στο Θέατρο Βρετάνια όπου έπαιζα. Σε μια σκηνή, που ήμασταν όλοι οι μαθητές στο σχολείο όπου λαμβάνει χώρα το έργο, ένας από τους συναδέλφους μπλέχτηκε στο θρανίο του και έπεσε με πολύ αστείο τρόπο μαζί με το θρανίο προς τα πίσω, χωρίς να χτυπήσει ευτυχώς. Ήταν τόσο αστεία η τούμπα και ακόμα πιο αστείο ήταν το ότι έμεινε εκεί ακίνητος να μας κοιτάει. Εν ώρα παράστασης αυτό και με το θέατρο γεμάτο! Παρότι δεν είμαι από τους ηθοποιούς που «σπάνε» επί σκηνής, όλοι οι συνάδελφοι άρχισαν σταδιακά να γελάνε, μην μπορώντας να συγκρατηθούν, οπότε αφέθηκα εντέλει και εγώ. Ο κόσμος – που επίσης είχε γελάσει πολύ με το συμβάν – μας χειροκρότησε, δίνοντάς μας έτσι ένα σημάδι συμπαράστασης και κατανόησης. Ηρεμήσαμε, πήραμε τη σκηνή από την αρχή και συνεχίσαμε σαν να μην είχε γίνει ποτέ η επική αυτή τούμπα.
Στέφανε σε ευχαριστώ πολύ για την όμορφη κουβέντα μας, ήταν μεγάλη χαρά και τιμή για εμάς να σε έχουμε σήμερα στη συντροφιά του Παλκοσένικου και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε καλό, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο!


