Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Σολδάτος
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη χαρά να φιλοξενεί τον Αλέξιο Κοτσώρη, σκηνοθέτη της παράστασης Wonnangatta,
η οποία ανεβαίνει στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα, κάθε Παρασκευή και Σάββατο.

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε στο “Wonnangatta” και σας οδήγησε στην απόφαση να το σκηνοθετήσετε;
Αυτό που με προσέλκυσε εξαρχής στο Wonnangatta ήταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες και η δυναμική τους. Δύο άνθρωποι, σε μια ηλικία όπου κουβαλούν πια βάρος ζωής και εμπειρίας, βρίσκονται αντιμέτωποι όχι μόνο με ένα ανεξιχνίαστο γεγονός, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Καθώς η ιστορία ξετυλίγεται, η αναζήτηση του “τι συνέβη” μετατρέπεται σε μια εσωτερική αναμέτρηση — με τη μνήμη, τη συνείδηση, την πίστη και την απώλεια. Με συγκίνησε βαθιά η ποιητικότητα και η δομή της γραφής του Angus Cerini. Διάλεξε να στηριχθεί σε μια πραγματική υπόθεση διπλής δολοφονίας που παραμένει ανεξιχνίαστη και, μέσα από τη γλώσσα του, να κρατήσει αυτή την αβεβαιότητα ζωντανή. Δεν τον ενδιέφερε να προσφέρει λύσεις, αλλά να μείνει στο σημείο της απορίας — εκεί όπου ο άνθρωπος παλεύει με το άγνωστο. Αυτήν την ανάγκη ένιωσα κι εγώ: να συνομιλήσω με το έργο, να ψάξω μέσα του για απαντήσεις που ίσως δεν έρθουν ποτέ. Να κατανοήσω πώς το σκοτάδι μπορεί να γεννήσει φως, πώς το μυστήριο ενός εγκλήματος γίνεται τελικά καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε τόσο το Wonnangatta: γιατί μιλάει για εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος, μένοντας μόνος απέναντι στην ερημιά και στον εαυτό του, καταλαβαίνει ότι η πιο δύσκολη εξήγηση είναι πάντα η δική του.
Ποιο θεωρείτε το βασικό του θέμα; Τι πρέπει να ξέρει ο θεατής πριν δει την παράσταση;
Το Wonnangatta δεν είναι ένα αστυνομικό έργο. Είναι μια υπαρξιακή εξερεύνηση που χρησιμοποιεί το μυστήριο ως πρόσχημα για να μιλήσει για κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: για την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το ανεξήγητο. Μέσα από το γεγονός ενός εγκλήματος, το έργο ανοίγει μια συζήτηση για το πώς ο άνθρωπος αντιδρά όταν έρχεται αντιμέτωπος με το ακραίο, με το φρικτό, με κάτι που το μυαλό του δεν μπορεί εύκολα να συλλάβει. Η αναζήτηση της αλήθειας στο έργο δεν αφορά το έγκλημα, αλλά την ψυχή. Αφορά τη στιγμή που ο άνθρωπος, μπροστά στο άγνωστο, αναγκάζεται να δει καθαρά ποιος είναι, τι πιστεύει, τι αντέχει. Αυτό είναι, για μένα, και το κέντρο της παράστασης. Εκεί εστιάσαμε και σκηνοθετικά: στο πώς ο εγκέφαλος και η ψυχή προσπαθούν να “μεταβολίσουν” τη φρίκη. Στο πώς κάτι ακατανόητο γίνεται, σιγά σιγά, οικείο — όχι γιατί το καταλάβαμε, αλλά γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε αλλιώς. Οι δύο αυτοί άντρες, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μεταμορφώνονται από αυτό που είδαν. Στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν, να επιβιώσουν, να παραμείνουν λογικοί, γίνονται κομμάτι του ίδιου σκοταδιού. Για μένα εκεί βρίσκεται η ουσία του Wonnangatta: δεν έχει σημασία ποιος το έκανε, αλλά ποιος μπορεί να το αντέξει. Γιατί η πράξη είναι στιγμιαία — μια επιλογή της στιγμής. Αυτό που μένει είναι το βάρος της, και το ερώτημα ποιος θα μπορέσει να ζήσει μαζί της. Αυτό είναι που ζητά το έργο από τον θεατή· όχι να λύσει το μυστήριο, αλλά να σταθεί μέσα του και να το αντέξει. Η εξήγηση είναι πάντα η δική του.
Το Wonnangatta παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό θέατρο, κάτι που το καθιστά μια εντελώς νέα και πρωτότυπη εμπειρία για το Ελληνικό κοινό. Πώς προσεγγίσατε δραματουργικά τη μετάφραση και τη διασκευή του, ώστε να διατηρηθεί η αυθεντικότητα του αυστραλιανού έργου αλλά και να επικοινωνήσει ουσιαστικά με το αθηναϊκό κοινό;
Η μετάφραση και η επιλογή του έργου έγινε από τη Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου, η οποία είχε και την ευθύνη του ρεπερτορίου του θεάτρου, φέτος στην 21η καλλιτεχνική περίοδο του Θεάτρου Αγγέλων Βήμα (2025-2026) η θεματική ενότητα είναι «Αυστραλία – γοητευτική χώρα, συγκλονιστικό θέατρο». Πρόκειται για μια ενότητα υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Αυστραλίας στην Ελλάδα, που στοχεύει να συστήσει στο ελληνικό κοινό τη δύναμη και την πολυφωνία του σύγχρονου αυστραλιανού θεάτρου. Η μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου υπήρξε πολύτιμη γιατί κατάφερε να μεταφέρει όχι μόνο τη σημασία των λέξεων, αλλά και τη μουσικότητα και την ατμόσφαιρα της γραφής του Cerini – μια γλώσσα σκληρή, ποιητική, με ρυθμό που θυμίζει παλμό. Από εκεί κι έπειτα, η σκηνοθετική προσέγγιση στόχευσε στο να κρατήσει αυτή την αλήθεια ζωντανή, μεταφέροντας το αυστραλιανό τοπίο στη σκηνή χωρίς να το αντιγράψει. Προσπάθησα να το αποδώσω όχι μέσα από ρεαλιστικές εικόνες, αλλά μέσα από μια αίσθηση χώρου και χρόνου: από το φως που αλλάζει, τη σιωπή που βαραίνει, την ακινησία που γίνεται παρουσία. Ήταν σημαντικό για μένα να μη χαθεί η ταυτότητα του έργου, αλλά να διατηρηθεί η αυθεντικότητά του όπως ακριβώς γράφτηκε. Οι δύο αυτοί άντρες προέρχονται από έναν κόσμο σκληρό, σχεδόν πρωτόγονο, όπου η φύση και ο άνθρωπος αναμετρώνται διαρκώς. Δεν ήθελα να αλλοιώσω αυτό το περιβάλλον, αλλά να το φωτίσω εκ των έσω∙ να δείξω τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα, στην ενοχή και στη συντροφικότητα. Κάτω από τη σιωπή τους υπάρχει μια ευαισθησία που δεν ειπώνεται, αλλά υπάρχει — κι εκεί, νομίζω, κρύβεται η αλήθεια του έργου. Κι αυτό είναι που κάνει το Wonnangatta καθολικό. Παρότι γεννήθηκε μέσα σε μια πολύ συγκεκριμένη γεωγραφία, μιλά για κάτι που υπερβαίνει τους τόπους: για την απώλεια, την ενοχή, την ανάγκη να βρεις νόημα όταν όλα γύρω σου σωπαίνουν. Αυτά είναι πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Το Wonnangatta παίζεται κάθε Παρασκευή στις 8 και κάθε Σάββατο στις 6 στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα – έναν χώρο που έχει πλέον συνδεθεί με τη γνωριμία του κοινού με σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς από όλο τον κόσμο.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο πλαίσιο μια σειράς που χρησιμοποιούν ένα κοινό πολυμορφικό και πολυλειτουργικό χώρο: έξι αυστραλιανά έργα, το καθένα με τον δικό του χαρακτήρα αλλά όλα ενταγμένα σε ένα κοινό σκηνικό περιβάλλον. Πόσο επηρέασε τη δική σας σκηνοθετική προσέγγιση αυτό το «από κοινού» σκηνικό και πώς αξιοποιήσατε το τοπίο αυτό για να υπηρετήσει τη μοναδικότητα του έργου;
Το κοινό σκηνικό της Νόνας Σούντη ήταν για μένα πρόκληση αλλά και αφετηρία. Δεν το είδα σαν περιορισμό, αλλά σαν έδαφος που έπρεπε να μεταμορφωθεί κάθε φορά ανάλογα με τον κόσμο του έργου. Το Wonnangatta κουβαλάει ένα άγριο, ερημικό τοπίο – σιωπές, ομίχλη, μνήμη και ψυχικό αναβρασμό . Έτσι, μέσα στον ίδιο πολυμορφικό χώρο, προσπάθησα να σβήσω κάθε ίχνος “θεάτρου” και να τον μετατρέψω σε κάτι σχεδόν μεταφυσικό: έναν τόπο που αναπνέει, αδειάζει, και γίνεται κοίλωμα μνήμης. Χρησιμοποίησα το κοινό σκηνικό σαν υλικό μνήμης· το ίδιο σκηνικό που φιλοξενεί άλλες ιστορίες, εδώ γίνεται τόπος εγκλήματος και εξομολόγησης, τόπος φιλίας και αναζήτησης. Ο φωτισμός από τον Γιώργο Αγιαννίτη και ο πρωτότυπος ήχος από τον Φάνη Κακοσαίο ανέλαβαν να “σκάψουν” μέσα του και να φανερώσουν το αόρατο. Έτσι, η οικειότητα του χώρου μετατράπηκε σε αποξένωση – κάτι που ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο του έργου. Η σχέση των δύο χαρακτήρων στο «Wonnangatta», δύο άνδρες απομονωμένοι σε ένα σκληρό, ανδροκρατούμενο περιβάλλον θυμίζει θεματικά έργα όπως το «Waiting for Godot» ή κινηματογραφικά όπως το «The Lighthouse», όπου η συμβίωση εξελίσσεται σε πεδίο έντασης, εξάρτησης και σύγκρουσης.
Πως δουλέψατε σκηνικά και ερμηνευτικά αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη συντροφικότητα και την απειλή; Η σιωπή και η απουσία παίζουν μεγάλο ρόλο στην πλοκή. Πως τις αξιοποιείτε σκηνοθετικά;
Η σχέση των δύο ανδρών είναι, κατά τη γνώμη μου, η καρδιά του Wonnangatta. Δεν είναι απλώς δύο φίλοι ή δύο συνεργάτες που προσπαθούν να λύσουν ένα μυστήριο· είναι δύο άνθρωποι που αναγκάζονται να βρεθούν απέναντι ο ένας στον άλλον, σε μια ερημιά όπου δεν υπάρχει τίποτα άλλο να τους στηρίξει πέρα από την παρουσία του άλλου. Σαν να κοιτάζεις τον εαυτό σου μέσα σε έναν καθρέφτη που δεν θέλεις να αντικρίσεις. Με τον υπέροχο ηθοποιό και άνθρωπο Κώστα Φαλελάκη δουλέψαμε αυτή τη σχέση ως κάτι
πολύ λεπτό και αντιφατικό: τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα, γεμάτο ανάγκη και φόβο. Οι δύο αυτοί άντρες εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται·
κι αυτή η εξάρτηση, όσο πιο δυνατή γίνεται, τόσο πιο επικίνδυνη αποδεικνύεται. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε συνεχώς αυτή τη γραμμή ανάμεσα στην εγγύτητα και την απόσταση, ανάμεσα στο άγγιγμα και την υποψία. Σκηνοθετικά, με ενδιέφερε να αποτυπωθεί αυτή η ένταση όχι μόνο μέσα από εξωτερική δράση, αλλά μέσα από τον ρυθμό, το βλέμμα, τις παύσεις. Μέσα από αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στις λέξεις και όχι γύρω τους. Δεν με ενδιέφερε να δείξω τη δράση, αλλά την πυκνότητα του χώρου ανάμεσά τους — εκεί όπου γεννιέται η ένταση, η σιωπή, το ανείπωτο. Η σιωπή για μένα είναι ο τρίτος χαρακτήρας του έργου. Είναι αυτό που γεμίζει τα κενά ανάμεσα στις λέξεις αυτό που κουβαλά τον φόβο, την ενοχή, τη σκέψη, τη μνήμη. Στο Wonnangatta η σιωπή δεν είναι απουσία, είναι παρουσία. Είναι η αναπνοή του ίδιου του τόπου, που παρακολουθεί σιωπηλά τους δύο άντρες καθώς προσπαθούν να εξηγήσουν το ανεξήγητο.
Συνεχίζεται η συνεργασία σας και φέτος στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα, έναν χώρο με τον οποίο έχετε συνδέσει με πολλές από της προσωπικές δουλειές σας;
Το Αγγέλων Βήμα είναι για μένα ένας χώρος με ξεχωριστή ενέργεια. Έχω συνδεθεί μαζί του μέσα από συνεργασίες που με διαμόρφωσαν: Βαθιά γαλάζια θάλασσα, ο Υπέροχος Γκάτσμπυ, Υπόθεση Παραντάιν και το Φονικό στα Σκοτεινά, παραστάσεις που άφησαν μέσα μου ένα έντονο αποτύπωμα. Έτσι, αυτή η συνέχεια μοιάζει με καινούργια αρχή, μια φυσική συνέχεια μιας σχέσης που κρατά χρόνια. Είναι ένας τόπος που αγκαλιάζει τις διαφορετικές φωνές και δίνει χώρο στην ανακάλυψη. Νιώθω ευγνώμων που συναντήθηκα με αυτό το έργο εδώ, στην σκηνή του Αγγέλων Βήμα.

Ως σκηνοθέτης και ηθοποιός, πώς ισορροπείτε αυτούς τους δύο ρόλους σε μια παράσταση όπως το Wonnangatta;
Είναι πάντα μια λεπτή ισορροπία το να σκηνοθετείς και να παίζεις ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη να βλέπεις τη μεγάλη εικόνα, και από την άλλη η εμπειρία του να τη ζεις εκ των έσω. Στην περίπτωση του Wonnangatta, αυτοί οι δύο ρόλοι λειτούργησαν συμπληρωματικά. Η σκηνοθετική ματιά με βοήθησε να κατανοήσω πιο βαθιά τις εσωτερικές διαδρομές του Ρίγκαλ, και η ερμηνεία, με τη σειρά της, με οδήγησε σε λεπτομέρειες που δύσκολα θα έβλεπα μόνο “απ’ έξω”. Όταν είμαι επί σκηνής, προσπαθώ όσο μπορώ να ξεχνώ ότι εγώ το σκηνοθετώ. Δεν είναι πάντα εύκολο — υπάρχει μέσα σε αυτό μια διαρκής πάλη ανάμεσα στην απόσταση και τη βύθιση. Όλη αυτή η διαδικασία είναι πράγματι εξαντλητική, αλλά και βαθιά δημιουργική· γιατί τελικά, πέρα από τον έλεγχο, είναι θέμα εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνης στη στιγμή, στον συνεργάτη σου, και στο ίδιο το έργο.
Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τις πρόβες που σας αιφνιδίασε ή σας συγκίνησε περισσότερο απ’ όσο περιμένατε;
Υπήρξε μια στιγμή που με συγκλόνισε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Είναι εκεί όπου ο Ρίγκαλ, ένας άνθρωπος ως τότε πιο εσωστρεφής και επιφυλακτικός, για πρώτη φορά αφήνεται σε κάτι πιο ωμό, πιο ακατέργαστο. Μια στιγμή που δεν στηρίζεται σε λόγια, αλλά σε μια κίνηση, σε μια απόφαση που γεννιέται μέσα από την ίδια την ένταση. Στις πρόβες εκείνη η σκηνή άλλαξε για λίγο την ατμόσφαιρα — όλοι καταλάβαμε πως κάτι αληθινό συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν πια ρόλος — ήταν ένας άνθρωπος που παλεύει να σταθεί όρθιος μπροστά στο φόβο του. Νομίζω πως αυτή η στιγμή έμεινε μαζί μου.
Τι θα θέλατε να βιώσει ή να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από το Wonnangatta;
Δεν θα ήθελα ο θεατής να φύγει έχοντας απαντήσεις, αλλά ερωτήματα. Το έργο αυτό δεν κλείνει, δεν εξηγεί — αφήνει χώρο. Κι αυτός ο χώρος είναι που ενδιαφέρει περισσότερο: εκεί όπου ο καθένας συναντά κάτι δικό του. Αν μπορούσα να το συνοψίσω, θα ήθελα φεύγοντας κάποιος να νιώθει ότι κάτι μέσα του μετακινήθηκε, έστω και λίγο. Ότι είδε κάτι σκληρό και τρυφερό μαζί, και για μια στιγμή ένιωσε πιο κοντά στον εαυτό του. Αν έπρεπε να περιγράψετε το Wonnangatta με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν; Θα έλεγα: Αναμέτρηση. Αντοχή. Σύνδεση . Ή, αν μου επιτρέπεται μια τέταρτη, Κάθαρση. Γιατί νομίζω πως αυτές οι λέξεις κουβαλούν όλο το ψυχικό τοπίο του έργου — το βάρος, την εσωτερική πάλη, αλλά και εκείνη τη λεπτή στιγμή όπου κάτι μέσα σου βρίσκει τρόπο να γαληνέψει.

Κλείνοντας, αν μπορούσατε να αφήσετε μια εικόνα ή ένα συναίσθημα από το “Wonnangatta” που θα θέλατε να μείνει στον θεατή φεύγοντας από την αίθουσα, ποιο θα ήταν;
Ίσως κάτι που να μοιάζει με μια ανάμνηση — όχι ξεκάθαρη, αλλά από εκείνες που μένουν χωρίς να ξέρεις γιατί. Μια αίσθηση ότι κάτι τελείωσε, αλλά είναι ακόμη εκεί. Αυτό θα ήθελα να μείνει.

