Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Ο Κωνσταντίνος Αβράμης είναι συνεργάτης του Παλκοσένικου και δεν θα μπορούσαμε φυσικά να μην αξιοποιήσουμε αυτή την ευχάριστη συγκυρία, για να κουβεντιάσουμε μαζί του με αφορμή το νέο του έργο Taniko που ανεβαίνει στο Studio Μαυρομιχάλη κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00.
Μίλησέ μας για την ομάδα dispositif. Ποιο ήταν το σημείο μηδέν για να αποφασίσετε τη δημιουργία της. Τι επιδιώκει και τι πρεσβεύει;
“Dispositif” είναι ένας όρος του Foucault, που τον χρησιμοποιεί και ο Agamben, και δηλώνει τον αθέατο μηχανισμό που εξουσιάζει ή κυριαρχεί σε ένα πεδίο. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, την εργασία μας αυτή αποφατικά, όταν συνειδητοποιήσαμε ποιοι είμαστε, πως δεν έχουμε και δεν επιδιώκουμε στέγη, πως δεν έχουμε και δεν επιδιώκουμε να αποκτήσουμε ένα συγκεκριμένο είδος ή ένα ακλόνητο ρεπερτόριο. Ο κοινός άξονας σε όλες τις δουλειές μας με την Ελένη Νιωτάκη είναι η εστίαση σε ένα, διαφορετικό κάθε φορά, apparatus. Προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε ποια είναι η κυρίαρχη δύναμη στο εκάστοτε πλαίσιο και, φέρνοντάς την στο φως, να την αποδυναμώσουμε.

Το έργο σου Taniko, έχει έναν ανοίκειο τίτλο, τι σημαίνει τελικά Taniko;
«Tanikō» στα ιαπωνικά είναι το όνομα ενός αρχαίου μύθου, που πάει να πει «γκρέμισμα στην κοιλάδα». Στα ελληνικά, ωστόσο, συναντάμε το επίθετο «τανικός» που αφορά το κρασί που έχει πολλές τανίνες, που είναι στυφό.
Πώς συνδυάζονται στο έργο σου ένας ιαπωνικός μύθος, τα έργα του Μπρεχτ και ένα wine-bar;
Θα έδινα τα πάντα για να ήξερα. Στον κάθετο άξονα, ξέρω πως ο αρχαίος μύθος ενυπάρχει, διαποτίζει την παροντική και εφήμερη πλοκή του wine bar. Υπάρχει μια αδιάσπαστη ροή που ξεκινά από το τελετουργικό έργο του θεάτρου Νο, όπου η βία επιβάλλεται από τον θρησκευτικό νόμο· περνά μέσα από το πολιτικό θέατρο του Μπρεχτ, όπου η βία είναι συνειδητή επιλογή των πολιτών· και φτάνει ως το σήμερα, όπου η κοινωνική ασφυξία πυροδοτεί τα πιο βίαια αντανακλαστικά μας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης της βίας βλέπουμε να κληροδοτούνται και να επιβιώνουν στοιχεία από το ένα έργο στο άλλο.

Το έργο αναφέρεται μεταξύ άλλων στα δυσβάσταχτα κόστη υγείας της εποχής μας, έναν παράγοντα που μπορεί να εκμηδενίσει σε ελάχιστο χρόνο οικονομίες που συγκεντρώθηκαν με κόπο και σκληρή δουλειά δεκαετιών. Οι ηρωίδες του έργου σου αντιλαμβάνονται το πρόβλημα αυτό μεμονωμένα ή ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού ζητήματος;
Η ιδιωτικοποίηση της υγείας και η υποβάθμιση του εθνικού συστήματος αποτελούν σαφέστατα ένα αναπόσπαστο κομμάτι μιας ευρύτερης κρίσης. Δεν μπορεί κανείς, ούτε καν οι χαρακτήρες του έργου μας, να αποσυνδέσει την διάλυση όλων των δημόσιων αγαθών από την ατομικιστική στροφή του δυτικού πολιτισμού.
Αναφέρεστε συχνά ως ομάδα στα αόρατα δίκτυα ισχύος τα οποία επιδιώκετε να καταστήσετε ορατά στο κοινό. Ποια εντοπίζετε ως τέτοια; Υπάρχει τρόπος να αποδυναμωθούν ή να ενδυναμωθούμε εμείς απέναντί τους;
Όπως κάθε ανυπέρβλητο πρόβλημα, πρώτα το παραδεχόμαστε, το αναγνωρίζουμε, έπειτα αντιστεκόμαστε και, τέλος, γευόμαστε την ήττα ξέροντας πως κάναμε όσο περισσότερα μπορούσαμε.
Οι σπουδές σου στη Φιλοσοφία με ποιο τρόπο επηρεάζουν τα έργα σου;
Δεν ξέρω αν έπρεπε να έχω σπουδάσει φιλοσοφία. Όχι πως δεν αγαπώ το αντικείμενο, τουναντίον: το λατρεύω. Όλος ο τρόπος σκέψης μου έχει καταβολές και αναφορές σε διαφορετικά φιλοσοφικά συστήματα. Ακριβώς αυτό είναι και το πρόβλημα. Είναι σαν μικρόβιο. Δεν θεωρώ πως κάνω «θέατρο» ή «έργα». Αν έπρεπε να ορίσω τις παραστάσεις μας ως κάτι (ή τη δική μου συνεισφορά σε αυτές), θα τις ονόμαζα «σκηνικά δοκίμια» ή «αναπαραστατικό αναστοχασμό».

Πώς οδηγήθηκες στη συγγραφή και στη σκηνοθεσία;
Μακάρι να ήξερα. Στη σκηνοθεσία οδηγήθηκα επειδή δεν υπήρχε άνθρωπος που να προτίθεται να ανεβάσει τα κείμενά μου και επειδή, προοδευτικά, η σύλληψη και η σύνθεσή τους έγινε ολοένα και πιο εμπράγματη, λιγότερο κειμενοκεντρική. Στο θέατρο, γενικότερα, οδηγήθηκα επειδή δεν μπορούσα να δεχτώ πόσο περιορισμένη είναι η ακαδημαϊκή έρευνα, τον βαθμό στον οποίο δεν συνομιλεί με τους ανθρώπους.
Τι υλικό συνεισέφεραν στην οπτική σου οι εμπειρίες που αποκόμισες από τα ταξίδια σου στο εξωτερικό; Εντοπίζεις διαφορές απ’ την ελληνική θεατρική πραγματικότητα;
Πολλές παραγωγές και πολλοί φορείς στη Γερμανία και τη Φινλανδία παράγουν θέατρο εξαιρετικά αμβλύ, μαλθακό, χωρίς καμία φλόγα ή πάθος. Στην Τανζανία υπάρχουν παιδιά που σπουδάζουν υποκριτική χωρίς να έχουν πάει ποτέ θέατρο (γιατί δεν υπάρχει τέτοιο στην περιοχή τους) με μόνη εμπειρία τις υπηρεσίες streaming. Στην Ελλάδα έχω δει τις πιο οξείες και παθιασμένες παραστάσεις, τις ιδέες που οι δημιουργοί τους δεν άντεχαν να μην τις μοιραστούν. Επίσης, στην Ελλάδα έχω δει τις πιο κακοπληρωμένες παραγωγές, με συνθήκες εξοντωτικές και περιβάλλον εργασίας αναξιοπρεπές.
Υπάρχουν κάποια καίρια ζητήματα που προσεγγίζεις με τα έργα σου; Συνομιλούν σε κάποιον κοινό άξονα οι ιστορίες που αφηγείσαι;
Μπορεί κάποτε να τα συνθέσουμε όλα γύρω από ένα μετα-σύμπαν. Σε κάποιο βαθμό γυρνούν όλα γύρω από έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, μοιράζονται γλωσσικές ομοιότητες, φορμαλιστικούς κώδικες, και λίγες εμμονές: ένα τελετουργικό πένθος, ένα ασκηνοθέτητο σημείο ρήξης, την επί σκηνής μουσική, την ύπαρξη δύο παράλληλων κόσμων, τη σχέση ένταξης/αφομοίωσης, τη φιλοσοφία της γλώσσας.
Πιστεύεις πως η αφήγηση θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια μορφή αντίστασης;
Είναι και η μόνη. Κάθε πράξη αναγιγνώσκεται υπό τα αφηγήματα που την ερμηνεύουν. Η θεμελιώδης σύγκρουση δεν είναι η άλλη από την απόπειρα του κυρίαρχου αφηγήματος να συνθλίψει τις λέξεις μας.

Υπήρξε κάποια στιγμή στη ζωή σου που να σκέφτηκες να αφήσεις το θέατρο;
Κάθε στιγμή που καλούμαι να αντεπεξέλθω σε συνθήκες επισφάλειας, κόπωσης, πολλαπλών εργασιακών υποχρεώσεων για να μπορέσω να κάνω θέατρο. Κάθε φορά που βλέπω την άνθρωπό μου να πληρώνει το τίμημα, ψυχικό και σωματικό, που απαιτείται για να μπορεί κανείς να κάνει θέατρο στην ελλάδα.
Ο βαθμολογικός κατακρημνισμός των βάσεων των πανελλαδικών εξετάσεων για τις φιλολογικές σχολές, θεωρείς πως συνδέεται με μια ευρύτερη απαξίωσή τους; Κι αν ναι, εντοπίζεις κάποιες κοινωνικές προεκτάσεις;
Η απαξίωση των θεωρητικών πεδίων μου είναι πολύ ευχάριστη. Θα ανησυχούσα πολύ αν η κυρίαρχη πραγματιστική αφήγηση, του κέρδους και της εκμετάλλευσης, απέδιδε κάποια αξία στη φιλοσοφία ή την αρχαιολογία, για παράδειγμα. Θα σήμαινε πως έχουν υπαχθεί και αυτές στους ίδιους στόχους. Οι σπουδές αυτές αποτελούν φορείς αντίστασης. Αποτελούν μια απάντηση σε όλους τους γονείς και τους καθηγητές δευτεροβάθμιας που επιμένουν να θέτουν ως κριτήριο επιλογής σπουδών την προσδοκώμενη καριέρα. Δεν χρειάζεται τα πεδία αυτά να είναι δημοφιλή· το μόνο που χρειάζεται είναι να υπάρχουν άνθρωποι παθιασμένοι για αυτά που να έχουν τη δυνατότητα και πρόσβαση στις φιλολογικές σχολές.
Έχεις μια προτίμηση στα πεζά γράμματα στη θέση των κεφαλαίων. Θέλεις να μας μιλήσεις για αυτήν;
Eίναι ένα σημείο στίξης τα κεφαλαία. το όνομά μου, ας πούμε, δεν είναι αρκετά σημαντικό. ας τα φυλάμε για ό,τι αξίζει να γραφτεί με αυτά, όπως ας πούμε η φράση
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ!

