Κουβεντιάζοντας με τη Ρίτα Αντωνοπούλου

Επιμέλεια Συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα την πολύ μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί την αγαπημένη τραγουδίστρια και υπέροχο άνθρωπο, τη Ρίτα Αντωνοπούλου και να κουβεντιάζει μαζί της, με αφορμή τη μουσική παράσταση «Τρεις Ποιητές Αγωνιστές της Ελευθερίας μέσα από τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη: Γιάννης Ρίτσος, Τάσος Λειβαδίτης και Μανόλης Αναγνωστάκης» που θα λάβει χώρα την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου στις 20:00 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

 

Ρίτα σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για αυτή τη μοναδική βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, που μαζί με τον Δημήτρη Μπάση, τον Παναγιώτη Πετράκη, τον Άγγελο Θεοδωράκη και υπό τη μουσική της Λαϊκής Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης θα ερμηνεύσετε αυτά τα τεράστια έργα τριών σπουδαίων ανθρώπων, ποιητών και αγωνιστών, μελοποιημένα από έναν αντίστοιχα σπουδαίο άνθρωπο και αγωνιστή, το Μίκη Θεοδωράκη. Πως ξεκίνησε η ιδέα για κάτι τέτοιο και τι σε γοητεύει περισσότερο στο εν λόγω εγχείρημα;

Το πώς ξεκίνησε η ιδέα δεν το γνωρίζω αλλά συνήθως οι ιδέες είναι της Μαργαρίτας Θεοδωράκη, η οποία πάντα ψάχνει να βρει τους τρόπους να αναδείξει το έργο του πατέρα της και να το ταξιδέψει. Συνεργάζομαι με την ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης εδώ και κάποια χρόνια τώρα και για μένα είναι πολύ σημαντικό να γίνομαι κομμάτι του έργου του ανθρώπου αυτού που έχει μιλήσει στην καρδιά αυτού του τόπου όπως κανένας άλλος. Είναι μια ειδική παράσταση με την έννοια ότι επικεντρωθήκαμε μόνο σε τρεις ποιητές. Μοναδικά σπουδαίοι και οι τρεις φυσικά. Υπάρχουν τραγούδια στην παράσταση που μπορεί να μην τα ξέρει πολύς κόσμος, αλλά θα τα γνωρίσει με τόσο όμορφο τρόπο! Κι είναι σημαντικό να αναδεικνύουμε και μέρη από το έργο που δεν είναι τα απολύτως αναγνωρισμένα και πασίγνωστα. Επίσης η δομή της παράστασης είναι τέτοια και μέσα από την αφήγηση των κειμένων που ο θεατής θα μπει στην ιστορία και θα καταλάβει το πώς και το γιατί γράφτηκαν όλα αυτά τα τραγούδια κι αυτό έχει μεγάλη σημασία.

 

Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κάποιος και με ποια κριτήρια να επιλέξει τα ποιήματα και τα τραγούδια που θα ακουστούν σε μια τέτοια παράσταση, χωρίς να αδικήσει κάποιο από αυτά τα σπουδαία έργα;

Αυτό πάντα είναι ένα στοίχημα όταν έχεις να κάνεις με τόσο μεγάλο έργο. Από την άλλη δε γίνεται και να χάσεις γιατί ό,τι κι αν επιλέξεις είναι αριστουργηματικό.

 

“Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι, οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν, γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια, αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι…” Κάπως έτσι νιώθω για την εποχή που διανύουμε…

 

Υπάρχει κάποιο ποίημα ή κάποιος στίχος από αυτά τα έργα που να ξεχωρίζεις και να σε εκφράζει περισσότερο αυτή την περίοδο;

Λέω ένα τραγούδι σε ποίηση Μανώλη Αναγωνστάκη που ονομάζεται «Οι στίχοι αυτοί» και λέει…Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι, οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν, γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια, αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι… Κάπως έτσι νιώθω για την εποχή που διανύουμε…έχουν φύγει όλες οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες που ένιωθες ότι στηρίζουν τον τόπο, ότι έχουν λόγο και ακούγονται, ότι αυτό που θα πουν θα έχει επιρροή. Είναι σα να έχουμε μείνει ακέφαλοι.

 

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν καλείσαι να ερμηνεύσεις έργα τέτοιου βάρους, ταυτισμένα με τη συλλογική μας μνήμη;

Απλά να νιώσω ότι ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες που θα είχε ο δημιουργός. Νιώθω ότι παρόλο που ανήκω σε μεταγενέστερη εποχή, κουβαλώ μέσα μου τα έργα αυτά σα να τα έζησα τότε που δημιουργήθηκαν. Δεν ξέρω πώς και γιατί αλλά αυτό είναι κάτι που το ένιωθα βαθιά μέσα μου πάντα. Για αυτό και ακολούθησα αυτόν τον δρόμο και αυτό το είδος τραγουδιού. Εκεί είναι η ψυχή μου κι εκεί χτυπάει η καρδιά μου.

 

 

Έχεις μια ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση και μια πορεία που σταθερά συναντιέται με το πολιτικό τραγούδι, σε έργα των Αλκαίου, Βάρναλη, Ελευθερίου, Θεοδωράκη, Καμπανέλλη, Καββαδία, Μπρεχτ, Τριπολίτη, Χικμέτ, και τώρα των Ρίτσου, Λειβαδίτη, Αναγνωστάκη. Τι σημαίνει για σένα το να κοινωνείς στον κόσμο τα λόγια αυτά που κατέγραψαν και πολλές φορές συντρόφευσαν τους λαϊκούς μας αγώνες;

Είναι ο δικός μου τρόπος να εκφράζω τις θέσεις μου και το πώς στέκομαι απέναντι στα πράγματα. Είναι πολύ σημαντική αυτή η επαφή με τον κόσμο που έρχεται και μπορούμε να επικοινωνήσουμε βαθιά μέσα από τέτοιου είδους τραγούδια. Είναι μια ένωση ιερή και λυτρωτική. Κοιτάζεσαι στα μάτια με ανθρώπους που ξέρεις ότι σε μεγάλο βαθμό αντιλαμβάνονται τον κόσμο όπως εσύ κι αυτό είναι υπέροχο κι ελπιδοφόρο.

 

…θεωρώ ότι είμαστε πολύ τυχερός λαός γιατί μέσα από τους μεγάλους μας συνθέτες, μάθαμε να τραγουδάμε τους ποιητές μας.

 

 

Υπάρχει κάποιο άλλο έργο Ελλήνων ποιητών που θα ήθελες να ερμηνεύσεις στο μέλλον;

Δε μπορώ να πω ότι υπάρχει ένα μόνο συγκεκριμένο έργο το οποίο θα ήθελα να ερμηνεύσω, αλλά σίγουρα δε λείπει ποτέ η μελοποιημένη ποίηση από ό,τι κάνω. Είναι μεγάλο μέρος κάθε παράστασής μου και θεωρώ ότι είμαστε πολύ τυχερός λαός γιατί μέσα από τους μεγάλους μας συνθέτες, μάθαμε να τραγουδάμε τους ποιητές μας.

 

Τι σε συγκινεί περισσότερο στις αντιδράσεις του κοινού σε μια τέτοια παράσταση και τι θα ήθελες να πάρει μαζί του ο κόσμος φεύγοντας από αυτή τη βραδιά;

Βλέπεις πόσο πολύ το έχει ανάγκη. Είναι θεραπεία το να βρεθείς σε μια τέτοια παράσταση και φυσικά παίζει πάντα ρόλο και ο χώρος. Το καλοκαίρι στην περιοδεία μας παίξαμε σε υπέροχους αρχαιολογικούς χώρους κι ήταν μαγικά. Πιστεύω ότι στον κλειστό μεγαλοπρεπή χώρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, θα πάρει άλλη διάσταση και σας ομολογώ ότι πιστεύω ότι εκεί θα είναι ο ιδανικός της χώρος.

 

Οι τρεις αυτοί ποιητές, όπως και ο συνθέτης που μελοποίησε τα έργα τους, ήταν όλοι αγωνιστές της ελευθερίας. Κατακτήσαμε πιστεύεις ποτέ αυτή την ελευθερία που ονειρεύτηκαν κι αν όχι γιατί ο λαός έπαψε να την αποζητάει και να αγωνίζεται γι΄αυτή;

Νομίζω το πρώτο ερώτημα είναι πολύ εύκολο να απαντηθεί με ένα όχι και το θεωρώ ρητορικό. Το δεύτερο όμως ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση που δε μπορεί να εξαντληθεί σε μια απλή παράγραφο. Θα αρκεστώ να πω ότι έχει γίνει πολλή δουλειά εδώ και πολλά χρόνια για να ξεχάσει ο λαός, για να αποσυνδεθεί ο κόσμος, να χάσει κάθε αίσθηση ουσίας, κάθε ελπίδα δικαίου και να νιώθει πιο μόνος από ποτέ.

 

…δεν πιστεύω ότι έχει χαθεί το όνειρο. Το βλέπω στα μάτια των ανθρώπων που συναντώ στις συναυλίες. Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε λίγοι. Είμαστε πλειοψηφία στην πραγματικότητα.

 

Πιστεύεις πως οι συνάνθρωποί μας και κυρίως οι νεότεροι ονειρεύονται πια καλύτερες μέρες ή το όνειρο έχει χαθεί κάτω απ’ τη στάχτη μιας ρεαλιστικής επιβίωσης;

Θέλω να πιστεύω ότι τίποτα δεν έχει χαθεί. Είναι όλα εκεί και μας περιμένουν να τα βρούμε και να τα ανακαλύψουμε και να παλέψουμε για αυτά. Ζούμε σε πολύ περίεργους καιρούς και το ξέρουμε όλοι. Κανένας μας δε μπορεί να προβλέψει τίποτα πια ακόμη και για το άμεσο μέλλον. Όμως δεν πιστεύω ότι έχει χαθεί το όνειρο. Το βλέπω στα μάτια των ανθρώπων που συναντώ στις συναυλίες. Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε λίγοι. Είμαστε πλειοψηφία στην πραγματικότητα.

 

 

Κάποτε μελοποιούσαμε ποιητές και τραγουδούσαμε τα έργα τους. Σήμερα, η μουσική βιομηχανία παράγει και προβάλλει μια ηχορύπανση που τολμούν να αποκαλούν μουσική, ένα είδος που έχει για στίχους μερικές ακατανόητες και ακατάληκτες βωμολοχίες (ευτυχώς κιόλας) και για μουσική προστίθεται στο υπόβαθρο ένα μηχανικά παραχθέν επαναλαμβανόμενο μπιτ. Τι πήγε τόσο λάθος στην πορεία των τελευταίων δεκαετιών και πως οι νέοι κατέληξαν στην τραπ και στον τρόπο ζωής που αυτή προβάλλει;

Αρχικά η τραπ είναι μια επιβεβλημένη τάση. Δεν είναι καθαρή επιλογή των νέων ανθρώπων. Τους έχει επιβληθεί και οι λόγοι θεωρώ είναι προφανείς. Επίσης ένας νέος άνθρωπος, που νιώθει εγκλωβισμένος στον τόπο του, ανασφαλής κι ότι το σύστημα του επιτίθεται, δε μπορεί παρά να είναι θυμωμένος…είναι λογικό να ψάχνει να εκφράσει το θυμό του και μέσα από τη μουσική (λέμε τώρα) που θα ακούσει…ε κι αφού το ακούει κι ο κολλητός κι η υπόλοιπη παρέα θα πρέπει κι αυτός να ακολουθήσει για να μην είναι εκτός. Η τέχνη σε όλες της τις εκφράσεις, είναι ένας καθρέφτης. Αν έχουμε πιάσει πάτο, ε αυτόν τον πάτο θα τον ακούσουμε κιόλας.

 

Έχεις μια κόρη στην εφηβεία, γεγονός που σε φέρνει σε άμεση επαφή με τη σημερινή νεολαία. Πως βλέπεις τη γενιά που θα συμβιώσει με την τεχνητή νοημοσύνη;

Ειλικρινά δεν έχω άποψη. Κάθε σενάριο μπορώ να το φανταστώ. Είναι όλο τόσο καινούριο και απρόβλεπτο που ό,τι κι αν πει κάποιος θα πέσει έξω κατά πάσα πιθανότητα. Δεν ξέρω τι θα ζήσουν αυτά τα παιδιά, αλλά δεν ξέρω τι θα ζήσουμε κι εμείς. Δηλαδή πιστεύω ότι οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες μέσα στα επόμενα 10-15 χρόνια οπότε κι εμείς θα ζήσουμε πολλά που δε μπορούμε ακόμη να φανταστούμε.

 

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε πολύ τις ιστορίες και γι’ αυτό τις συλλέγουμε φανατικά. Ιστορίες που έλαβαν χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στα παρασκήνια, στα καμαρίνια, στην πλατεία, στο φουαγιέ… Ιστορίες που δε φωτίστηκαν από προβολείς, αλλά αυτό δε σημαίνει πως έχουν μικρότερη αξία. Σίγουρα έχεις αμέτρητες τέτοιες στιγμές. Υπάρχει κάποια που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Ας πω για την πρώτη φορά που είδα μπροστά μου τον Μίκη Θεοδωράκη να κάθεται σε μια συναυλία και ξεκινούσα εγώ πρώτη. Θυμάμαι να κοιτάζω προς το μέρος του προσπαθώντας να καταλάβω αν είναι ευχαριστημένος…κι είδα ένα μικρό παιδί. Είχε τέτοια χαρά που άκουγε τα τραγούδια του, που ήταν πραγματικά σαν ένα μικρό παιδί που του έκαναν το μεγαλύτερο δώρο. Κι όταν κατέβηκα να τον χαιρετήσω με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: Σε ευχαριστώ που λες τα τραγούδια μου. Κι εγώ έμεινα άφωνη γιατί δεν ήξερα τι να πω…πραγματικά δεν ήξερα. Κάθε στιγμή μαζί του για μένα είναι μια ιστορία που την κουβαλάω αλλά οκ είπα να μοιραστώ την πρώτη.

 

 

Διαβάστε περισσότερα για την εκδήλωση εδώ.

Δείτε ακόμα