Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο Παλκοσένικο τον πολυτάλαντο ηθοποιό Νικόλα Παπαδομιχελάκη και να κουβεντιάζουμε μαζί του με αφορμή την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί “Ένα κάποιο κενό” της Βαλέριας Δημητριάδου, που ανεβαίνει από Σάββατο έως Τρίτη στο Θέατρο Εμπορικόν.
Νικόλα, σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο, ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα να μιλάμε στον ενικό. Θέλεις να μας πεις για κάποια σημεία σταθμούς στη ζωή σου που σε οδήγησαν να γίνεις ηθοποιός;
Καταρχάς ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και συγχαρητήρια για την καλή δουλειά σας στο πολύ αγαπητό Palcoscenico!
Μπορώ να σκεφτώ πολλές στιγμές στη ζωή μου που έδειχναν μια μικρή προδιάθεση στο να παίζω και να λέω ιστορίες, αλλά τα σημεία σταθμοί της ζωής μου είναι συνδεδεμένα με ομάδες. Είχα την τύχη να είμαι σε σχολείο με θεατρική δραστηριότητα, το Παγκρήτιο, στο Ηράκλειο Κρήτης, με δασκάλους την Άννα, τη Σέβη και τον κύριο Ανδριώτη (τους γράφω όπως έχουν αποτυπωθεί μέσα μου), εκεί ανέβηκα πρώτη φορά σε σκηνή, εκεί άκουσα το πρώτο «μπράβο» που είχε σημασία για μένα. Μετά το σχολείο, αφού ο μπαμπάς είχε απαγορεύσει την ενασχόληση με τα καλλιτεχνικά, έτυχε -μετά από χρόνια- να παρακολουθήσω πρόβα σε μια δημοτική ερασιτεχνική ομάδα που συμμετείχε η τότε κοπέλα μου, ανεβάζοντας την “Όπερα της Πεντάρας του Μπρεχτ”. Εκεί ξύπνησε πάλι η θαμμένη ανάγκη για θεατρικό παιχνίδι, που με οδήγησε στη ΘΟΤΗ, τη Θεατρική Ομάδα ΤΕΙ Ηρακλείου, με δάσκαλο τον Πέτρο Μαυροματίδη, και στο φεστιβάλ φοιτητικού θεάτρου στο Αστρίτσι, που ήρθα σε επαφή με ομάδες απ’ όλη την Ελλάδα. Εκεί γνώρισα και τα παιδιά που δημιούργησαν έπειτα την ομάδα C for Circus. Εκεί συμμετείχα κι εγώ με τη ΘΟΤΗ στη δική μας “Όπερα της Πεντάρας”, στο ρόλο του Μακχήθ, κι αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό. Το πιο σημαντικό σημείο όμως ήταν όταν δήλωσα στον πατέρα μου ότι θα παρατήσω τις σπουδές για να κάνω θέατρο. Παρότι ήταν αρνητικός όλα τα προηγούμενα χρόνια, και παρά τις οικονομικές δυσκολίες, με στήριξε μέχρι τέλους.

Τι σημαίνει για εσένα να ανήκεις στην ομάδα C for Circus και να δημιουργείτε όλοι μαζί; Προκύπτουν και ασυμφωνίες ή έχετε πάντα κοινή οπτική;
Αν και δεν ήμουν στον αρχικό πυρήνα της ομάδας, γνωριζόμασταν και συνδεθήκαμε ακόμα περισσότερο στις θεατρικές μας σπουδές στην Αθήνα. Όταν επιτέλους με δέχτηκαν, ήταν απ’ τις πιο χαρούμενες εμπειρίες της ζωής μου. Μαζί τους είμαι δέκα χρόνια περίπου. Σε γενικές γραμμές μπορώ να πω ότι είναι η οικογένειά μου και ότι μες στην ομάδα ένιωσα πως ολοκληρώθηκα ως ηθοποιός. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τη δημιουργική διαδικασία, είναι κάτι δυναμικό. Δεν συμμετέχει ποτέ όλη η ομάδα, πρωτοβουλιακά αναλαμβάνει άλλος επικεφαλής κάθε φορά. Και το ποιος συμμετέχει και πώς συμμετέχει σε κάθε δημιουργική διαδικασία, πάλι είναι συγκυριακό. Προσωπικά μιλώντας, η ομάδα έχει δει τον καλύτερο και το χειρότερο εαυτό μου, άλλοτε πάω μπροστά την πρόβα, άλλοτε τη σαμποτάρω. Είναι συμπεριφορικά αντανακλαστικά που χτίζονται όσο οι σχέσεις γίνονται βαθιά προσωπικές, οικογενειακές. Σίγουρα δεν υπάρχει κοινή οπτική κατά την πρόβα. Αυτό δημιουργεί ιδανικό πεδίο συγκρούσεων, υπάρχει όμως κοινή οπτική επί σκηνής. Σε όλες τις παραστάσεις που έχουμε κάνει μαζί, η σκηνική εμπιστοσύνη και συνύπαρξη είναι για μένα αυτό που ξεχωρίζει και δεν το έχω συναντήσει σε άλλη δουλειά. Το άλλο στο οποίο συμφωνούμε είναι πως ο βιοπορισμός είναι ο μεγάλος μας αντίπαλος. Θυμάμαι να δουλεύουμε με τρομερή όρεξη, να συναντιόμαστε για να διαβάσουμε έργα, να βάζουμε χρήματα απ’ την τσέπη μας για να φτιάξουμε μια παράσταση. Τώρα πλέον έχουμε οικογένειες, άλλα άγχη και περισσότερες υποχρεώσεις. Αν δεν υπήρχαν επιχορηγήσεις ή ενδιαφέρον από κάποιον θεατρικό παραγωγό να επενδύσει στη δουλειά μας, η ομάδα θα είχε πάψει να υπάρχει εδώ και χρόνια.
Ποιους στίχους ποιήματος ή τραγουδιού θα αφιέρωνες στην ομάδα σου;
Είναι το ποίημα «Προσωπικό» του Μιχάλη Γκανά, απ’ την αγαπημένη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα», ας μου επιτραπεί να το παραθέσω αυτούσιο:
“Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.”
“Ένα κάποιο κενό”, το νέο κείμενο της Βαλέριας Δημητριάδου, στο οποίο πρωταγωνιστείς. Είναι αυτό το “κενό” το ίδιο για όλους μας; Εσύ το έχεις βιώσει;
Μικρή σημείωση, επειδή η παράσταση μπορεί να μην είναι έργο της ομάδας, παρ’ όλα αυτά ακολουθεί τους κώδικές της, σαν φυσική συνέχεια, κανείς δεν πρωταγωνιστεί. Μου φαίνεται σημαντικό να το αναφέρω γιατί συνηθίζουμε να μιλάμε για πρώτους και δεύτερους ρόλους, αλλά αν κάτι ξεχωρίζει το θέατρο της ομάδας είναι ότι όλοι είναι παρόντες επί σκηνής, συμμετέχοντας ισότιμα.
Μιλώντας για τον τίτλο και την ιστορία της παράστασης, πρόκειται για επτά ανθρώπους, οι διαδρομές των οποίων διασταυρώνονται, και που καθένας τους φέρει το δικό του κενό. Προφανώς δεν είναι ίδιο για όλους, τόσο επειδή το κενό τους έχει άλλον πυρήνα, είτε ψυχικό, είτε σωματικό, είτε οικονομικό, όσο και επειδή ο καθένας από αυτούς έχει άλλη αφετηρία συνειδητοποίησης και αντιμετώπισης. Άλλωστε μπορεί να κουβαλάμε την ίδια πληγή για χρόνια και να είναι διαχειρίσιμη και τη στιγμή που θα μας βρει αδύναμους να μας διαλύσει. Τώρα, το τι θεωρείται «κενό» ανοίγει ένα δύσκολο θέμα που αφορά πολλά γνωστικά πεδία.
Για εμένα το κενό ξεκινάει ως έλλειμμα από τη βρεφική ακόμα ηλικία, από την έλλειψη φροντίδας και ουσιαστικής παρουσίας του κηδεμόνα, η οποία δημιουργεί έναν υπαρξιακό τρόμο που μας ακολουθεί όσο ζούμε. Συμβουλεύουν ας πούμε ακόμα και σήμερα τους νέους γονείς: «μην παίρνεις αγκαλιά το μωρό γιατί θα θέλει συνέχεια, άστο μόνο του να κλαίει, να μάθει να είναι μόνο του». Αυτό, όσο φριχτό κι αν ακούγεται σε κάποιους πιο «ευαισθητοποιημένους», είναι η νόρμα, είναι μια μέθοδος η οποία έχει πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Τη βλέπουμε σε ένα οικονομικό σύστημα που δημιουργεί επίτηδες κενά, ώστε να αγοράζεις διαρκώς πράγματα, εμπορευματοποιώντας ακόμα και οτιδήποτε σχετικό με την ψυχική υγεία. Τη βλέπουμε σε επίπεδο κρατικής διαχείρισης, που σταδιακά ακυρώνει κάθε έννοια Πρόνοιας, χωρίς δημόσια Υγεία, Παιδεία, χωρίς πρόσβαση σε είδη πρώτης ανάγκης λόγω μεθοδικής υπερκοστολόγησης. Εδώ δεν μπορείς καν να περπατήσεις στο πεζοδρόμιο χωρίς να κινδυνεύει η σωματική σου ακεραιότητα από τις κακοτεχνίες.
Αλλά δεν είναι μόνο ταξικό το ζήτημα, έχω γνωρίσει παιδιά εύπορων οικογενειών να αντιμετωπίζονται από τους γονείς ως αξεσουάρ, να τα μεγαλώνουν νταντάδες -να δημιουργούνται και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπόφευκτα, κενά. Απλώς καλό είναι να αναγνωρίζουμε τα οικονομικά προνόμια και να μη συγκρίνουμε το «δράμα των πλουσίων» με τα τραγικά κενά που γεννάει από μόνη της η οικονομική επισφάλεια. Δεν ξέρω αν μπορεί να ξεφύγει κάποιος από το κενό ή αν βρίσκεται εγγεγραμμένο σε αυτό που λέμε ανθρώπινη κατάσταση. Η μόνη παρηγοριά που βρίσκω είναι η συνύπαρξη.

Σε αυτή την παράσταση, όπως και σε προηγούμενες είσαι επί σκηνής με κάποιο έγχορδο ανά χείρας και τραγουδάς. Ποιά είναι η σχέση σου με τη μουσική;
Στο σπίτι μου μεγάλωσα με πολλή μουσική, τόσο απ’ τη μαμά, που υπήρξε και ραδιοφωνική παραγωγός, με βαθιά αγάπη στο λαϊκό τραγούδι, όσο και απ’ τον μπαμπά, που είχε υποτίθεται πιο επιτηδευμένες προτιμήσεις, ο οποίος όμως θαύμαζε απεριόριστα και κατέληγε πάντα στον Καζαντζίδη, αυτά όμως τα εκτίμησα μεγάλος. Πρώτη μου επιρροή ήταν ο μεγάλος μου αδερφός, που μεγαλώσαμε στην εποχή του mtv και μαζεύαμε κασέτες και cd απ’ ό,τι μεσουρανούσε τότε. Αυτό συνεχίζει κάπως και τώρα, ακόμα ανταλλάζουμε τραγούδια με φίλους μου, κι όταν περπατάω έξω είμαι διαρκώς με ακουστικά. Όταν είμαι μόνος στο σπίτι τραγουδάω, κάνοντας πρόβα για φανταστικές συναυλίες. Από μικρός μου άρεσε να τραγουδάω, κάπως έτσι έμαθα τα πρώτα μου αγγλικά, αντιγράφοντας και μαθαίνοντας στίχους των αγαπημένων μου τραγουδιών. Δεν σπούδασα μουσική, είμαι πολύ τεμπέλης, αλλά αφιερώνω σ’ αυτή μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου. Οι C. for Circus είναι θεατρική και μουσική ομάδα, οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει μουσική και σε κάθε παράσταση υπάρχουν πρωτότυπες συνθέσεις -κατά κύριο λόγο της Βαλέριας- που εξυπηρετούν το έργο, που παίζουμε και τραγουδάμε όλοι. Χάρη στην ομάδα έχω κληθεί να τραγουδήσω, να παίξω κρουστά, πλήκτρα και -όπως και τώρα- γιουκαλίλι. Ίσως κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που έγινα δεκτός στους C. for Circus. Στο «Ένα κάποιο κενό» είναι λίγο διαφορετική η συνθήκη, δεν παίζουμε όλοι, ούτε αναλαμβάνω όλη τη μουσική. Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνω είναι ο Άρης, ένα παιδί ανάπηρο μετά από ατύχημα, που εκφράζεται μέσα από τη μουσική του. Και επειδή η Βαλέρια με ξέρει πολύ καλά, μου έκανε την τιμή να συναντηθεί ο Άρης με το Νικόλα, γράφοντας για μένα μουσικά κομμάτια που κολακεύουν το μέτριο επίπεδο μου, και επιτρέποντάς μου να χρησιμοποιήσω, ως ρόλος, το πιο βασικό μου εργαλείο, το χιούμορ.
Είσαι ένας ηθοποιός που παίζει θέατρο και εμφανίζεται και στην τηλεόραση, τι ελευθερίες και τι περιορισμούς σου προσφέρει κάθε μια από τις δύο αυτές συνθήκες;
Το επάγγελμά μου είναι κατά κανόνα εποχιακό, για καλή μου τύχη εργάζομαι αυτή τη στιγμή και στα δύο μέσα, αλλά και τα δύο έχουν στ’ αλήθεια μικρό ορίζοντα απασχόλησης, οπότε αυτό που υπερισχύει είναι η ανασφάλεια για το μέλλον. Το αφήνω κι αυτό ως μικρή σημείωση, γιατί πολλές φορές καλούμαστε να κάνουμε καλλιτεχνικές αναλύσεις και ξεχνάμε τα βασικά. Υπάρχουν τεχνικές, κυρίως, διαφορές μεταξύ της σκηνής και του γυρίσματος.
Στο θέατρο η παράσταση συμβαίνει στο εδώ και τώρα, υπάρχει μια σιωπηλή συνομιλία με τους θεατές που καθορίζει πολλές φορές το ρυθμό, τον τόνο μια παράστασης, η οποία πριν παρουσιαστεί, έχει πίσω της μια εντατική δουλειά κάποιων μηνών. Μπορεί να δουλεύουμε πάνω σε κλασικά έργα, γραμμένα εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια πριν. Ο βασικός περιορισμός, κατ εμέ, στο θέατρο είναι οικονομικής φύσης. Η πρόβα, η ουσιαστική αυτή δουλειά που περιλαμβάνει κοπιαστική σωματική και πνευματική εργασία, πολλές φορές είναι κακοπληρωμένη ή ολωσδιόλου απλήρωτη, με βασική δικαιολογία ότι το θέατρο εισπράττει με την έναρξη των παραστάσεων. Έχω ακούσει πολλές φορές από παλιότερους ηθοποιούς να λένε ότι η δουλειά μας είναι το σανίδι, τα υπόλοιπα είναι περιφερειακά. Βέβαια, οι ίδιοι άνθρωποι που τα λένε αυτά μπορεί να καταξιώθηκαν από την τηλεόραση, και να έζησαν αμοιβές που η δική μου γενιά δεν θα δει.
Το τηλεοπτικό γύρισμα έχει τις δικές του αρετές και δυσκολίες. Καταρχάς είναι καλύτερα, κατ’ αντιστοιχίαν εργασίας, αμειβόμενο. Γι’ αυτό πολλοί ηθοποιοί έχουν βρει καταφύγιο στην τηλεόραση, αφού διανύουμε μια περίοδο που, έστω προσωρινά, επενδύονται χρήματα εκεί και υπάρχει ζήτηση. Καλλιτεχνικά, το γύρισμα έχει τους δικούς του κώδικες, η σύνθεση μιας σκηνής εξαρτάται πολλούς παράγοντες: την καθοδήγηση της υποκριτικής, της εικόνας, του ήχου, είναι και θέμα τύχης, αν κάτι πάει στραβά μπορεί να ξαναπάει ή όχι μια λήψη, και βέβαια από το μοντάζ, που καθορίζει ένα αποτέλεσμα που δεν φανταζόσουν. Μπορεί τα κείμενα να είναι καλά δουλεμένα, πολλές φορές όμως είναι τόσο μεγάλη η ζήτηση για «πολλά επεισόδια», που είναι γραμμένα στο πόδι, σε βαθμό που μπορεί κάποιος ηθοποιός να λάβει μια σκηνή για ανάγνωση, λίγες ώρες πριν τη λήψη της. Το γύρισμα είναι πολύ πιο συμπυκνωμένο σε χρόνο, δεν υπάρχει δυνατότητα πολύωρης πρόβας και απαιτεί ιδιαίτερες αντοχές, αφού μπορεί να διαρκέσει δέκα ώρες, στη διάρκεια του οποίου καλείσαι να γυρίσεις σκηνές από διαφορετικά επεισόδια, καθεμία σε άλλες χρονικές και συναισθηματικές περιστάσεις για το ρόλο.
Λένε ότι αν το θέατρο θέλει αντοχές σπριντ, το γύρισμα είναι μαραθώνιος. Και βέβαια, μεγάλη σημασία έχει το κομμάτι που μένει. Το κινηματογραφικό και το τηλεοπτικό γύρισμα αφήνει ένα αρχειακό αποτύπωμα, για όποιον, ίσως, θελήσει να το αναζητήσει στο μέλλον. Το θέατρο μένει στο «εδώ και τώρα» της παράστασης, μετά το τέλος της όμως αυτό που μένει είναι κάτι ανεπαίσθητο, σαν ξύπνημα από όνειρο που δεν είσαι σίγουρος ότι είδες. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι το ζητούμενο της δουλειάς μας, ανεξαρτήτως μέσου, είναι κοινό: αυτό που λέμε «η αλήθεια». Το να προσπαθώ να κάνω τα λόγια του χαρακτήρα δικά μου, επιστρατεύοντας όλη μου την ευαισθησία και όλη την πονηριά για να τα κάνω ενδιαφέροντα, για να αφορούν και άλλους ανθρώπους. Να έχω το θάρρος να αποτύχω, κάνοντας ριψοκίνδυνες επιλογές, και να προσπαθώ επίσης να κρύψω όλη αυτή τη δουλειά, ώστε να φαίνομαι απλός, άμεσος και ανθρώπινος. Και να θυμάμαι να προσπαθώ κάθε φορά, γιατί τη στιγμή που θα πω «τα κατάφερα», είναι βέβαιο πως θα έχω αποτύχει.
Με γνώμονα την προσωπική σου εμπειρία, τι σκέφτεσαι σχετικά με τις ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες (σχολικές, φοιτητικές, σε δήμους, εργαστήρια);
Πιστεύω, με κάθε ειλικρίνεια, πως αν είμαι ακόμα ζωντανός το οφείλω στις θεατρικές ομάδες. Το ενδιάμεσο διάστημα που δεν έκανα θέατρο, έψαχνα εναγωνίως νόημα στη ζωή μου, προσπαθούσα να γίνω «κανονικός», να ενηλικιωθώ, αλλάζοντας δουλειές και έβγαζα όλα μου τα άγχη σε οριακά παραβατικές συμπεριφορές και καταχρήσεις, κουβαλώντας ψυχοσωματικά προβλήματα που με επιβάρυναν χρόνο με το χρόνο.
Στις ερασιτεχνικές ομάδες έμαθα ότι μπορείς και μεγάλος να παίξεις και να γελάσεις με τους φίλους σου, προσπαθώντας να φτιάξεις κάτι όμορφο, και να πεις μια ιστορία. Είναι ένας τόπος που όλοι μπορεί να προσφέρουν, κάποιος μπορεί να ασχολείται πιο πολύ με το διάβασμα, άλλος με το χορό, άλλος με το μακιγιάζ, άλλος με μουσική, άλλος με κατασκευές, άλλος με βιντεοπροβολές κλπ, και όλοι να συντελέσουν στη δημιουργία μιας παράστασης. Λένε κάποιοι «Δεν μπορούν να γίνουν όλοι ηθοποιοί», ας μη γίνουν, δεν είπαμε ότι είναι αυτό το ζητούμενο. Ή ας γίνουν, το θέατρο μου φαίνεται πολύ ευγενής σπουδή.
Στο θέατρο έμαθα να περπατάω, να αναπνέω, να μιλάω, να διαβάζω τις πιο ωραίες ιστορίες. Δεν έλυσα δια μιάς όλα μου τα προβλήματα, δεν λέω ότι το θέατρο είναι αποκλειστικά θεραπευτικό, αλλά γνώρισα δασκάλους που μου έδωσαν εργαλεία για να ακούω το σώμα μου και να σωπαίνω το μυαλό μου, και βρήκα έναν τόπο που ένιωσα πρώτη φορά ότι ανήκω. Έχω φίλους και φίλες που συνυπήρξαμε σε ομάδες, που διατηρούν αυτό το νήμα, όντας πια οι ίδιοι δάσκαλοι και δασκάλες σε πόλεις αλλά και σε τόπους ακριτικούς. Ξέρω επίσης ότι δεν είναι εύκολο, το θέατρο, πόσω μάλλον το ερασιτεχνικό, κουβαλάει ακόμα ένα στίγμα. Θα πει κάποιος «Είμαι σε ομάδα» και οι αντιδράσεις θα είναι «α, πάει εκεί να κάνει το ψώνιο του». Στην καλύτερη περίπτωση θα χαρακτηριστεί ως κάτι το underground. Στη χειρότερη θα θεωρηθεί ότι οι άνδρες εκεί είναι ομοφυλόφιλοι, οι γυναίκες τσούλες και όλοι έχουν μπλέξει με ναρκωτικά.
Το θέατρο όμως είναι κάτι ζωτικής σημασίας. Δεν είναι τυχαίο που παρά τις οικονομικές δυσκολίες ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει θέατρο. Κι επειδή ζούμε σε ένα κράτος που κανονικοποιείται καθημερινά η χυδαιότητα, η φτωχοποίηση, η κάθε λογής βία, τόσο μέσα όσο και έξω απ’ το σπίτι μας, που αναπνέουμε και τρώμε σκουπίδια, που μας κάνουν να κλείσουμε τα μάτια στη γενοκτονία που γίνεται δίπλα μας, ας κανονικοποιηθεί και το να κάνουμε θέατρο, κι ας είναι το τελευταίο όμορφο πράγμα που θα κάνουμε.

Τι αγαπάς, τι μισείς, τι θα ήθελες να ήταν αλλιώς;
Τους ανθρώπους. Θεωρώ πως είμαστε εδώ από τύχη, ότι δεν υπάρχει «πριν» ή «μετά». Έχουμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε και να δώσουμε νόημα στα πράγματα εκ του μηδενός, παρ’ όλα αυτά είμαστε σε τροχιά αυτοκαταστροφής, βλέπουμε παιδιά να διαμελίζονται από βόμβες σε ζωντανή μετάδοση, βλέπουμε τον πλανήτη να μετατρέπεται σε σεληνιακό τοπίο και δεν κάνουμε τίποτα.
Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες. Υπάρχει για εσένα κάποια παράσταση που είδες και που να έχει χαραχτεί στη μνήμη σου ή κάποια αντίδραση κοινού ή κάποιο backstage σε δική σου παράσταση που να θυμάσαι ακόμα;
Θα μιλήσω για μια παράσταση που με σημάδεψε. Το 2008 κάναμε πρόβα στη ΘΟΤΗ και μας λέει ο Πέτρος, ο σκηνοθέτης μας, «Έχει έρθει μια ομάδα και παρουσιάζει τη Γκόλφω σε διασκευή, δείτε την οπωσδήποτε». Σε ένα απ’ τα δύο θεατράκια του Ηρακλείου τότε, στο Θεατρικό Σταθμό, ένα μικρό πετρόχτιστο κτήριο δίπλα στο σταθμό τον ΚΤΕΛ στο λιμάνι, πάω με τον κολλητό μου και βλέπουμε τη “Golfw 2.3 beta” της ομάδας Χώρος, με Σίμο Κακάλα, Έλενα Μαυρίδου, Δήμητρα Κούζα και Θεόδωρο Οικονομίδη. Μια παραλλαγή του γνωστού έργου, που οι ηθοποιοί έπαιζαν τους ρόλους χρησιμοποιώντας μάσκες και θεατρική φόρμα από γιαπωνέζικα άνιμε, με βιντεοπροβολές, θέατρο σκιών και μουσική λάιβ από την ομάδα. Ήταν ένα ένα compact, λαϊκό θέαμα, σύγχρονα πειραγμένο που έσκασε σαν βόμβα στο θεατρικά άγουρο κεφάλι μου. Θυμάμαι να γελάω, να συγκινούμαι, και να παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό όταν βγήκαν μόνο τρεις ηθοποιοί στην υπόκλιση, γιατί οι ρόλοι που υποδύονταν ήταν εφτά και περίμενα να εμφανιστούν κι άλλοι. Θυμάμαι είχα μια μικρή φωτογραφική μαζί μου -δεν είχαμε smartphones τότε-, είχα κάτσει μπροστά και έκανα κλικ σαν μανιακός, με την ευγενική άδεια του κομπέρ Σίμου Κακάλα, και τις επόμενες μέρες έβλεπα ξανά τις φωτογραφίες, τρέχοντας την παράσταση στο μυαλό μου.
Ο Νικόλας μας χάρισε και ένα υπέροχο βίντεο απ’ το φινάλε της παράστασης «Κάτι Διαφορετικό 2» από την ομάδα C. for Circus! Ευχαριστούμε πολύ!

