Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας
Κάθε εξέγερση, μικρή ή μεγαλύτερη ενέχει κάτι το συναρπαστικό, έτσι δεν είναι; Εξέγερση, λέξη προερχόμενη από το εξεγείρω, που κατά τον Τριανταφυλλίδη, σημαίνει ξεσηκώνω κάποιον απ’ τον ύπνο. Ακόμα και τούτη η ελάχιστη των εξεγέρσεων, το καθημερινό πρωινό μας ξύπνημα, είναι μια μικρή νίκη και ως τέτοια έχει ένα συναρπαστικό χαρακτήρα. Τι το συναρπαστικό όμως είχε η εξέγερση του Χούλιο Τόγκα, που της επέτρεψε να λάβει παραστατικές διαστάσεις και να αφήσει το στίγμα της στην ανθρώπινη μνήμη; Μα, τον αυτοκριτικό χαρακτήρα, που όταν εξεγείρεται απελευθερώνει τρομακτικές ποσότητες σωρευμένου και συμπιεσμένου δυναμικού, ικανού να προκαλέσει συνταρακτικές και συντριπτικές τομές στην ανθρώπινη ιστορία. Άλλωστε, η σύγχρονη ψυχιατρική θεωρεί πως η αυτοκριτική είναι συνήθως αυστηρότερη από την κριτική που ασκούν τρίτοι προς εμάς. Το συναρπαστικό λοιπόν στην περίπτωση Τόγκα, είναι πως η εξέγερση ξεκινά από μέσα προς τα έξω, έτσι η έκρηξή του μοιραία καταλήγει πυρηνική. Ο Suyako, σε μία εξίσου αυτοκριτική και υπαρξιακή αναρώτηση, φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο και άκρως επίκαιρο ερώτημα στον προηγμένο δυτικό κόσμο, που βρίθει φαρισαΪσμού: “Με ποιανού τα λεφτά θα κάνεις εσύ Τέχνη;”. Ένα ερώτημα που μετουσιώνει σε βέλος, ακονίζει την αιχμή του και το στρέφει προς κάθε επίδοξο καλλιτέχνη, που στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού, αναζητά τα απαραίτητα χορηγικά και παραγωγικά κεφάλαια, που θα του επιτρέψουν να υλοποιήσει τη δική του πολιτιστική επανάσταση. Και φευ, σε κάθε δυτική πολιτιστική μητρόπολη, που σέβεται τον εαυτό της, υπάρχουν πρόθυμα ευαγή ιδρύματα που με περισσή χαρά -και τα απαραίτητα κεφάλαια- θα αγκαλιάσουν το εκάστοτε εγχείρημα, όσο εξεγερτικό ή επαναστατικό και αν είναι, αρκεί να ερεθίσει τα σύγχρονα κοινωνικά αντανακλαστικά και να αποτελέσει το επόμενο πολιτιστικό βάιραλ της χρονιάς. Και κάπως έτσι, ιδρύματα που συστάθηκαν από εφοπλιστές και μεγαλοβιομήχανους, με σκοπούς κατά δήλωσή τους κοινωφελείς, αλλά και άλλους ευκόλως εννοούμενους, ανεβάζουν με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό έργα αντικαπιταλιστικά, ριζοσπαστικά, γραμμένα από κομμουνιστές ή αναρχικούς συγγραφείς, που στην εποχή τους λογοκρίθηκαν, απαγορεύτηκαν, κυνηγήθηκαν από το ίδιο σύστημα, που τώρα τα ανεβάζει ολοπλούμιστα στο κέντρο μιας τεράστιας σκηνής. Μόνο που υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά, σήμερα καταφέρνει με κανόνια-προβολείς, όσα δεν κατάφερε με τα συμβατικά, να τα αφοπλίσει, να τα ενσωματώσει στην αστική κουλτούρα και πασπαλίζοντάς τα με ψήγματα γραφικότητας, να τα νικήσει και επιπλέον να κερδοσκοπήσει εις βάρος τους, ξεπουλώντας ακόμα και τα απομεινάρια τους, σ’ ένα αναχρονισμένο “διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου εαυτοίς”. Οι λέξεις όμως είναι σπόροι και τη στιγμή που εκφέρονται, σπείρονται στα γόνιμα χώματα κάποιον -έστω λίγων- θεατών και μοιραία καρπίζουν και γεννούν νέες εξεγέρσεις, εξίσου συναρπαστικές με εκείνη του Χούλιο Τόγκα. Ο Suyako, μετά το “Merde!”, συνεχίζει να βαδίζει σ΄ ένα αυτοαναφορικό μονοπάτι, καθώς εκκινεί από ένα καίριο θεατρικό ζήτημα και καταφέρνει να δομήσει πάνω του ένα βαθιά πολιτικό έργο και να ανοίξει έναν κρίσιμο διάλογο με το θεατρόφιλο κοινό, που δεν πρέπει να ξεχνά, πως σχεδόν το μισό ελληνικό θέατρο ανήκει και διευθύνεται από κωλοσιαίους επιχειρηματικούς ομίλους, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Πέραν του πολυεπίπεδου κειμένου του, ο Μαγουλιώτης αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου τη σκηνοθεσία της παράστασης. Ο διττός του ρόλος του προσφέρει το πλεονέκτημα να αποτυπώσει πλήρως τη σκέψη του και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια εύρυθμη παράσταση, που σου κεντρίζει την προσοχή, από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, με το ενδιαφέρον να παραμένει αμείωτο, μέχρι την πτώση της αυλαίας. Η ζωντάνια της σκηνοθετικής του ματιάς συναρμόζουν αγαστά με τις υποκριτικές ικανότητες μιας ομάδας πολυτάλαντων ηθοποιών, που οι ερμηνείες τους πάλλονται στο ρυθμό που τους επιβάλλει το έργο και ο δημιουργός του. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς πως υποκρίνονται τους χαρακτήρες του έργου και πως δεν είναι αληθινά πρόσωπα που μας διηγούνται την ιστορία τους. Σ΄αυτό φυσικά βοηθάει και η σκηνοθετική νόρμα που ακολουθεί, με κεντρικό άξονα το ρεαλισμό, διακοσμημένο με έντονες ποιητικές και φιλοσοφικές πινελιές. Έχοντας ανεβάσει ήδη τον πήχη σε μεγάλα ύψη, δεν μπορεί παρά να δώσει την απαραίτητη προσοχή ακόμη και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Ό,τι υπάρχει στη σκηνή είναι λειτουργικό, πολυχρηστικό και έξυπνα τοποθετημένο, ώστε οι εναλλαγές των σκηνικών της Εύας Γουλάκου, οι κινήσεις των ηθοποιών και οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη να λειτουργούν αρμονικά, αψεγάδιαστα και να δημιουργούν μία καλοσχεδιασμένη χορογραφία, που γεννά διακριτούς σκηνικούς χώρους και χρόνους, σε κοινή θέα. Το οπλοστάσιό του όμως δεν τελειώνει εκεί, καθώς έχει στη διάθεσή του πλήθος ευρημάτων (προτζέκτορας διαφανειών, μάσκες, βιντεοπροβολές, γραφικά, voice over μεταξύ των ηθοποιών, θεατρικά εφέ, κλπ.), αλλά κυρίως την ενέργεια που χαρίζουν τόσο η κινησιολογία και η χορογραφία, όσο και η υπέροχη μουσική του Μικέ Γλύκα και συνολικά το ηχητικό περιβάλλον, που ο ίδιος σχεδίασε και φροντίζει κατά τη διάρκεια της παράστασης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα άκρως καθηλωτικό και ατμοσφαιρικό θέαμα, που εμφανώς γεννήθηκε από πολύ μεράκι και αγαπήθηκε απ’ όλους τους συντελεστές του. Μα, ό,τι και αν οραματίστηκε ο Βασίλης Μαγουλιώτης, αυτά που εμείς βιώσαμε ήταν όσα απλόχερα μας χάρισαν οι πέντε ηθοποιοί επί σκηνής, που φόρεσαν τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου και δάνεισαν το σώμα τους στους καλογραμμένους χαρακτήρες του Suyako. Οι Δημήτρης Δρόσος, Άρης Μπαλής, Μαρία Αποστολακέα, Μελίνα Πολυζώνη και Μικές Γλύκας ενσαρκώνουν τους ρόλους τους με απόλυτη φυσικότητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια, λειτουργώντας σαν μια ομάδα αναπόσπαστων διακριτών μονάδων. Οι εναλλαγές των συναισθημάτων τους βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση και συντονισμό με εκείνες των θεατών, καταργώντας στην πράξη των τέταρτο τοίχο. Εν κατακλείδι, η “Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα” δημιουργεί μια συναρπαστική θεατρική εμπειρία, που επιβάλλεται να παρακολουθήσει καθένας που θεωρεί εαυτόν θεατρόφιλο, γι’ αυτό σπεύσατε στο Θέατρο Προσκήνιο.
ΥΓ. Τα τόσο θλιβερά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα αυτή τη στιγμή, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, μου επιβάλλουν να κλείσω το κείμενο αυτό, κάνοντας ειδικη μνεία στη ρήση του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι που βρίσκεται γραμμένη και στο σκηνικό της παράστασης:
«Όλη μου τη δύναμη του ποιητή στη χαρίζω. Ετοιμάσου για επίθεση!».

