Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας
Ένα παλιό θέατρο που παρακμάζει, με την πλατεία του πια σκοτεινή, μα την αυλαία του ορθάνοιχτη, να φιλοξενεί καθημερινά το ίδιο έργο, τη ζωή ενός πρώην σπουδαίου χορευτή, που βαδίζοντας πια στα χρόνια της σοφίας, έχει αποτραβηχτεί απ΄τις περισσότερες κοινωνικές μεταβλητές, αφημένος σε μια δυσδιακριτά εκούσια ή ακούσια μοναχικότητα, την οποία στεγάζει στη σκηνή του θεάτρου αυτού. Ένα θέατρο που σε ανύποπτο χρόνο, ήσυχα και εν αγνοία του έκλεισε για τελευταία φορά τις πόρτες του στο κοινό και ένας καλλιτέχνης που έζησε τα πάντα στο ζενίθ, ώσπου ένα βράδυ διέφυγε της πολυκοσμίας και ξεκίνησε να πρωταγωνιστεί στον επιλογικό του μονόλογο. Δυο παρακμάζουσες μοναξιές συνυπάρχουν στην ίδια χωροχρονική σύμπτωση.
Στην αίθουσα διαβαίνουν ενίοτε σκιές του παρελθόντος, κατασκευασμένες από μνήμες, απωθημένους δαίμονες και παραισθήσεις αιτία ουσιών. Ώσπου, ένας εξ’ αυτών των σκελετών που κρατάμε σφαλιστούς στη ντουλάπα μας, ντύνεται σάρκα, παίρνει πνοή και έρχεται να αναμετρηθεί μαζί μας, κατά πρόσωπο. Ένας παλιός έρωτας, ένας γιος που αναζητά έναν πατέρα και ένας πατέρας που δε θέλησε να αναζητήσει έναν γιο. Μια γυναίκα συμπληρώνει το τρίγωνο, καλούμενη να αποτελέσει την πρόφαση για να πραγματοποιηθεί η περιβόητη «Συνάντηση», αλλά και τη γέφυρα που θα ενώσει ένα φαντασιακό χάσμα, που εκ των υστέρων, και οι δυο άκρες του θα ήθελαν εν τέλει να τις έχει ρηγματώσει. Εκεί ακριβώς ξεκινάει ένα ψυχολογικό κρυφτό, που οι παίκτες του φαινομενικά θέλουν να κρυφτούν, μα στην ουσία αυτό που έχουν ανάγκη είναι μια λυτρωτική αποκάλυψη.
Το κείμενο του Αμερικανού συγγραφέα Stephen Belber, με όχημα το έξυπνο και γκριζόμαυρο χιούμορ ψυχογραφεί τις πρωσοπικότητες των χαρακτήρων του έργου του, ενώ παράλληλα ηθογραφεί με γλαφυρό τρόπο και κοινωνικοπολιτικό βάθος, διαφορετικές γενιές, κουλτούρες και κοσμοθεωρίες. Από τη δημιουργική φρενίτιδα των baby boomers ως τη φοβισμένη συντηριτικοποίηση των millenials, το έργο επιχειρεί φιλοσοφικές και ψυχολογικές τομές που θα αγγίξουν καθέναν από εμάς και θέλοντας ή μη θα συμπίπτουν με πτυχές των χαρακτήρων, χωρίς κανείς να μπορεί με σιγουριά να αποφασίσει που γέρνει το δίκιο και το άδικο.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, ο οποίος έχει επιμεληθεί επίσης τη μετάφραση και τη διασκευή του κειμένου, είναι δωρική και λειτουργική, χωρίς υπερβολές και κραυγαλέα εφέ, ωστόσο καταφέρνει να επιβάλλει έναν καθηλωτικό ρυθμό, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της παράστασης. Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τα κλισέ του τύπου «ο ρόλος της ζωής του» ή «κόντρα ρόλος», ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι ότι η πολυετής θεατρική του πείρα και η υποκριτική του ποιότητα, του επιτρέπουν να ενσαρκώνει κυριολεκτικά το ρόλο του εκκεντρικού ομοφυλόφιλου χορευτή και χορογράφου Τόμπι Πάουελ. Με όπλο του ένα πολυεπίπεδο κείμενο, που ο λόγος του ακούγεται δυνατά ακόμη και στους ψιθύρους ή τις σιωπές του και κινούμενος στον αισθητικά κομψό και λειτουργικά αρμοστό σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε η Κατερίνα Σβορώνου, ο Κιμούλης έχοντας στο πλάι του δύο ηθοποιούς που τον πλαισιώνουν αγαστά, την Κατερίνα Θεοχάρη και τον Βασίλη Γιακουμάρο, δημιουργεί μια απολαυστική θεατρική εμπειρία που (καθ)οδηγεί το κοινό στην πολυπόθητη μέθεξη, καθώς οι ταυτίσεις έρχονται αβίαστα και οι κωμικές εκτονώσεις επιτρέπουν σε μεγάλο βαθμό το ψυχικό άκος, ασχέτως αν δεν επέρχεται ο αριστοτελικός ορισμός της κάθαρσης. Την εικόνα συμπληρώνουν εξαιρετικά τα κοστούμια της Σοφίας Νικολαϊδη που με απόλυτη ακρίβεια αποτυπώνουν σε νήματα τις προσωπικότητες των χαρακτήρων που τα ενδύονται.
Συνοψίζοντας, η «Συνάντηση» που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά, αυτή τη φορά στο ιστορικό θέατρο Μουσούρη, αποτελεί μια από τις καθολικά αρτιότερες θεατρικές εμπειρίες που βιώσαμε φέτος και σας την προτείνουμε ανεπιφύλακτα, ευχόμενοι όλες οι επόμενες θεατρικές μας συναντήσεις να είναι αντιστοίχου (γιατί όχι και ανωτέρου) επιπέδου, σκηνοθετικά, ερμηνευτικά, αλλά και από πλευράς κειμένου. Το θέατρο αποτελείται από δύο μέρη, την πλατεία και τη σκηνή. Και τα δύο έχουν ανάγκη από έργα σαν αυτό.

