Είδαμε το Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ

Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας
 
Φέτος, στο Θέατρο Άνεσις, έναν χώρο με κινηματογραφική προϊστορία, συναντούμε δύο ανεβάσματα, που επιχειρούν τη θεατρική μεταφορά δύο κινηματογραφικών και λογοτεχνικών επιτυχιών του
περίφημου “άρχοντα του τρόμου”, Stephen King. Η Happy Productions τολμά να ανεβάσει στη σκηνή, δύο εμβληματικά έργα του Αμερικανού συγγραφέα, το “Misery” και το “Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ”, ένα ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα, του οποίου την περάτωση και επιτυχία βασίζει στην επιλογή εξαίρετων σκηνοθετών (Έλενα Καρακούλη και Αδερφοί Σταυρόπουλοι αντίστοιχα) και ενός δυνατού υποκριτικά καστ. Έχοντας παρακολουθήσει αμφότερες τις παραστάσεις μπορώ να πω με σιγουριά πως το εγχείρημα, παρά τη δυσκολία του, έχει στεφθεί με μεγάλη επιτυχία!

Σήμερα όμως μιλάμε για τη δεύτερη, την “Τελευταία Έξοδο Ρίτα Χέιγουορθ”, ένα πραγματικά εμβληματικό έργο, που θίγει βαθιά κοινωνικά ζητήματα. Μια δικαστική πλάνη οδηγεί σε φυλάκιση έναν αθώο άνθρωπο, ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, απέναντι σ’ ένα πανίσχυρο τιμωρητικό σύστημα, που σκοπό δεν έχει την υπηρεσία της δικαιοσύνης και το σωφρονισμό των εγκλείστων, παρά μόνο τη διαιώνιση και αναπαραγωγή του εαυτού του, εξυπηρετώντας ξεδιάντροπα τα συμφέροντα εκείνων που αποτελούν τα γρανάζια του, τα δομικά του στοιχεία, εκείνοι που καταχρώμενοι της εξουσίας τους και επίορκοι, οικειοποιούνται τις εξουσίες που κλήθηκαν να υπηρετούν, ξεχνώντας πως πηγάζουν όλες απ’ τον παντοδύναμο λαό, όπως θεμελιωδώς ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Το δικαστικό και το σωφρονιστικό σύστημα, η αστυνομική βία, ο ιδρυματισμός, η διαφθορά των κρατικών λειτουργών, ο φαρισαϊσμός που κρύβεται κάτω απ’ τη θρησκοληψία, η αξία της μόρφωσης, η αλληλεγγύη, η ελπίδα και ο πόθος για το υπέρτατο των αγαθών, την ελευθερία. Αυτά και ακόμη περισσότερα πραγματεύεται το έργο που αρχικά διασκεύασαν για το θέατρο οι Owen O’ Neill & Dave Johns και φέτος ανέλαβαν να σκηνοθετήσουν οι Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλοι, ομολογουμένως με μεγάλη επιτυχία, καθώς έχουν φτιάξει ένα θέαμα που ακροβατεί στα όρια της κινηματογραφικής ταινίας και της θεατρικής παράστασης. Το κλειδί της επιτυχίας τους αυτής, ήταν ακριβώς εκείνο που κλείδωσε την κόπια της ταινίας στο συρτάρι του γραφείου τους, ξεκινώντας από λευκό χαρτί να στήνουν την ιστορία πάνω στο θεατρικό σανίδι. Βάδισαν με συνέπεια ολόκληρο τον ρου του κειμένου και με όχημα τον ωμό ρεαλισμό, που ούτως ή άλλως επιβάλλει το έργο, οδηγήθηκαν σε ένα εικαστικό αποτέλεσμα, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το αντίστοιχο φιλμ.

 

 

Αρωγοί στην προσπάθειά τους στάθηκαν πρωτίστως οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, που λειτουργώντας πραγματικά ομόψυχα και ομαδικά, κουβάλησαν στους ώμους τους το μεγάλο βάρος της ανάδειξης των προβληματισμών που θέτει το έργο, ένα βάρος ικανό να συνθλίψει ακόμα και τον πλέον άκαμπτο άνθρωπο. Είναι αδύνατο να μην ταυτιστεί κανείς με έναν αθώο άνθρωπο, που φυλακίζεται άδικα, για ένα αδίκημα που δεν έκανε, αλλά δεν μπορεί να αποδείξει την αθωότητά του, οπότε υπομένει στωικά την καταδίκη του, ενώ κρατιέται γερά με τα νύχια μπηγμένα στην ίδια του την ελπίδα, όχι την ελπίδα της δικαιοσύνης, καθώς το σύστημα δεν του επιτρέπει μια δίκαιη δίκη, αλλά την ελπίδα της απόδρασης, το όνειρο καθενός φυλακισμένου. Ο Γκάντι έλεγε πως “Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος ακόμα και στο κλουβί της φυλακής του”. Αυτό τον φύσει ελεύθερο άνθρωπο, τον Άντι, ενσαρκώνει με μαεστρία ο Νίκος Ψαρράς, που ξεδιπλώνει στο παλκοσένικο ολόκληρη την υποκριτική του γκάμα, που ομολογουμένως είναι εκτενέστατη, από την υπερηφάνεια ως την ταπείνωση και απ’ την ευτυχία ως τη συντριβή. Ήταν αντανακλαστικό και αναπόφευκτο το ρίγος που διαπέρασε την αίθουσα, τη στιγμή της συντριβής αυτού του ανθρώπου με το ακλόνητο ηθικό. Συνοδοιπόρος του ο Ρεντ, που διοχετεύεται στο σώμα του Δημήτρη Παπανικολάου, ο οποίος ντύνει το ρόλο του με πραότητα και ζεστασιά και με σύμμαχό του μια υπέροχη φωνή, σταθερή και ήρεμη, που συμβάλλει τα μέγιστα στην κινηματογραφικότητα της παράστασης, έχοντας παράλληλα και έναν ρόλο αφηγητή, καθώς μας διηγείται τα γεγονότα μαγνητοφωνώντας τα στο επιτοίχιο μπομπινοφωνο, με το μικρόφωνο εποχής, τύπου κουπί ή “τύπου Elvis” όπως ήταν πιο γνωστό. Γεμάτος ανθρωπιά και γλυκύτητα ντύνεται ο Γιάννης Μποσταντζόγλου το ρόλο του γέρο-Μπρουκς, του ανθρώπου που κατάφερνε να ανοίγει “παράθυρα” στους ψηλούς τσιμεντένιους τοίχους της φυλακής, με την αυτοσχέδια βιβλιοθήκη του και που ο πολυετής εγκλεισμός του τον οδήγησε στην απόλυτη ιδρυματοποίηση. Τέλος, ο Μάνος Βακούσης αποδίδει τέλεια τον διεφθαρμένο και απάνθρωπο διευθυντή των φυλακών, που κάτω απ’ το μανδύα της πίστης, στα όρια της θρησκοληψίας, αποκρύπτει τις μηχανορραφίες που του επιτρέπει η κατάχρηση της εξουσίας του. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Νέστορας Κοψιδάς που συνδυάζει αγαστά τη βίαιη ωμότητα του αρχιφύλακα, με τη μικρότητα του χαρακτήρα του όταν πρόκειται για το συμφέρον του. Συνολικά, το καστ της παράστασης με πολύ πειστικές ερμηνείες υποστηρίζει πλήρως το όραμα των σκηνοθετών, με τους Γιώργο Ρούφα, Κρις Ραντάνοφ, Αναστάση Γεωργούλα, Βασίλη Μπεσίρη, Αντώνη Χρήστου και Νίκο Ιατρού να συμπληρώνουν επάξια την υποκριτική ομάδα.

 

 

Πέραν όμως, των ηθοποιών, οι αδελφοί Σταυρόπουλοι είχαν κι άλλα αιχμηρά βέλη στη σκηνοθετική τους φαρέτρα, καθώς καθοριστικό ρόλο στην ατμοσφαιρικότητα του έργου και στη συνολική εικαστική εμπειρία έπαιξε και το επιβλητικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, οι θεόρατοι και μουντοί τοίχοι της φυλακής, που στην απλότητά τους κατάφεραν να δημιουργήσουν στο κοινό ένα ασφυκτικό αίσθημα, την ίδια ώρα που αποδείχτηκαν πολυχρηστικοί και άκρως λειτουργικοί για τις ανάγκες της παράστασης, σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου και τα αρμοστά κοστούμια που επιμελήθηκε η Αλέγια Παπαγεωργίου. Τέλος, τη δική της επιρροή στο συναίσθημα ασκούσε η πρωτότυπη μουσική που συνέθεσε ο Άγγελος Τριανταφύλλου. Η συνολική εμπειρία βρίθει συναισθηματικών μεταπτώσεων, που εκκινούν από την απελπισία και μέσω μερικών χρήσιμων κωμικών εκτονώσεων, που περιοδικά αποσυμπιέζουν το συλλογικό θυμικό, καταλήγουν στη λύτρωση και στην ευφορία που προκαλεί η ενσυναίσθηση της ευτυχίας των συνανθρώπων μας. Το έργο του King μας θυμίζει πως η ελευθερία μας δεν είναι αυτονόητη και αξίζει τον κόπο κάθε πρωί να αντιλαμβανόμαστε το μεγαλειώδες αυτό αγαθό που πολλές φορές υποτιμούμε στη φρενήρη καθημερινότητα. Kαι με όχημα εκείνο το αυτοσχέδιο τρόλεϊ-βιβλιοθήκη του γέρο-Μπρουκς μας θυμίζει ακόμα τα σοφά εκείνα λόγια του Βίκτωρος Ουγκώ, που έλεγε πως “εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή…”. Αν θέλετε την ταπεινή μου γνώμη, μη χάσετε αυτή την παράσταση, γιατί όταν βγείτε από την πόρτα του Άνεσις, θα έχετε γίνει σίγουρα μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού σας.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα