Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον αγαπημένο ηθοποιό και μουσικό, Μικέ Γλύκα και να κουβεντιάζει μαζί του, με αφορμή την παράσταση «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Προσκήνιο.
Καλησπέρα Μικέ, σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο! Για να σε γνωρίσουμε καλύτερα, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Πότε και πώς ξεκινάει η δική σου ιστορία στο θέατρο;
Η πορεία μου ξεκινάει απ’ το πανεπιστήμιο, όπου είδα κάποια στιγμή μια αφίσα που έλεγε για τη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Έτυχε τότε να γνωρίσω και κάτι παιδιά εκεί που μου έλεγαν ‘αφού κάνεις μουσική, έλα στη θεατρική ομάδα που κάνουμε και εκεί μουσικές’. Πήγα αλλά τους ξεκαθάρισα ‘ξέρετε κάτι, ήρθα αλλά εγώ θα κάνω μόνο τη μουσική, δε θα παίξω’. Εκεί έτυχε να πετύχω τον Γιάννη Παναγόπουλο, κάναμε το πρώτο μας έργο και μου λέει ‘ρε συ δεν έχουμε αγόρια, θέλω να παίξεις οπωσδήποτε’, δε δυσκολεύτηκα και πολύ. Νομίζω το γούσταρα κιόλας από ένα σημείο και μετά. Τη δεύτερη χρονιά ήμουν πάλι στην ομάδα του ΠΑΠΕΙ, με κανονικό ρόλο αυτή τη φορά, δηλαδή με βασικό ρόλο του έργου και μπήκα περισσότερο στη διαδικασία του να πλάθω έναν ρόλο και να παίζω. Στο τέλος μου λέει ο Γιάννης, ‘πιστεύω πως πρέπει να δώσεις εξετάσεις σε δραματικές σχολές’. Εγώ τότε ήμουν με μαλλί-τζίβα μέχρι κάτω, άραζα στα τραπεζάκια των αναρχικών, δούλευα σε ένα φωτοτυπάδικο – πήρα βέβαια το πτυχίο μου και το έβαλα στον τοίχο μου να υπάρχει – . Του λέω ‘ρε συ Γιάννη που να πάω τώρα εγώ σε δραματικές, δεν έχω ιδέα’. Μου λέει ‘θα σε βοηθήσω εγώ’ και όντως με βοήθησε. Έδωσα εξετάσεις στο εθνικό στα 25 μου, πέρασα την πρώτη φάση, δεν πέρασα τη δεύτερη. Άλλη χρονιά δεν μπορούσα να δώσω λόγω του ηλικιακού ορίου Αλλά για καλή μου τύχη μου πρότειναν τη δραματική σχολή της Αγίας Βαρβάρας και εκεί με δέχτηκαν και κατάφερα να εξασφαλίσω και υποτροφία, αλλιώς δε θα έκανα θέατρο, θα έμενα στη μουσική. Εκεί στη σχολή αν δεν υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που πίστεψαν εξ’ αρχής σε εμένα και μου έδωσαν την υποτροφία, για να καταφέρω να σπουδάσω, δεν θα τα κατάφερνα. Και στο τέλος μάλιστα αρίστευσα στις τελικές εξετάσεις.
Είσαι και αυτοδίδακτος μουσικός και μέλος του συγκροτήματος «Υπόνοια». Τι ρόλο παίζει η μουσική στη ζωή σου;
Επειδή μεγάλωσα στη Χίο και δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες και όσες υπήρχαν ήταν περιορισμένες, πέρασα κι εγώ αρκετό χρόνο των εφηβικών μου χρόνων με τη μουσική στ’ αυτιά. Για κάποιο λόγο τα ακούσματά μου ταίριαξαν πάρα πολύ με το hip-hop, μου άρεσε αυτός ο χειμαρρώδης τρόπος έκφρασης. Οπότε άκουγα πολύ hip-hop. Στην πορεία άρχισα να φτιάχνω μουσική, εντελώς ερασιτεχνικά, χωρίς μουσικές γνώσεις. Μου έδειξε ένας φίλος-φίλου, μετά ο φίλος του φίλου, ω φίλε… Τότε μάλιστα είμασταν στην εποχή της σύνδεσης PTSΝ, δεν υπήρχε καν ADSL, δηλαδή για να κατέβει ένα τραγούδι ήθελε ένα εικοσάλεπτο να περιμένω. Και να μην πάρει και κανείς τηλέφωνο και κοπεί η σύνδεση. Και να φωνάζει η μάνα μου «Μικέ, κλείσ’ το να πάρω τηλέφωνο.» Και εγώ να λέω ‘μισό λεπτό ακόμα ρε μάνα θέλει για να κατέβει το τραγούδι, μην πάει τζάμπα όλο τώρα…΄. Το νησί όμως, μου έδωσε έναν κενό χρόνο, που πιστεύω δεν θα μου τον έδινε η πρωτεύουσα. Σε αυτόν τον κενό χρόνο, υπάρχει η δυνατότητα ό,τι σπόρο φυτέψεις, να ανθίσει.
Για να μην τα πολυλογώ, βρήκα το hip-hop και ξεκίνησα να φτιάχνω μουσική. Ήθελα πολύ να έρθω στην Αθήνα ακριβώς γιατί εδώ μπορούσα να πάω σε συναυλίες, να κάνω πράγματα μουσικά, να αναπτύξω λίγο τη βάση μου. Από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν ήρθα στην Αθήνα, ήταν να πάω στο Πέραμα, να βρω τους Active Member, να μιλήσω, να κοινωνικοποιηθώ εκεί και με άλλα παιδιά που έκαναν hip-hop. Εγώ γούσταρα πολύ το low-bap σε αυτή τη φάση της ζωής μου. Το hip-hop διεύρυνε πολύ τους μουσικούς μου ορίζοντες, γιατί το hip-hop λειτουργεί πολύ με samples και λούπες, δηλαδή χρησιμοποιείς δείγματα από άλλα είδη μουσικής. Οπότε εγώ κάθε φορά έβαζα δίσκους να ακούω, που δεν θα τους ήξερα ούτε θα τους άκουγα υπό άλλες συνθήκες. Τώρα στο Χούλιο Τόγκα ας πούμε, στην εισαγωγή για να μπει το κοινό, παίζουν τραγούδια της αγαπημένης μου πια εποχής, ‘60 με ‘74, της Λατινικής Αμερικής. Θα άκουγες ποτέ εσύ, έτσι εύκολα μουσική της Λατινικής Αμερικής του ‘60 με ’74; Ε, τότε εγώ από εκεί σάμπλαρα λούπες για να κάνω μπίτια. Έκλεβα δηλαδή μουσικές, πρόσθετα μπιτ και μετά ράπαρα από πάνω ό,τι ζούσα. Αυτός ήταν και είναι ο κώδικας.
Το hip-hop μου έδωσε, επίσης, τα πρώτα μου κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά. Ειδικά οι Active Member είχαν ένα πολύ ωραίο πολιτικό στίγμα τότε . Ας πούμε, άκουγα στα τραγούδια τους που λέγαν τα ονόματα των Καστοριάδη ή Ραφαϊλίδη και έπαιρνα και τους διάβαζα. Όπως ο περίφημος στίχος «…ήθελα να μουν μελάνι στην πένα του Καστοριάδη…» ας πούμε. Σκέφτηκα, ποιος ήταν αυτός ο Καστοριάδης; Πάρ’ το, κάτσε να το διαβάσεις. Και κάπως, μπήκα σε ένα τριπ συσσωρευμένης γνώσης και με ωραίο τρόπο. Δεν μου είπε κάποιος με το ζόρι κάτσε, διάβασε. Και ευτυχώς δεν τους ανακάλυψα πολύ αργά, αντίθετα από πολύ νωρίς. Πραγματικά με πολύ θαυμασμό εντόπιζα και διάβαζα τις αναφορές στους στίχους των Active Member. Και κάπως έτσι, είμαι αυτός που είμαι, με τα θετικά μου, τα αρνητικά μου και τις αντιφάσεις μου.
Και να σου πω και το εξής. Ήταν μια πολύ μεγάλη αναφορά δική μου, προσωπική, στον Χούλιο Τόγκα, ο Μιχάλης Μυτακίδης.

Τα θεατρικά και μουσικά σου βήματα σε οδηγούν σήμερα στην παράσταση «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» στην οποία παίζεις και είσαι υπεύθυνος για τη μουσική και όλο το ηχητικό περιβάλλον. Μιλήσέ μας για αυτή τη συνεργασία.
Είναι συνεργασία, αλλά πιο πολύ θα πω ότι είναι απόρροια μιας κοινής πορείας πολλών χρονών με τον αδερφό, κολλητό φίλο και συνοδοιπόρο Βασίλη Μαγουλιώτη, ή αλλιώς Suyako, που πρώτα απ’ όλα έγραψε το έργο και μετά το σκηνοθέτησε. Mε τον Βασίλη γνωριζόμαστε από τις πανεπιστημιακές θεατρικές ομάδες, πριν τις δραματικές σχολές. Δώσαμε την ίδια χρονιά εξετάσεις στις δραματικές. Παρόλο που ήμασταν σε διαφορετικές δραματικές σχολές, βγαίναμε, συζητούσαμε, έλεγε ο καθένας τις εντυπώσεις του. Μετά τη σχολή κάναμε μια παράσταση μαζί, μικρού βεληνεκούς, στη «Φάμπρικα» στο υπόγειο, για 3-4 παραστάσεις, εκεί και με τη σύντροφό μου τη Γεωργία. Και όλα αυτά τα χρόνια μέχρι και σήμερα μας συνδέει μια βαθιά φίλια. Με κάποιον μαγικό τρόπο βαδίσαμε σε όλα παράλληλα και ρίχνουμε άγκυρες μεταξύ μας για να βρισκόμαστε. Σου είπα δηλαδή μέχρι τώρα, για την πρώτη κοινή μας παράσταση μετά τη δραματική σχολή. Στην συνέχεια δουλέψαμε μαζί στο “Πιο δυνατός απ’ τον Σούπερμαν”, είμασταν δίπλα-δίπλα στην καραντίνα που τρέχαμε με το Σωματείο, κάναμε μαζί και με τον Κουτλή το «Παίζοντας το Θύμα», που ήταν η πρώτη παράσταση του Κουτλή στο Εθνικό Θέατρο, και που πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης. Επίσης, μάθαμε κι οι δύο ότι θα γίνουμε μπαμπάδες με δύο μήνες διαφορά, γίναμε μπαμπάδες με δύο μήνες διαφορά. Γενικά είμαστε σε μια τέτοια σύνδεση, που θεωρώ ότι ήταν αναμενόμενο και είναι αναμενόμενο νομίζω να συνεργαζόμαστε. Πιστεύω ότι και στο μέλλον θα συνεργαστούμε πολλές φορές. Τον εκτιμώ, τον αγαπάω, τον κράζω μερικές φορές, πιστεύω σε αυτόν, πιστεύω πάρα πολύ σε αυτά που γράφει και στο ταλέντο του, μου άρεσε πάρα πολύ και η ποιητική συλλογή του. Κι εκείνος νομίζω ότι με εμπιστεύεται για τα μουσικά…
Και θα έπρεπε να είναι μεγάλη του τιμή, που έδωσα τόσο βάρος στη μουσική για αυτήν την παράσταση, δεν θα το έκανα για άλλον… (γέλια).
Και επίσης να πω πως έχουμε κάνει με τον Βασίλη, ένα καταπληκτικό podcast «Τη χρονιά του Υδροχόου», μιάμιση ώρα podcast. Ένα πλήρες sci-fi έργο, γραμμένο μόνο για το ραδιόφωνο, στην περίοδο της καραντίνας, που αντί να σπαταλήσουμε τον χρόνο μας, καθόμασταν και φτιάχναμε podcast. Είναι σαν μια ταινία που περιγράφει την ιστορία του Βάιου, ενός φύλακα από την Ακρόπολη, που τον απαγάγουν μια νύχτα εξωγήινοι, που θέλουν μέσω ενός ιού που θα εξαπλώσουν να κατακτήσουν τον πλανήτη. Είναι μιάμιση ώρα έργο, με συμμετοχή πολλών φιλών ηθοποιών που αφιλοκερδώς τραβήχτηκαν μέχρι το home studio μου στον Κορυδαλλό για τις ηχογραφήσεις… καταλαβαίνεις πως ό,τι και να σου πω είναι λίγο… Έγινε στα πλαίσια των podcast του «Θεάτρου Τέχνης – Κάρολος Κουν», με τη χρηματοδότησή του. Από τότε όμως και μετά το ανέλαβε η Pan.Ent, η εταιρεία παραγωγής που κάνει τώρα και τον Χούλιο Τόγκα και είμαστε στη φάση δημιουργίας κινούμενου σχεδίου για το έργο αυτό.
Θα ήθελες να πεις κάτι για τους άλλους ηθοποιούς της παράστασης και τη συνεργασία σου μαζί τους; Υπάρχουν ζυμώσεις κατά τη διάρκεια των προβών μέχρι το τελικό αποτέλεσμα;
Ό,τι και να πω είναι λίγο! Επειδή ήταν μια παράσταση δύσκολη, ξέρω ότι όλοι δουλέψαμε πάρα πολύ, ότι προσπαθήσαμε πάρα πολύ. Φάγαμε πάρα πολλές ώρες να κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, για να αποκτήσει την συγκεκριμένη μορφή που έχει και σκύψαμε όλοι τα κεφάλια μας, ο καθένας από το δικό του μετερίζι και με το δικό του τρόπο. Δηλαδή δε θα μπορούσα εγώ να φτιάξω αυτή τη μουσική, εάν δεν έκαναν τόσους αυτοσχεδιασμούς, η Μαρία με τον Δημήτρη, για να κάνουν τη σκηνή του πατέρα, αυτή που είναι. Δηλαδή βάλε το μικρόφωνο, βγάλε το μικρόφωνο, να βάλουμε ένα βάθος στο μικρόφωνο κτλ. – γιατί και αυτά είναι δική μου ευθύνη, όλο το ηχητικό, το αν θα έχει βάθος ή όχι, ή αν θα το πούμε εκεί με μικρόφωνο, ή το άλλο χωρίς μικρόφωνο-. Αυτά είναι όλα δοκιμές που στην πράξη δεν τις κάνει εύκολα ηθοποιός αν δεν αγαπάει πολύ αυτό που κάνει και το έργο. Και πραγματικά ήμασταν όλοι μέσα και πρώτος από όλους ήταν ο Βασίλης. Ο Βασίλης έσκυψε και έκατσε από πάνω μας, με πολλή αγάπη, όπως κάτσαμε και εμείς πάνω από το κείμενό του με πολύ αγάπη, το διορθώσαμε, το φέραμε εκεί που έπρεπε, όχι ότι το διορθώσαμε γιατί κάτι ήταν λάθος, αλλά γιατί κάτι λειτουργούσε καλύτερα σε εμάς. Και δέχτηκε τις περισσότερες μουσικές που έβαλα, γιατί είναι μουσικές ‘out of the planet’ που λέμε, δεν παίζεις εύκολα με αυτές τις μουσικές.
Και αυτό έγινε επίσης λόγω του γεγονότος πως εγώ δεν είχα πολύ μεγάλο ρόλο στην παράσταση. Ήμουν παρών σε όλες τις πρόβες αλλά σε τρεις σκηνές είναι επί σκηνής ο ρόλος μου στο έργο. Οπότε αυτό μου έδινε τη δυνατότητα να είμαι πολύ απ’ έξω και να δοκιμάζω μουσικές με διαφορετικές υφές και διαφορετικές ποιότητες, που άλλοτε υπογραμμίζουν, άλλοτε δεν υπογραμμίζουν και άλλοτε πάνε κόντρα σε αυτό που έρχεται. Δηλαδή ως εξωτερικός παρατηρητής μπορούσα να έχω χρόνο να δουλέψω πολλές ιδέες, να τις πραγματοποιώ και τα παιδιά να έχουν την υπομονή να τα δοκιμάζουν όλα αυτά μέχρι να βρεθεί η χρυσή τομή, που θα έδινε στον Βασίλη την αίσθηση που θέλει να δώσει η σκηνή και που θα βοηθούσε τα παιδιά υποκριτικά. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος και το κριτήριο της μουσικής. Από την άλλη θέλαμε και κάτι που να έχει ένα μουσικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν δύο μικροσκηνές που είναι μόνο μουσική. Η μία είναι αμέσως μετά την απόφαση του Χούλιο, που κάνουν ένα χορευτικό ο Δημήτρης με τον Άρη. Αυτό δεν υπήρχε πουθενά στο κείμενο. Να πω εδώ πως η κινησιολογία-χορογραφία είναι όλη της Μελίνας (σ.σ. Πολυζώνη). Αυτό λοιπόν έγινε ακριβώς επειδή μαγείρεψα αυτή τη μουσική, άρεσε στα παιδιά και θέλαμε να ακουστεί περισσότερο. Έτσι προέκυψε το θεατρικό κομμάτι. Και μετά η άλλη μουσική σκηνή είναι η στιγμή αφού πείθει ο Χούλιο και την Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Ιδρύματος. Θέλαμε μια μουσική μετάβαση και για κάποιο λόγο αυτή η μουσική που μαγείρεψα για εκεί πήρε διαστάσεις “Hollywood”, ένα σημείο με κάτι βιολιά κλπ. Είναι το σημείο που κρεμάνε με τον Άρη τα σχέδια του Σάντσες. Ούτε αυτό ήταν γραμμένο στο έργο. Και αυτές οι μουσικές, έδωσαν περισσότερο χώρο. Κι αυτός ο χώρος έδωσε το χρόνο να φανεί ακόμα καλύτερα η σχέση του Χούλιο Τόγκα με τον Οράσιο, Έτσι, οι μουσικές έδωσαν τον απαραίτητο χώρο στη δραματουργία ώστε να φέρει το τέλος πιο γεμάτο.

Ο χώρος του θεάματος φαντάζει εξωτερικά φτιαγμένος από χρυσόσκονη. Για τους εργαζόμενους όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εσύ είσαι μέλος του ΣΕΗ με ενεργή συνδικαλιστική δράση. Έχει νόημα η οργανωμένη συλλογική διεκδίκηση στο χώρο του θεάτρου και ποια προβλήματα αντιμετωπίζει ο συγκεκριμένος κλάδος;
Ως εργαζόμενος στον τομέα του πολιτισμού και δη του θεάτρου, έχω να πω καταρχάς πως υπάρχουν αρκετά προβλήματα, όπως σε όλους τους χώρους έργασίας. Αυτή τη στιγμή, τα βασικότερα δύο προβλήματα στο δικό μας χώρο είναι το θέμα με την κλαδική ή συλλογική σύμβαση που δεν υπάρχει στο θέατρο και το άλλο είναι η μη αναγνώριση των πτυχίων των δραματικών σχολών. Αυτό για την ώρα εμένα δεν με αγγίζει τόσο, γιατί καλώς ή κακώς, έτυχε να έχω το πτυχίο του Πανεπιστημίου Πειραιά. Ωστόσο, έχω πολλούς ανθρώπους, που δυστυχώς ή ευτυχώς, είτε δεν τέλειωσαν τις σχολές τους, είτε μπήκαν κατευθείαν στο θέατρο και για αυτούς είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα.
Από εκεί και έπειτα στο θέμα με τη συλλογική σύμβαση, είναι σαφές πως, χωρίς αυτή, σε κάθε δουλειά πρέπει να διαπραγματευόμαστε ακόμα και τα βασικά. Το πόσα θα πληρωθούμε, αν πληρωθούμε για την πρόβα, τα χρήματα για κάθε παράσταση, το κάθε πότε παίζουμε παράσταση, το αν κάνουμε διπλή ή μονή, το πόσο πληρώνεται η μονή, πόσο η διπλή, πόσο η Κυριακή και πόσο η αργία. Το αν δικαιούμαστε επιδόματα, δώρα και όλα αυτά, τα οποία είναι αρκετά κουραστικά και ψυχοφθόρα, να τα διεκδικούμε κάθε φορά από την αρχή. Και δυστυχώς, ξέρουμε πως μπορούμε να πέσουμε και σε περιπτώσεις κακών εργοδοτών. Υπάρχουν και στο θέατρο όπως υπάρχουν παντού. Όταν συναντάμε τέτοιες περοπτώσεις είναι απογοητευτικό. Χρειάζονται τα απαραίτητα αντανακλαστικά και προσωπικά και συλλογικά. Το πρόβλημα -κυρίως με στους νέους ηθοποιούς, που εκείνους πιο πολύ θα προστατεύσει μια συλλογική σύμβαση- είναι ότι χωρίς συλλογική σύμβαση κάθε φορά ξεκινάμε από το μηδεν. Και κάποια στιγμή πρέπει να το πούμε καθαρά: δεν υπάρχει “κακή συννενόηση” ή “κακό deal”, υπάρχει εκμετάλλευση. Η παράσταση για να γίνει θέλει πρόβες. Οι προβές είναι εργασία που πρέπει να ασφαλίζεται και να πληρώνεται. Η παράσταση είναι εργασία είτε γίνεται για έναν θεατή είτε για χίλιους. Εγώ είτε για έναν θεατή είτε για χίλιους τον ίδιο κόπο θα καταβάλω και πρέπει να πληρωθώ το ίδιο. Έχω επιλέξει στο παρελθόν λάθος ή υποπληρωμένες δουλειές. Δεν έβαλα όρια από την αρχή. Συνήθως τα όρια μπαίνουν αφού πληρώσεις κάτι. Κι ίσως στο μέλλον, αν το απαιτούν οι συνθήκες, να αναγκαστώ να ξανακάνω τέτοιες επιλογές. Το θέμα είναι να μην πληρώνεις το ίδιο πράγμα για πάντα. Δεν αντέχω να κάνω τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.
Και τότε αναπόφευκτα έρχεται το ερώτημα να κάνω θέατρο ή μήπως να πάω σε μια άλλη δουλειά, που τουλάχιστον θα βγάζω τα προς το ζην. Κι εγώ μπαίνω σε αυτά τα ύπουλα ερωτήματα, που αν τα αφήσω να εξελιχθούν, θα με κατασπαράξουν. Τώρα, ευτυχώς ή δυστυχώς, χρειάζονται τα απαραίτητα ανακλαστικά και η πείρα για να καταλάβεις ότι είναι ένας ακόμα τομέας εργασίας. Χρειάζεται συνεχής διεκδίκηση ακόμα και για τα βασικά. Λίγο αν το έχεις αυτό στο νου σου, κάπως ξέρεις πως δεν είσαι ο μόνος και δεν παλεύεις μόνος σου.
Τι θα έλεγες σε νέους και νέες ηθοποιούς που θέλουν να ασχοληθούν και να βιοπορίζονται από το θέατρο;
Θα πω ότι σε ευχαριστώ πάρα πολύ που μου κάνεις αυτή την ερώτηση, πρώτον γιατί είναι μία ερώτηση την οποία συνέχεια επαναδιαπραγματεύομαι και μέσα μου και τη συζητάω πάρα πολύ με συναδέλφους και με νέα παιδιά που τυχαίνει να γνωρίζω. Σε όλους δίνω αυτήν την απάντηση: Μπορείς να βιοποριστείς από το θέατρο. Το θέατρο μπορεί να σε ζήσει. Αυτό που είναι πιο δύσκολο, είναι να διαλέξεις να βιοποριστείς μόνο από την υποκριτική στο θέατρο. Γιατί, καλώς ή κακώς η υποκριτική, δηλαδή το να ανέβεις στη σκηνή και να παίζεις, είναι μια δουλειά που στην καλύτερη περίπτωση θα είναι μια σεζόν ολόκληρη, αλλά μπορεί και τρεις μήνες να έχεις δουλειά, ή τρεις μήνες να μην έχεις δουλειά μέχρι την επόμενη παραγωγή. Ένα καλοκαίρι π.χ. να μη σε επιλέξει κάποια παραγωγή, όχι επειδή δεν είσαι καλός, αλλά επειδή τυχαίνει ρε παιδί μου. Θέλω να πω, αλλάζει το τοπίο της εργασίας, δεν παραμένει σταθερό. Αλλά, το θέατρο έχει μουσική, έχει εργαστήρια, έχει θεατρικό παιχνίδι, έχει σκηνογραφία, έχει ενδυματολογία, έχει βοηθούς σκηνοθέτη, έχει ταμίες, έχει ταξιθέτες, έχει φουαγιέ. Όλα αυτά είναι θέατρο. Και ο τεχνικός ήχου, και ο ηλεκτρολόγος θέατρο είναι. Το να δώσει τον ήχο στον συγκεκριμένο χρόνο, σημαίνει ότι είναι από πάνω και περιμένει τη λέξη σου για να το κάνει. Θέλω να πω ότι κι αυτός από το θέατρο βιοπορίζεται. Οπότε, αν διευρυνθεί αυτή η κλίμακα, ξέρω ότι ναι, με δυσκολία, αλλά μπορείς να ζήσεις από το θέατρο.

Είσαι μέλος της ομάδας «Συντεχνία του Γέλιου». Τι ωραία πράγματα κάνετε εκεί;
Εκεί χτύπησες φλέβα… Όπως ακριβώς το είπες! “Ωραία πράγματα”! Είμαι πολλά χρόνια μέλος, από επιλογή! Μόλις τελείωσα και την παράσταση που κάναμε, τη Χριστουγεννιάτικη και ζω λίγο στον απόηχό της… Τελειώσαμε την περασμένη Τετάρτη και ήδη μου λείπει η «συντεχνία του γέλιου». Είναι κάτι ιδιαίτερο, που μόνο αν μπεις μέσα μπορείς να δεις περί τίνος πρόκειται, με τα καλά του και τα κακά του. Αλλά είναι τέτοια η αγάπη του κοινού στη συντεχνία του γέλιου και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτην την ομάδα, που δεν μπορείς να φανταστείς πόση αγάπη έχω πάρει! Και πραγματικά έχει ένα πολύ μεγάλο αποτύπωμα αυτό που κάνει η συντεχνία του γέλιου, στα παιδιά, στο μεγαλύτερο κοινό και μετά σε εμάς τους ίδιους που είμαστε μέσα. Είναι απίστευτη η ενέργεια που παίρνω πίσω από αυτούς τους νέους ανθρώπους που έχουμε στο θέατρο και είναι μια απίστευτη εμπειρία. Και το λέω και για μένα που μεγάλωσα στη Χίο και εύχομαι πως μακάρι να είχα δει και εγώ αυτές τις παραστάσεις όταν ήμουν μικρός. Δηλαδή, τώρα μου έρχεται στο νου το «Τζέλα-Λέλα-Κόρνας και ο Κλεομένης» που μια παρέα παιδιών ξαφνικά γίνονται όλοι μαζί μια παρέα, μπαίνουν σε ένα αστυνομικό τμήμα και καταφέρνουν να κάνουν το αστυνομικό τμήμα άνω-κάτω!Και λες, αυτό είναι, συσπειρωνόμαστε και φέρνουμε την αλλαγή, τα πάνω-κάτω! Πρέπει να είναι φοβερό να δεις πολύ μικρός αυτην την ιστορία! Έμένα πάντως θα με ενέπνεε και θα μου έδινε το θάρρος ως πιτσιρικάς. Θυμάμαι πχ. Έλεγα έγω θέλω να κάνω ραπ μουσική και να ραπάρω και μου έλεγαν όλοι: – γονείς, φίλοι, δάσκαλοι – “τι είναι αυτό;”, “Αυτό δεν είναι μουσική”, “Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση!”, “Στην Χίο δεν έχουμε τέτοια πράγματα!”. Εγώ έλεγα δεν πειράζει θα βρω φίλους και θα το κάνουμε όπως μπορούμε κι όπως γουστάρουμε! Με κλαπατσίμπαλα; Βαρώντας κουτιά; Αλλά θα το καταφέρουμε! Κι έτσι έγινε! Φτιάξαμε την φασάρα μας!
Έχεις γίνει πρόσφατα και γονιός. Έχει επηρεάσει αυτό το γεγονός την καλλιτεχνική σου οπτική;
Έχω επιλέξει και προσπαθώ να είμαι συμμετέχων γονέας. Το θέατρο, για την ώρα, μου το επιτρέπει. Και το επιλέγω και μου το επιτρέπει. Ευτυχώς κάπως το βρίσκουμε με την σύντροφο να είμαστε συνέχεια εκεί και να είναι το παιδί συνέχεια με κάποιον από τους δυο μας.
Για να επιστρέψω τώρα στην ερώτηση η πατρότητα και ο τρόπος με τον οποίο έχω διαλέξει εγώ να υπάρχω στη ζωή του παιδιού έχει μεγάλη δυσκολία και παράλληλα μεγάλη χαρά. Δεν είναι λίγες οι φορές που θα γυρίσω όπως σήμερα δώδεκα η ώρα στο σπίτι και μπορει να ξυπνήσει η μικρή στις τρεις και να είναι ξύπνια μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί θέλει φοβερή υπομονή γιατί προφανώς δε φταίει το παιδί, τι να κάνει, αλλά και εσύ δε φταις που είσαι κομμάτια. Ή πόσες φορές δεν έχω ξυπνήσει εξίμιση ώρα το πρωί που ξυπνάει η μικρή και να είμαι πτώμα και προσπαθώ να αντέξω, γιατί τα παιδιά ξυπνάνε και είναι φουλ ενέργεια… Αλλά είναι και ωραίο ταυτόχρονα!

Έχω μάθει πως αγαπάς πολύ τα παραμύθια και μάλιστα όχι μόνο να τα διαβάζεις, αλλά κυρίως να γράφεις τα δικά σου. Θες να μιλήσεις λίγο γι’ αυτή σου την ενασχόληση;
Είχα και έχω μία τάση να γουστάρω πάρα πολύ τα παραμύθια. Έχω μία τάση να ρομαντικοποιώ λίγο τα πράγματα και να τα παραμυθοποιώ, αν υπάρχει αυτή η λέξη. Όταν ήμουνα τότε στη λύκειο ακόμα, έγραφα ραπ στίχους και παραμύθια και κάπως ορισμένες φορές συναντιόντουσαν αυτά τα δύο σμίγανε. Κάπως έτσι βγήκε το τραγούδι «Μονόλογος Μαριονέτας» και ο πρώτος δίσκος των «Υπόνοια» είχε πολλά τέτοια. Έγραφα παραμύθια, πάρα πολύ. Δεν τα έκανα ποτέ κάτι. Μπορεί κάποια στιγμή να γίνουν κάτι άλλο. Κάθε φορά που μου δίνεται η ,δυνατότητα να γράψω παραμύθια, διαπιστώνω ότι γράφω ευφάνταστα. Νομίζω μου αρέσουν τα παραμύθια μου, θα τα αγόραζα. Τώρα με τη μικρή ειδικά, δεν τα γράφω, τώρα τα λέω. Και μπορεί κάθε βράδυ να ξεκινάω μια ιστορία να της λέω και δεν ξέρω που θα με πάει, την ξεκινάω λοιπόν και πάει, πάει, πάει… Και λέω τώρα αυτό θα έπρεπε να έχω ένα recorder και να το έχω καταγράψει. Γιατί είναι αλλιώς να γράψω μόνος μου ένα παραμύθι και τελείως διαφορετικό το να φαντάζομαι τώρα το παραμύθι και να το αφηγούμαι live σε ένα μικρό παιδί, που εκείνη την ώρα θέλω να κοιμηθεί λίγο, αλλά όχι να βαρεθεί. Πρέπει να το κάνω ενδιαφέρον και εύληπτο, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί να φύγει και να κάνει βόλτες στο δωμάτιο. Δημιουργείται μια live εμπειρία. Καταλαβαίνω ποια λέξη καταλαβαίνει, την εισπράττει, αλλά και ποια λέξη χρειάζεται παραπάνω επεξήγηση και αυτό το πράγμα έχει μια άλλη ροή που δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ και να την γράψω. Είναι σαν να λες γράφω live ένα βιβλίο και βλέπω τις εντυπώσεις των αναγνωστών.
Λοιπόν τώρα θα σε πάω σε άλλες ιστορίες. Εμείς στο Παλκοσένικο, συλλέγουμε θεατρικές στιγμές που αξίζει να μείνουν κάπου καταγραμμένες. Οπότε θα σε ρωτήσω αν υπάρχει κάποια στιγμή είτε στη σκηνή, είτε στα παρασκήνια, είτε αλλού που για κάποιο λόγο έμεινε χαραγμένη στη μνήμη σου.
Θα σου πω. Όπως είπαμε πριν, με τον Βασίλη είμαστε χρόνια φίλοι και έχω διαβάσει τα κείμενά του και την ποιητική συλλογή του πριν βγουν. Πολλές φορές με ρωτούσε, όπως κάποιος που γράφει, ρε συ πώς σου φαίνεται, να πω αυτό ή να πω το άλλο… ή έχουμε βρεθεί για να συζητήσουμε και για το Χούλιο Τόγκα πολλές φορές. Στην πρώτη παράσταση του Χούλιο Τόγκα που παίξαμε, ήταν πάρα πολύ συγκινητικό το να λέω λόγια που τα έχει γράψει ο φίλος μου. Τον φανταζόμουν, όταν τα έγραφε. Και αυτό ξέρω ότι το έχει φανταστεί και γράψει ο κολλητός μου που κλαίγαμε μαζί για χωρισμούς και λέγαμε πως θα είναι η ζωή μας στο μέλλον και πως θα είναι το θέατρο που θα κάνουμε εμείς και πως θα αλλάξουμε τον κόσμο και τέτοια… Ξαφνικά λοιπόν να βλέπω «να τον αλλάζουμε». Και ξαφνικά σκέφτομαι ο φίλος μου έγραψε μια ιστορία και εγώ βρέθηκα να φτιάχνω τη μουσική για αυτή την ιστορία και να λέω τα λόγια που έγραψε ο φίλος μου, ένα βράδυ σπίτι του και αυτό το βλέπει ο κόσμος κάτω και στο τέλος κλαίει και σου λέει πολύ ωραία παράσταση και το χειροκροτεί. Είναι φοβερό. Είναι φοβερά συγκινητικό αυτό.
Ποια ήταν η εμπειρία σου να συνθέτεις μουσική για το σινεμά; Είναι διαφορετικό από το θέατρο και τι προτιμάς περισσότερο εσύ;
Είναι αρκετά διαφορετικό. Είναι σινεμά. Καταρχάς τα περισσότερα σινεμά έχουν πολύ καλά ηχοσυστήματα, ας ξεκινήσουμε με αυτό. Το οποίο σου δίνει δυνατότητα να είσαι πολύ λεπτομερής στον ήχο σου. Πολύ πλούσιος. Τα θέατρα δεν έχουν καλά ηχοσυστήματα. Επίσης στο σινεμά έχεις ήδη μία σκηνή που τη βλέπεις και απλώς την ντύνεις τις περισσότερες φορές. Στο θέατρο η μουσική συνδημιουργεί. Τουλάχιστον έτσι όπως την κάνω εγώ, που την κάνω μέσα στη διάρκεια των προβών και όχι μέσα στο σπίτι μου. Συνδημιουργείται live. Λες λειτουργεί, δε λειτουργεί; Ρωτάω πχ επιτόπου τον ηθοποιό, θέλεις κάτι να αλλάξω; Κι αυτό έχει ένα back and forth πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στο σινεμά. Γενικά, για μένα είναι λίγο πιο ωραίο το να φτιάχνεις μουσική για το θέατρο.

Υπάρχουν στίχοι από κάποιο τραγούδι, είτε δικό σου είτε άλλων, που να θεωρείς ότι ταιριάζουν στο 2026, που μόλις ήρθε ή κάποιο τραγούδι που να απαντάει σε αυτά που φαίνεται να έρχονται το 2006.
“Νομίζω ότι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι καποιοι στιχοι του Bloody Hawk που λέει:
”Δεν προλαβαίνω να ψάξω τι φταίει, για αυτό τον χαμό ποιος ευθύνεται
Λέω καλημέρα και ψάχνω τον τρόπο να γίνει αυτό που δε γίνεται
Όλοι παλεύουμε και έχουμε πλάνα
Κολλάμε στην πίεση σαν γραμματόσημο
Σ’ ένα πλανήτη σε φέρνει μια μάνα, μέχρι να γυρίσεις στη Γη στο μνημόσυνο
Πήρα τον πόνο που νιώθει ο δίπλα
Τον έκανα εικόνα, παλιά τέχνη κόσκινο
Και να που δε μοιάζουμε μία μα σκέφτηκες το ίδιο αδερφέ, πιάσε κόκκινο”
Τι σχέδια και όνειρα έχεις για το μέλλον; Υπάρχει κάποια συνεργασία που θα ήθελες να κάνεις με κάποιον ή κάποια είτε σκηνοθέτη/τιδα, είτε ηθοποιό, κάποιος ρόλος που θες να παίξεις;
Δεν πάω να αποφύγω την ερώτηση με μια πιο γενική απάντηση. Αλλά είναι πολύ σημαντικό, όσον αφορά στο θέατρο, θα ήθελα να δουλεύω με ανθρώπους και σε περιβάλλοντα που είναι υγιή και που προσφέρουν μια ευχάριστη συνθήκη συνύπαρξης κι εργασίας. Να υπάρχει ένα κλίμα χαράς κι ενθουσιασμού για αυτό που κάνουμε. Δεν θέλω να μικραίνω. Είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που μπορείς να κάνεις τέτοιες δουλειές και να μην είναι απλά δουλειές με φίλους που κάνουμε on the side ενώ επιβιώνουμε από άλλα. Επίσης, θέλω αυτό που κάνω να έχει αντίκτυπο. Με αφορά η απήχηση σε αυτά που κάνω κι όχι ο θόρυβος. Αν αυτά με τα οποία καταπιάνομαι δεν φτάνουν σε κανέναν τότε κάτι δεν έχω κάνει σωστά ή δεν έχω επιλέξει σωστά. Απ’ την άλλη βασική μου προτεραιότητα είναι ότι θέλω να είμαι δίπλα στην κόρη μου που μεγαλώνει. Θα ήθελα κάποια στιγμή να βγάλω ένα δίσκο hip-hop πάλι. Ελπίζω να το κάνω το ‘26, αν όχι, μέχρι το καλοκαίρι του ‘27.
Διαβάστε την κριτική μας για την παράσταση εδώ.
&
Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

