Κουβεντιάζοντας με τον Γιώργο Νανούρη

Επιμέλεια συνέντευξης: Μαλαπέτσας Διονύσης

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί τον αγαπημένο ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος “Γητευτή του φωτός”, τον Γιώργο Νανούρη και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», που ανεβαίνει κάθε Τρίτη και Τετάρτη, στο Θέατρο Βεάκη.

Γιώργο καταρχάς να σε καλωσορίσω στο Παλκοσένικο, είναι μεγάλη χαρά και τιμή να σε έχουμε σήμερα στη συντροφιά μας!

Ευχαριστώ πολύ, κι εγώ χαίρομαι!

Είμαστε εδώ για να κουβεντιάσουμε για την υπέροχη παράσταση που φτιάξατε με τη Μαρία Κίτσου η οποία και πρωταγωνιστεί και που είναι αφιερωμένη στη ζωή της κατά κόσμον Σοφίας ντε Μαρμπουά και κοινώς γνωστής ως η «Δούκισσα της Πλακεντίας». Μια γυναίκα, πολύ ξεχωριστή, που παρότι τη γνωρίζουμε σαν όνομα, δεν τη γνωρίζαμε ως προσωπικότητα. Θέλω να μου πεις λίγα λόγια για την παράσταση, πώς γεννήθηκε το έργο και τι είναι αυτό που σε ώθησε να παραστήσεις στη σκηνή τη γυναίκα αυτή, τι σε γοήτευσε στην προσωπικότητά της;

Το έργο, καταρχάς, είναι μια σύνθεση από κείμενα και από πράγματα που έχουν γραφτεί για εκείνη. Δεν υπάρχει δηλαδή στην πραγματικότητα κάποιο έργο. Όλο το κείμενο είναι μια σύνθεση που έχει γίνει από πληροφορίες που μαζέψαμε. Και εγώ, όπως και εσύ είπες, είναι ένα όνομα που το ξέραμε, αλλά δεν ξέρουμε τι κρύβεται πίσω από αυτό το όνομα. Και πάντα υπήρχε εμένα η απορία μου, ποια είναι αυτή η Δούκισσα της Πλακεντίας που έχει γίνει σταθμός μετρό, έχει γίνει δρόμος, έχει γίνει πολιτιστικό κέντρο και λα αυτά. Δηλαδή, τι έχει κάνει ένας άνθρωπος για να του έχουν δοθεί τόσες ονομασίες και να υπάρχει τόσο πολύ στη χώρα μας. Οπότε υπήρχε μια περιέργεια σε σχέση με αυτό και κάποια στιγμή τυχαία έπεσε μια πληροφορία για τη ζωή της στα χέρια μου, στο ίντερνετ και αυτό με παρακίνησε να την ψάξω λίγο παραπάνω και επειδή ακριβώς δε γνώριζα τίποτα για εκείνη, θεώρησα ότι κι άλλος ο κόσμος δε θα γνωρίζει, δηλαδή θα ξέρει μόνο το όνομα, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει και με τη σειρά μου θεώρησα και εγώ πως πρέπει να επικοινωνήσω, μέσα από μια παράσταση, μερικά πράγματα για τη ζωή αυτής της γυναίκας, η οποία υπήρξε μια πολύ μεγάλη ευεργέτιδα της Ελλάδας, που ούτε αυτό γνώριζα, εκτός των άλλων.

Και πολύ σωστά έκρινες και όντως δεν τα γνωρίζαμε όλα αυτά, ούτε για τη βοήθεια που προσέφερε στην Ελληνική Επανάσταση, αλλά πέραν αυτών ήταν και μια πολύ δυναμική και πρωτοπόρα γυναίκα, σε μια εποχή πολύ δύσκολη για τη θέση της γυναίκας.

Ναι, ήταν πολύ μπροστά για την εποχή της και πολύ ελεύθερη για την εποχή της και εγώ θα τολμούσα να πω ότι ήταν και αρκετά φεμινίστρια για την εποχή της. Δηλαδή,έκανε πράγματα, που ίσως ακόμα και σήμερα, πολλές γυναίκες δεν τολμούν να κάνουν, πόσο μάλλον τότε.

Ήθελα να σε ρωτήσω πόσο δύσκολο είναι να παρασταθεί μια ιστορική προσωπικότητα στη σκηνή ενός θεάτρου, χωρίς να χάσει τη δυναμική της και να καταλήξει ως ένα μουσειακό έκθεμα, ένας χαρακτήρας της ιστορίας;

Δε θέλαμε κι εμείς, με την Μαρία φυσικά, να κάνουμε κάτι folklore, γι’ αυτό και η παράσταση σκηνογραφικά δεν έχει κάποιο πλαίσιο ιστορικό, αφήνουμε δηλαδή το θεατή να δει την εποχή με τη φαντασία του, να δει τη Δούκισσα, γι’ αυτό στην παράσταση, η βασική ιδέα είναι ότι πρωτίστως η Μαρία Κίτσου είναι εκείνη που μας αφηγείται τη ζωή της Δούκισσας και μοιραία εμπλέκεται με την ίδια τη Δούκισσα και το χαρακτήρα της και είναι ένα μπες βγες στο ρόλο αυτό, που δεν είναι ρόλος, στην πραγματικότητα όπως είπες είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Εγώ επειδή έχω καταπιαστεί ξανά με υπαρκτά πρόσωπα, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος, ειδικά όταν τα πρόσωπα είναι εν ζωή ή αν οι συγγενείς τους ζουν, ελλοχεύει ο κίνδυνος του πως θα δουν αυτό το πράγμα στη σκηνή. Προσπαθώ λοιπόν να τα πιάνω με έναν σεβασμό και με ό,τι έχω εγώ φανταστεί, για αυτά στο μυαλό μου και να τα αποδώσω όσο πιο πιστά θεωρώ με τη δική μου σκέψη ότι μπορούν να αποδοθούν στο θεατή και μετά φυσικά μπορεί, αυτές οι παραστάσεις να είναι ένα έναυσμα, να ψάξουν οι θεατές και άλλες πληροφορίες και άλλα πράγματα για αυτές τις προσωπικότητες. Σίγουρα όμως είναι πολύ υποκειμενική η ματιά μου, εννοώ η σκηνοθετική, είναι κάτι δηλαδή που εγώ σκέφτομαι για αυτούς, δε σημαίνει ότι έτσι έχουν γίνει ακριβώς ή ό,τι έτσι ήταν.

Υπάρχουν και κάποια στοιχεία μυθοπλασίας στο έργο. Πώς ισορροπεί το κείμενο και κατ’ επέκταση η παράσταση, μεταξύ μυθοπλασίας και βιογραφίας;

Φυσικά, ναι είναι μπλεγμένα. Επειδή όλη της η ζωή είναι μπλεγμένη ανάμεσα σε πράγματα που δεν ξέρουμε αν είναι αληθινά, φανταστικά, υπερβολικά ή αν μετά από καιρό και από στόμα σε στόμα έχουν διαδοθεί αλλιώς, σίγουρα, πολλά πράγματα είναι αληθινά γεγονότα, γιατί είναι καταγεγραμμένα και υπαρκτά, δηλαδή οι εφημερίδες της τότε κυβερνήσεως υπάρχουν και υπάρχουν αυτά τα στοιχεία, τα οποία έχουμε πει τα ιστορικά και υπάρχουν ακόμη, μπορεί κάποιος να ψάξει να τα βρει. Οτιδήποτε άλλο δεν υπάρχει, μπλέκεται ανάμεσα στην πραγματικότητα, στην αλήθεια, σε αφηγήσεις. Οπότε εγώ στην παράσταση προσπάθησα να τα μπλέξω όλα αυτά και να αφήσω τον θεατή κάποια πράγματα που δεν ξέρουμε αν είναι ακριβώς έτσι, να φανταστεί ότι μπορεί να έγιναν έτσι ή μπορεί να έγιναν και λίγο αλλιώς, γιατί ούτε εμείς το ξέρουμε, αλλά σίγουρα κάποια γεγονότα, είναι αυταπόδεικτα.

 

Ανέφερες πριν και το κομμάτι του σκηνικού. Μέχρι τώρα σε έχω δει να γητεύεις το φως, σε έχω αποκαλέσει κιόλας σε κριτική μου γητευτή του φωτός”. Καταφέρνεις, χωρίς σκηνικά, να δημιουργείς υπέροχες, ατμοσφαιρικές παραστάσεις· τώρα στη “Δούκισσα της Πλακεντίας”, κατάφερες να δαμάσεις και τη ροή του αέρα και με απλά καθημερινά μέσα, έναν ανεμιστήρα, ένα φακό τσέπης, δημιουργείς πάντα τόσο θεαματικά θεατρικά εφέ. Πώς το καταφέρνεις αυτό;  

Κοίταξε, αυτό ξεκίνησε από την πολύ σοφή έκφραση Πενία τέχνας κατεργάζεται”.Δηλαδή, όλο αυτό ξεκίνησε όταν ήμουν μικρότερος, που η ανάγκη, επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για μεγάλες παραγωγές, με έκανε να κάτσω και να σκεφτώ το πώς θα μπορέσω να φτιάξω μια παράσταση, που να μη μοιάζει φτηνή, που να μπορεί να αποδοθεί η ατμόσφαιρα που έχω στο μυαλό μου, που να μπορεί να ταξιδέψει ο θεατής, χωρίς όμως να υπάρχει μεγάλο budget. Έτσι, άρχισα να μηχανεύομαιτρόπους για να το καταφέρω αυτό, ξεκίνησε δηλαδή από αυτό το λόγο, από ανάγκη, αλλά μετά, σιγάσιγά έγινε και μια δική μου γλώσσα, γιατί εμένα πάντα με γοητεύει το να προσπαθώ μόνος μου ειδικά σε αυτές τις παραστάσεις μονολόγου, που είναι πολύ χειροποίητες και πολύ προσωπικές, να ξαναπηγαίνω στην αρχή και να λέω ρε παιδί μου πες ότι δεν είχες τη δυνατότητα μιας παραγωγήςπου τώρα πια ευτυχώς την έχω πώς θα την έκανες αυτήν την παράσταση, τι θα μηχανευόσουν, τι θα σκεφτόσουν;”. Επειδή τα τελευταία χρόνια έχω κάνει και πολύ μεγάλες και πολυπρόσωπες παραγωγές, εμένα μου αρέσει λίγο να επιστρέφω σε αυτό από το οποίο ξεκίνησα και που το νιώθω πολύ οικεία μέσα μου και να μην έχω δεδομένο ότι πάντα θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, όσο μεγάλη παραγωγή θέλω, αλλά κάποιες φορές θα μπορώ να ξαναγίνομαι ο πιο παλιός Γιώργος, που προσπαθούσε ολομόναχος. Μου αρέσει δηλαδή αυτό το παιχνίδι, το πήγαινε-έλα σε μένα και μου λείπει πολλές φορές, οπότε και αυτή η παράσταση έγινε με αυτούς τους όρους, τους πολύ χειροποίητους και με το πως θα μπορούσα εγώ να δώσω λίγη μαγεία και λίγη ατμόσφαιρα, με άλλα υλικά αυτή τη φορά, για την παράσταση αυτή.

Εντάξει, τώρα μιλάμε για ένα κομμάτι νάιλον, λίγο καπνό και τη βοήθεια μερικών ανεμιστήρων. Είναι μαγικό το αποτέλεσμα που εισπράττουμε εμείς από κάτω. Είναι πολλή η μαγεία, δεν είναι λίγη και δεν στο λέω έτσι, το εννοώ.

Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ! Γίνεται πάντως να ξέρεις, με πολύ κόπο και πολύ ψάξιμο, δηλαδή μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά έχουμε κουραστεί πάρα πολύ και με τη Μαρία, να βρούμε ακριβώς πώς πρέπει να στέκεται αυτή η ζελατίνα, ποια θα είναι η κλίση των ανεμιστήρων, ποια θα είναι η ταχύτητα των ανεμιστήρων, ποια θα είναι η θέση των ανεμιστήρων, δηλαδή πολλές πρόβες, πολλές δοκιμές, πολύς ο αέρας που έχει φάει η καημένη Μαρία στην πρόβα, έχει παγώσει, γιατί είναι και κρύος ο αέρας, αλλά εντάξει, νομίζω τελικά το καταφέραμε.

Ναι, σίγουρα, το καταφέρατε και σίγουρα έχει από πίσω πάρα πολλή μελέτη, όσο και αν φαίνεται απλό ή αυτονόητο, όταν το δει ο άλλος έτοιμο, αλλά είναι συγκλονιστικό το να το στήσεις. Και μιας που το ανέφερες και σε άλλους μονολόγους που έχεις κάνει, όπως στον Αία με εκείνα τα σκηνικά που φτιάχνονταν ζωντανά, μπροστά στα μάτια μας, την ώρα που έπαιζε ο Μιχάλης ο Σαράντης, όπως στην Κατερίνα που όλη η παράσταση φωτιζόταν από τα φακό τσέπης, ήταν όλες συγκλονιστικές δουλειές!

Ευχαριστώ πολύ, ειλικρινά!

Στις παραστάσεις σου, ειδικά στους μονολόγους, αυτούς τους χειροποίητους, που συζητάμε τώρα, επιλέγεις να έχεις έναν ενεργό ρόλο, καθώς πέραν της σκηνοθεσίας επιμελείσαι τον ήχο, τη μουσική, τους φωτισμούς και παράλληλα είσαι πάντα πάντα παρών στο θέατρο, αναγκαστικά είσαι εκεί. Πόσο απαιτητικό είναι αυτό;

Δε γίνεται να μην είμαι, ειδικά σε αυτές τις παραστάσεις, γιατί όπως σου είπα είναι οι πιο προσωπικές μου παραστάσεις, δηλαδή είναι πολύ δικές μου, τα κάνω όλα μόνος μου, δεν έχω καν και στις τρεις παραστάσεις που ανέφερες, δηλαδή στη Δούκισσα τώρα, στον Αίαντα και στην Κατερίνα, δεν είχα ούτε καν βοηθό, δηλαδή είμαι μόνο εγώ και ο ηθοποιός, κανείς άλλος, είναι πολύ προσωπική η δουλειά που γίνεται και πολύ το ψάξιμο, οπότε μετά μου είναι πολύ δύσκολο, αφενός το να αφήσω την παράσταση και να μην είμαι εκεί, γιατί νιώθω ότι είναι ένα εντός εισαγωγικών παιδάκι μου”, που πρέπει να το φροντίσω, αφετέρου επειδή είναι μόνος του ο εκάστοτε ερμηνευτής στη σκηνή, δε μου πάει να τον αφήσω να πάει μόνος του στο θέατρο, να ετοιμαστεί μόνος του, να παίζει την παράσταση μόνος του, νιώθω δηλαδή ότι πρέπει να έχει και κάποιον άλλον, έστω από κάτω, για να νιώθει λίγο πιο ασφαλής και για να νιώθει ψυχολογικά ότι δεν είναι τελείως μόνος του, όσο και αν είναι και μόνο η αίσθηση του ότι είμαι εκεί και εγώ νιώθω καλύτερα και εκείνος πιστεύω.

Υπάρχει σαφώς εκείνη την ώρα και αίσθημα εμπιστοσύνης και παρότι δεν ήσουν παρών στη σκηνή, όπως ας πούμε στην “Κατερίνα”, η ενέργειά σου και η χημεία σας ήταν  με τη Μαρία παρούσες στην αίθουσα.

Ναι, βέβαια, βέβαια. Πρέπει να είμαι, θεωρώ. Δηλαδή, είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για τον άνθρωπο με τον οποίο έχουμε δουλέψει τόσους μήνες μαζί ας πούμε, μετά δε μου πάει να τον αφήσω, να του πω πήγαινε παίξε μόνος σου. Μιλάω ειδικά σε αυτές τις παραστάσεις, που είναι τόσο ιδιαίτερες. Βέβαια, γενικά, εγώ πηγαίνω στις παραστάσεις. Δεν είμαι από τους σκηνοθέτες που φεύγω. Λείπω πολύ λίγο. Προσπαθώ να είμαι εκεί, γιατί η βασική μου λειτουργία εμένα είναι αυτή του ηθοποιού, που όταν τελειώνουν οι πρόβες, εγώ πρέπει να είμαι στο θέατρο, γιατί ηθοποιός είμαι κατά βάση. Οπότε αυτή η λειτουργία δε μου έχει φύγει. Δεν ξέρω αυτή τη λειτουργία του παραδίδω μια παράσταση και φεύγω, που ίσως να είναι η λειτουργία ενός πιο κανονικού σκηνοθέτη.

 

O Μονόλογος είναι ένα δύσκολο θεατρικό εγχείρημα, στο οποίο βέβαια έχεις αποδείξει πως γνωρίζεις πολύ καλά πως να το φέρεις εις πέρας, έχοντας πάντα στο πλάι σου εξαιρετικούς ηθοποιούς. Είπαμε για τη Λένα Παπαληγούρα, για τον Μιχάλη Σαράντη, για τη Μαρία Κίτσου. Θα μιλήσουμε ειδικότερα για τη Μαρία τώρα, λόγω και της παράστασης. Πριν όμως, θέλω να μου πεις, τι διακρίνεις στους ηθοποιούς που επιλέγεις και πιστεύεις πως μπορούν να υλοποιήσουν το αρχικό σου όραμα;

Κοίταξε, ειδικά στις παραστάσεις μονολόγου, αλλά και σε όλες τις παραστάσεις, ειδικά όμως στις παραστάσεις μονολόγου, αν δεν έχεις τον άνθρωπο που θα ερμηνεύσει τον ήρωα ή τους ήρωες που θα κάνεις, δεν έχεις τίποτα, δε μπορείς να κάνεις τίποτα. Οπότε πρέπει να έχεις ανθρώπους παθιασμένους, πολύ ταλαντούχους, έτοιμους για όλο αυτό το πράγμα που θα σηκώσουν στις πλάτες τους, γιατί το να έχεις μια παράσταση στις δικές σου πλάτες μόνο και να μην έχεις συμπαίκτες πάνω στη σκηνή, είναι πολύ βαρύ. Και σωματικά, καταβάλεις πολύ περισσότερη προσπάθεια να κρατήσεις μόνος σου τους θεατές για μιάμιση ώρα, αλλά και ψυχικά. Και γι’ αυτό προσπαθώ πάρα πολύ τόσο το φως όπως είπες, όσο και η μουσική να είναι οι συμπαίκτες των ανθρώπων αυτών πάνω στη σκηνή, αλλά να είναι επίσης και τα πατήματά τους, γιατί τεχνικά αν το δεις, τα πατήματα στο θέατρο είναι οι ατάκες του εκάστοτε ηθοποιού. Δηλαδή και κάτι να συμβεί, θα σου πει ο άλλος μια ατάκα παρακάτω, θα το πιάσεις το νήμα. Εδώ που είναι μονόλογος δεν έχει συμπαίκτη.Οπότε προσπαθώ να του δώσω για συμπαίκτες φώτα, ήχους, μουσικές, ώστε και κάτι να συμβεί, μια μουσική να τον οδηγήσει στο επόμενο, ένα φως να του πει που πρέπει να πάει. Δημιουργώ δηλαδή συμπαίκτες στους ηθοποιούς, που ταυτόχρονα ο θεατής τους βλέπει ίσως ως συμπαίκτες ή ως τους υπόλοιπους ερμηνευτές, γιατί παίζει δραματουργικό ρόλο για μένα το φως στην παράσταση, δεν παίζει απλώς το ρόλο του φωτός, δηλαδή να φωτίσω ένα σκηνικό ή έναν άνθρωπο, έχει δραματουργία το φως, έχει ρόλο. Οπότε είναι ένα παιχνίδι όλο αυτό, δύσκολο, αλλά θέλω να είναι και λίγο σαν παιχνίδι.

 

Εν προκειμένω τώρα, για τη Μαρία Κίτσου, αλλά και για τους άλλους ηθοποιούς στους μονολόγους σου, έχεις από πριν επιλέξει τον ή την ηθοποιό που θα παίξει ή γίνεται η επιλογή αφού ολοκληρωθεί το έργο, αφού σχηματιστεί η παράσταση;

Ειδικά για τη Μαρία, όταν αποφάσισα ότι θα ασχοληθώ με τη “Δούκισσα της Πλακεντίας”, πριν φτιαχτεί βέβαια το κείμενο, ξέροντας όμως τη βασική της ιστορία, ναι, σκέφτηκα τη Μαρία. Από εκεί και πέρα φτιάξαμε πολύ μαζί την παράσταση. Είναι μια πολύ προσωπική μας δουλειά, που και η Μαρία με βοήθησε πολύ στο κείμενο. Δηλαδή, όταν έκανα αυτή τη σύνθεση, μαζί κόβαμε και ράβαμε, με βοήθησε πολύ. Είναι μια χειροποίητη, προσωπική μας δουλειά. Η Μαρία είναι μια εξαιρετική ηθοποιός και είμαι πολύ τυχερός που την έχω και κυριολεκτικά τα δίνει όλα πάνω στη σκηνή, δεν κρατάει τίποτα, δεν αφήνει. Δηλαδή, βγαίνει και από την ώρα που βγαίνει, μέχρι το τέλος, είναι παρούσα 100%.

Ήταν όντως φανταστική! Το εισπράξαμε, της το είπαμε. Είναι πραγματικά υπέροχη! Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε με τη Μαρία, έτσι δεν είναι;

Είναι η πρώτη φορά, αν και γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια και πάντα μες στα χρόνια το λέγαμε, πότε θα μας προκύψει. Αλλά, ξέρεις, τώρα είναι και συγκυρίες όλα αυτά. Ήρθε η συγκυρία τώρα. Και θέλουμε να υπάρξουν κι άλλες στο μέλλον, γιατί εμένα, πρωτίστως με νοιάζει η πολύ καλή ανθρώπινη σχέση, πέρα από την επαγγελματική. Οπότε προσπαθώ με όλους τους ανθρώπους που δουλεύω, να υπάρχει ένα πολύ καλό κλίμα, να τους αγαπάω εντός και εκτός εισαγωγικών, γιατί αλλιώς, όταν έχεις έναν άνθρωπο εκεί πάνω, αν δεν τον αγαπάς, αν δεν τον εκτιμάς, αν δεν τον σέβεσαι, πώς θα του ζητάς τόσο δύσκολα πράγματα, γιατί είναι πολύ δύσκολα πράγματα αυτά που κάνουν. Οπότε εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους έχω εμπιστευτεί, με έχουν εμπιστευτεί και οι ίδιοι, μου έχουν αφεθεί και με αυτή την έννοια προσπαθώ να δημιουργώ σχέσεις ζωής, όσο μπορώ. Δε σημαίνει ότι θα συμβαίνει πάντα, αλλά το προσπαθώ. Με ενδιαφέρει, δηλαδή πολύ.

Γιώργο, θέλω να μας πεις λίγα πράγματα για σένα, τι κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου, αν υπάρχει, γιατί ξέρω ότι από πλευράς χρόνου -και δη ελεύθερου- είναι δύσκολα τα πράγματα, και από πού αντλείς έμπνευση για να έχεις κάθε χρόνο στο θέατρο νέες ιδέες;

Κοίταξε, εμπνέομαι μόνο διαβάζοντας. Δε μπορώ να πω ότι κοιτάω π.χ. κάτι και μου έρχεται μια έμπνευση. Δηλαδή τα ίδια τα κείμενα με οδηγούν να θέλω ή όχι να τα ανεβάσω στη σκηνή. Και γι’ αυτό εγώ δεν έχω κάνει αμιγώς θεατρικά έργα. Τα τελευταία χρόνια έκανα αμιγώς θεατρικά έργα. Τα προηγούμενα χρόνια έκανα κυρίως πράγματα, που δεν είχαν γραφτεί για θέατρο. Είτε ήταν ένα βιβλίο, είτε ήταν κείμενα, είτε ήταν συνεντεύξεις, είτε ήταν βιογραφίες, όπως η ζωή της Χαρούλας (σ.σ. Αλεξίου) ή τώρα της Δούκισσας. Δεν είναι δηλαδή θεατρικά όλα αυτά τα πράγματα. Είναι κείμενα που τα έφτιαξα για τη σκηνή. Οπότε οποιοδήποτε κείμενο, μου κάνει κάτι στην ψυχή και στο στομάχι, την ώρα που το διαβάζω και με κάνει να θέλω αυτό που ένιωσα να το μεταφέρω και στους θεατές, με εμπνέει να το οδηγήσω στη σκηνή.

Κατά τα άλλα, η ζωή μου επειδή χαρακτηρίζεται από πάρα πολλή δουλειά, ατέλειωτες ώρες δουλειάς, δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσα θα έλεγα. Μπορώ να πω ότι είναι και λίγο ξενέρωτη. Δηλαδή, κυρίως στο σπίτι μου είμαι, έχω εδώ και τις δυο γάτες μου. Είμαι όμως στη φάση που γενικά αισθάνομαι ότι θέλω να αρχίσω να μετριάζω τώρα την ποσότητα της δουλειάς και να δω και άλλα πράγματα από τη ζωή, που δεν είχε τύχει να τα δω, γιατί δεν προλάβαινα.

Θέλω πριν κλείσουμε να μου πεις μέχρι πότε θα πάει η «Δούκισσα της Πλακεντίας», αν θα την πάτε περιοδεία και αν έχεις επόμενα σχέδια για τη νέα σεζόν.

Η Δούκισσα θα συνεχίσει στο Θέατρο Βεάκη ως το Πάσχα, παράλληλα θα πάμε και στη Θεσσαλονίκη, στις 6,7 και 8 Μαρτίου και έπειτα στις 22 Μαρτίου στο Βόλο μετά θα πάμε περιοδεία και σε μερικές άλλες περιοχές, γιατί γενικά την ταξιδεύουμε, ήδη απ’ την αρχή, πήγαμε σε κάποιες πόλεις στην Ελλάδα, πήγαμε και στην Κύπρο, πάντα παράλληλα με την Αθήνα. Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο, κάτι συγκεκριμένο προς το παρόν, αλλά αυτό που σίγουρα έχω να σου πω,είναι ότι θα ήθελα να κάνω πια κάτι πιο κωμικό. Αυτό θα το ήθελα και ελπίζω να το καταφέρω, θα το επιδιώξω δηλαδή.

 

Θα κλείσω με την ερώτηση που κλείνω πάντα. Εμείς έχουμε μια συνήθεια στο Παλκοσένικο, αγαπάμε πολύ να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις καταγράφουμε σε “ψηφιακό χαρτί”. Ιστορίες που πιθανώς να μην φωτίστηκαν από τους προβολείς, να συνέβησαν στο Φουαγιέ, στο Διάδρομο, στα Καμαρίνια. Έχεις κάτι που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας και που έχει μείνει χαραγμένο για κάποιο λόγο στη μνήμη σου;

Κοίταξε, θα σου πω για μια συζήτηση, που είχαμε χθες με τη Λένα (σ.σ. Παπαληγούρα), με την οποία είχαμε λίγο καιρό να βρεθούμε. Λέγαμε λοιπόν πως τώρα που γενικά είμαστε σε μια φάση που μεγαλώνουμε και η Λένα έχει κάνει παιδιά κλπ. και έχει περάσει καιρός πια από όλο αυτό που έγινε τότε με την Κατερίνα, που ήταν ένα τεράστιο κύμα και για τους δυο μας και που μας άλλαξε κυριολεκτικά τις ζωές, στην πραγματικότητα δεν το χαρήκαμε. Ήταν τόσο μεγάλη η ευθύνη μας, για να είναι πάντα καλή η παράσταση, συνεχώς να τρέχουμε και όλο αυτό το πράγμα… Ζούσαμε ένα πράγμα τόσο μεγάλο, με τόσο μεγάλη απήχηση και αποδοχή από τον κόσμο, για τόσα πολλά χρόνια, που από την ανάγκη μας να είμαστε σωστοί και υπεύθυνοι απέναντι σε αυτό και από το φόβο να μην ψωνιστούμε, ότι κάναμε κάτι και όλες αυτές τις αγωνίες, που όλοι έχουμε, στην πραγματικότητα τότε δεν το ευχαριστηθήκαμε, δεν το χαρήκαμε, όσο τώρα που είμαστε έξω απ’ αυτό και το βλέπουμε.

Είχαμε αυτή την κουβέντα και το νιώθαμε και οι δυο και δεν το είχαμε εκμυστηρευτεί ο ένας στον άλλον ποτέ. Και το είπαμε τώρα ταυτόχρονα, για πρώτη φορά και σε αυτή τη φάση. Και όλο αυτό τώρα ως μήνυμα πλέον το λέω, ότι τελικά πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ευχαριστιόμαστε τα πράγματα την ώρα που γίνονται. Όταν εσύ είσαι μέσα σε αυτό, μπορεί ο άλλος απ’ έξω να το βλέπει σαν κάτι μεγάλο, να σου λέει “α, εσύ κάνεις επιτυχία και γίνεται χαμός με όλο αυτό, αλλά εσύ που είσαι μέσα, δεν το ζεις έτσι όπως το βλέπει ο κόσμος απ’ έξω, γιατί έχεις την αγωνία όλου αυτού του πράγματος, του να είναι πάντα καλό και ειδικά όταν ακούγονται καλά πράγματα για μία παράσταση, μετά φοβάσαι να εφησυχάσεις, γιατί θες και ο άλλος που θα έρθει να τη δει, ακριβώς επειδή άκουσε καλά, να πει ότι όντως είναι στο επίπεδο αυτό και είχαν δίκιο και όχι να εφησυχάσεις και να αφεθείς και μετά να πεις εντάξει, τώρα λένε καλά, άστο… Όλη αυτή η ευθύνη και όλη αυτή η αγωνία, τελικά σε κάνουν να μην έχεις αυτή την ελαφράδα και τη χαρά. Όλο αυτό σε κρατάει και τελικά δεν το ευχαριστιέσαι.

Και μου έκανε πολλή εντύπωση, που μου το είπε και η Λένα τώρα, δηλαδή το είπαμε μαζί, ήταν αυτό που σκεφτόμασταν. Οπότε πρέπει να πάρουμε και ένα μάθημα, ότι αν γίνεται, να ευχαριστιόμαστε τα πράγματα και την ώρα που γίνονται. Αν μπορούμε, καλό θα ήταν. Χωρίς να έχουμε την αγωνία ή το φόβο ότι επειδή μπορεί να χαρούμε λίγο, να ευχαριστηθούμε, θα το χαλάσουμε. Είναι αυτή η ενοχή καμιά φορά στη χαρά. Είναι μια συνειδητοποίηση και για εμάς τους ίδιους, και για τους άλλους, πως δεν πειράζει αν πάνε καλά τα πράγματα, να τα χαρούμε λίγο και να τα ευχαριστηθούμε. Ας μην έχουμε ενοχές και για αυτό. Καμιά φορά το βάρος της ευθύνης δεν το επιτρέπει αυτό στον εαυτό σου. Και δεν το καταλαβαίνεις καν το ότι δεν του το επιτρέπεις. Μετά το βλέπεις, απ’ έξω.

Σε ευχαριστώ πάρα, πάρα πολύ. Ήταν μεγάλη χαρά και τιμή να κουβεντιάζουμε σήμερα στο Παλκοσένικο, με αφορμή αυτή την πραγματικά υπέροχη παράσταση, τη «Δούκισσα της Πλακεντίας», που προτείνουμε σε όλους να έρθουν στο Θέατρο Βεάκη και να την παρακολουθήσουν!

Ευχαριστώ και εγώ Διονύση και χάρηκα και εγώ πολύ που τα είπαμε!


*Κεντρική φωτογραφία: Κώστας Σοχορίτης – Φωτογραφίες παράστασης: Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα

 

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα