Κουβεντιάζοντας με τον Ανδρέα Ζαφείρη

Επιμέλεια συνέντευξης: Τασιάνα Τσιάκου

 

Η πρώτη επαφή με το θέατρο «Σκηνή Brecht-2510» αφήνει μια αίσθηση παγωμένου χρόνου…Το κτίριο χτίστηκε το 1939 και διαθέτει 2 καταφύγια!Αλλα είναι κι εκείνη η φωτογραφία της Κατερίνας Γώγου από την παράσταση που θα φιλοξενείται πάλι από τον ερχόμενο Οκτώβρη, η οποία σε προδιαθέτει για κάτι διαφορετικό. Στην είσοδο βρισκόταν, σαν ένας από εμάς, τους θεατές, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας του έργου Ανδρέας Ζαφείρης, για να μας δώσει κάποιες πρώτες πληροφορίες για τον δικό του «Μεγάλο Δικτάτορα», τον βασισμένο στο ομώνυμη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν (1940). Πρόκειται για μια ανατρεπτική, αντιπολεμική, αντιρατσιστική κι αντιφασιστική μουσικοθεατρική σάτιρα, προσαρμοσμένη στα δεδομένα της εποχής μας μ΄ έναν έξυπνο και άμεσο τρόπο. Αλλά ας αφήσουμε τον σκηνοθέτη να μας μιλήσει γι΄αυτήν.

 

Μιλήστε μας για τον χώρο που φιλοξενεί την παράσταση. Πώς και γιατί τον επιλέξατε; Τι έχει να μας διηγηθεί; Ποιες παραστάσεις έχει φιλοξενήσει φέτος; Τι σχέδια υπάρχουν για το μέλλον;

Η Σκηνή Brecht-2510 ξεκίνησε να λειτουργεί το φθινόπωρο του 2025. Είναι ουσιαστικά η συνέχεια του Θεάτρου 2510, και υπάγεται, όπως και αυτό, στο Συνεργατικό Χώρο 2510, το μεγαλύτερο αντίστοιχο εγχείρημα στη χώρα μας, με πάνω από 50 εργαζομενους να προσπαθούν να «οικοδομήσουν» έναν πολιτιστικό χώρο, μη επιχειρηματικό και ταυτόχρονα ουσιαστικά ανεξάρτητο. Φιλοξενεί τις δικές του παραστάσεις, όπως είναι ο «Μεγάλος Δικτάτωρ» και το έργο «Μακρόνησος-Τρωάδες», αλλά φιλοξενεί και άλλες ομάδες. Ο συγκεκριμένος χώρος επιλέχθηκε γιατί αφενός πληρεί τα υλικοτεχνικά κριτήρια για ένα τέτοιο εγχείρημα, αφετέρου είναι ένας χώρος με μεγάλη ιστορική διαδρομή. Για το μέλλον το κύριο σχέδιο/όραμα/όνειρο είναι να ανοιχτεί ακόμη περισσότερο σε νέους δημιουργούς και να δώσει στέγη σε καλλιτέχνες που δεν «χωράνε» σε περιορισμένους ουρανούς.

 

 

Πότε και πώς εμπνευστήκατε τον δικό σας «Μεγάλο Δικτάτορα;»

Αμέσως μετά τα γεγονότα στη Βενεζουέλα, όταν δηλαδή φάνηκε καθαρά ότι πλέον έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που θυμίζει πολύ το 1938-39. Όταν δηλαδή αυτό που θα λέγαμε «διεθνής νομιμότητα», με όσα ήδη προβλήματα είχε, περνούσε σε ένα άλλο επίπεδο: αυτό της απροκάλυπτης, χωρίς κανένα πρόσχημα, επιθετικότητας. Στο σημείο εκείνο όπου η βαρβαρότητα δεν χρειάζεται ούτε καν τα ελάχιστα προσχήματα και, γυμνή, φλερτάρει με την παράνοια και το γκροτέσκο.

 

Πώς βίωσαν οι ηθοποιοί το έργο; Φαίνεται πραγματικά να το διασκεδάζουν , αλλά και να ζουν μέσα στην πραγματικότητά του. Είδαμε πραγματικά απολαυστικές ερμηνείες, υποκριτικές και φωνητικές… Τι ζήσατε στις πρόβες;

Μια κωμωδία, περισσότερο από κάθε άλλο είδος θεάτρου, οφείλει να διασκεδάζει με τον εαυτό της. Να αυτοσαρκάζεται, να ανακαλύπτει και να αμφισβητεί συνεχώς τα ίδια της τα ευρήματα και τις ανύπαρκτες βεβαιότητές της. Ο σκηνοθέτης οφείλει, περισσότερο από κάθε είδους θεάτρου, να διαμορφώνει ένα πλαίσιο ελευθερίας για τον ηθοποιό. Η έμφαση στην έκφραση είναι τόσο στη λέξη ελευθερία, όσο και στη λέξη πλαίσιο. Όσο ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός στείρου, στεγνού, ασφυκτικά (περι)ορισμένου ρόλου, άλλο τόσο κι ενός ρόλου που θα τείνει στο άπειρο της αυτοϋπονόμευσης. Εκεί ο σκηνοθέτης πρέπει να βρει τη δική του χρυσή τομή.

 

 

Τι ρόλο παίζει η μουσική στο έργο σας; Πώς σκεφτήκατε να την εντάξετε και να την δέσετε στην υπόθεση;

Το ρόλο της «ομορφιάς που θα σώσει τον κόσμο». Δίπλα σε ένα εφιαλτικό παρόν, έστω και ακραία κωμικά δοσμένο, η μουσική, συμβολίζοντας την τέχνη, δηλαδή την αρμονία και την αναρχία μαζί. Η προαιώνια διαδρομή του ανθρώπου προς την ουτοπία της δικαιοσύνης και της ισότητας, ισορροπεί και, τελικά, οριοθετεί τη φρίκη: ο άνθρωπος θα είναι η τελική απάντηση.

 

Από ποια στάδια θα θέλατε να περάσει ο θεατής κατά τη διάρκεια του έργου; Τι αποτύπωμα θα θέλατε ν’ αφήσει η δουλειά σας σ’ αυτόν;

Προβληματισμός (λογική δηλαδή) αλλά και συναίσθημα. Γιατί απαιτούνται και τα δυο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, αλλά και να τον αλλάξουμε. Ο θεατής κάθε μέρα «υποβάλλεται» σε ένα βομβαρδισμό πληροφορίας. Ή, πιο σωστά, δήθεν πληροφορίας. Χρειάζεται και το μυαλό και η καρδιά για να μπορέσει να διακρίνει, τελικά, τι από όλο αυτό το, ψευδώς πλουραλιστικό, χάος θα του επιτρέψει να πάρει το μονοπάτι για να αλλάξει αυτή τη φρίκη. Αλλά κι αν το χάσει, πάντα θα υπάρχουν δυο αθώα, παιδικά μάτια, μέσα του ή γύρω του ή και ακόμη πιο μακριά, που θα του το θυμίζουν. Ο τελικός λόγος είναι αυτό ακριβώς.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα