Κουβεντιάζοντας με τον Γιάννη Αναστασάκη

Επιμέλεια Συνέντευξης: Μαλαπέτσας Διονύσης

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να κουβεντιάζει με τον Γιάννη Αναστασάκη που σκηνοθετεί την παράσταση “Το Χελιδόνι”, η οποία ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο ΕΛΕΡ.

Το έργο του Κλούα προσεγγίζει ένα πολύ δύσκολο θέμα, τη διαχείριση της άδικης απώλειας αγαπημένων προσώπων. Υπάρχει κάποιο γεγονός που σας έκανε να επιλέξετε να ανεβάσετε ξανά την παράσταση αυτή;

Συμβαίνουν πολλά γεγονότα γύρω μας, βλέπουμε συμπεριφορές, νιώθουμε τη στάση αυτών που υποφέρουν, ακούμε γνώμες κι απόψεις συχνά μισαλλόδοξες κι αφοριστικές. Θέλοντας και μη, παίρνουμε θέση μέσα στην πραγματικότητα, που μας περιβάλλει. Δε χρειάζεται, λοιπόν, να συμβεί κάτι τόσο μεγάλο και τόσο τραγικό, όπως αυτό που ώθησε τον Γκιλιέμ Κλούα να γράψει το έργο μας. Αρκούν τα “μικρά” για να μας κινητοποιήσουν. Κι οφείλουμε να τους δίνουμε σημασία. Το ΧΕΛΙΔΟΝΙ αγγίζει πληγές που ακόμη αιμορραγούν. Έτσι νιώθω. Γι΄ αυτό κι αποφασίσαμε να το ανεβάσουμε φέτος στη σκηνή.

Η απώλεια, όσο σκληρή κι αν είναι, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να τη διαχειριστεί κάνεις. Στο έργο συγκρούονται δύο τέτοιοι τρόποι διαχείρισης. Υπάρχει σωστός και λάθος;

“Τα ίδια λάθη” κάνουμε πάντα, όπως μου θυμίζει ο φίλος μου ο Ηρακλής. Δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον πόνο, να αντέξουμε μια οδυνηρή απώλεια και ταυτόχρονα να ‘χουμε τις κεραίες μας ανοιχτές στον άλλο που πονά. Γινόμαστε σκληροί κι αυστηροί κι άδικοι. Στο έργο μας, όμως, οι διαδρομές των δύο προσώπων προς την αποδοχή και την αγάπη συναντιούνται. Κι αυτό γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο από τον συγγραφέα.

Μπορεί τα μαζικά τρομοκρατικά χτυπήματα να μην αφορούν άμεσα στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι ακόμα, ωστόσο έχουμε και εμείς τις δικές μας μαζικές τραγωδίες. Ενυπάρχει πολιτικό μήνυμα στο έργο;

Αν υπάρχει ένα “μήνυμα” που βγαίνει από το έργο είναι να τολμάμε να δεχόμαστε την αλήθεια, να μοιραζόμαστε τους φόβους και τις επιθυμίες μας καταρχήν μέσα στην οικογένεια και κατόπιν στο στενό κύκλο των φίλων και στον ευρύτερο- της κοινωνίας. Δεν είναι εύκολο. Θέλει τόλμη! Ξέρετε, αυτές οι διακηρύξεις περί “συμπεριληπτικής κοινωνίας” εμένα δε με πείθουν. Πολλοί τις εκμεταλλεύονται υποκριτικά και συμπληρώνουν τις φράσεις τους με την “ενσυναίσθηση”. Κούφια λόγια. Κατακρίνουν κάποιοι- κι είναι πολλοί- για “δικαιωματισμό” αυτές, αυτούς κι αυτά που διεκδικούν την ύπαρξή τους, την αναγνώριση της προσωπικότητάς τους. Δεν είναι…δικαιωματισμός αυτό, δεν είναι…ατζέντα- είναι ο μόνος τρόπος να φωνάξουν: “Είμαι εδώ και είμαι άνθρωπος και απαιτώ να με δεις και να με ακούσεις, όπως το κάνω κι εγώ για σένα. Δεν είμαι παρίας, απόκληρος, λειψός, εγκληματίας, ανώμαλος, μίασμα!”. Υποτίθεται ότι αυτά τα ζητήματα θα έπρεπε το 2026 να έχουν λυθεί. Έχουμε δρόμο ακόμα.

Δύο άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο καλούνται να σηκώσουν το βάρος και την ένταση της πλέον πολύνεκρης τραγωδίας των ΗΠΑ. Πόσο περιοριστική ήταν η συνθήκη αυτή σκηνοθετικά αλλά και ερμηνευτικά;

Ευτυχώς, το έργο δεν επιχειρεί να ανασυνθέσει την τραγωδία του Ορλάντο. Τη φέρνει έμμεσα στη σκηνή. Ο Κλούα μοιάζει να αναφέρεται σε ένα φανταστικό γεγονός που έχει συμβεί στην Ισπανία κι εμείς διακριτικά στην παράσταση αφήνουμε να εννοηθεί ότι μπορεί να είχε συμβεί και στη χώρα μας- μόνο τα ονόματα αλλάζουν. Ο τρόπος που αναπτύσσεται το έργο δίνει τη δυνατότητα στους δυο ηθοποιούς να αναμετρηθούν με την ψυχοσύνθεση των δύο προσώπων που ερμηνεύουν, να φέρουν στην επιφάνεια τις αντιδράσεις τους, να κρύψουν συναισθήματα, να αντέξουν ως το τέλος την ουσιαστική αντιπαράθεση, να χειριστούν την επόμενη φράση, να εκφραστούν με μια κίνηση. Είναι εξαιρετικοί και δύο- εγώ, απλώς, προσπάθησα να τους βοηθήσω στην πολύ δύσκολη προσπάθειά τους.

Το χτύπημα στο Pulse είχε πολλαπλώς ρατσιστικό χαρακτήρα, καθώς πέραν του φονταμενταλισμού, οι περισσότεροι θαμώνες ήταν μέλη της LGBTQ+ κοινότητας. Δέκα χρόνια αργότερα που θεωρείτε πως βρίσκεται η ανθρωπότητα σε σχέση με το ρατσισμό, κάνει βήματα προς τα εμπρός ή προς τα πίσω;

Το έθιξα και πριν: έχουν γίνει βήματα και γίνονται και τώρα που μιλάμε, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς. Δεν αρκούν οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν γίνει. Στη συνείδηση του κόσμου υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν. Και προσπαθούμε με την τέχνη μας να πάμε κόντρα στον υφέρποντα ή καλπάζοντα ρατσισμό. Ο κίνδυνος μοιάζει να είναι εκεί έξω- όμως είναι και μέσα μας! Έχουμε διμέτωπο αγώνα…

 

Στο «Χελιδόνι», η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακά και με μεγάλη συναισθηματική ένταση. Πιστεύετε ότι η αλήθεια λυτρώνει τελικά τον άνθρωπο ή τον επιβαρύνει;

Η Αλήθεια λυτρώνει. Δεν έχω καμιά αμφιβολία για αυτό. Τα πολλά ψέματα μας έχουν γίνει βάρος ασήκωτο. Η Αλήθεια ανοίγει μια ρωγμή στον ουρανό για να πετάξουμε. Είναι γενναιόδωρη. Κι όποτε λάμπει φέρνει την Άνοιξη. Σαν το ΧΕΛΙΔΟΝΙ του έργου μας.

 

Ένα τραγούδι είναι η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι καταπιεσμένων συναισθημάτων. Τελικά, η τέχνη είναι ένας τρόπος να “γιατρεύουμε”  την απώλεια;

Έχει πολλές λειτουργίες η Τέχνη. Κι όπως το λέτε, γιατρεύει. Επουλώνει πληγές, Αλλά και φωτίζει, ανακουφίζει, εμπνέει! Η μουσική, το θέατρο, ο χορός, το σινεμά, η ζωγραφική, η γλυπτική, η ποίηση, η πεζογραφία είναι συμπαραστάτες μας. Μας τρέφουν. Δε μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς Τέχνη.

Πώς ανταποκρίνεται το ελληνικό κοινό σε μια τόσο φορτισμένη ιστορία; Υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις θεατών που να ξεχωρίσατε;

Το κοινό συγκινείται με την παράστασή μας. Νομίζω πως φεύγει και με κάποιες καινούριες σκέψεις για τη ζωή του. Αυτή η μικρή μετακίνηση που συμβαίνει, εμένα με χαροποιεί πολύ. Και βλέπω και πόσο πολύ περισσότερο δίνει χαρά στον Κυριάκο και στη Μαρία που για περίπου 75 λεπτά “συνταξιδεύουν” με τους θεατές σε μια  πραγματικά αδιαμεσολάβητη επικοινωνία.

Δείτε ακόμα