Κουβέντες στο φουαγιέ με την Ομάδα Furiae.
Η παράστασή μας, «Όνομα Μητρός Λίλιθ», έχει ήδη ξεκινήσει το ταξίδι της στο Θέατρο του Μικρού Κεραμεικού από τις 21 Απριλίου, κάθε Τρίτη στις 21:00. Απομένουν ακόμη πέντε παραστάσεις, ενώ μετά το τέλος αυτού του κύκλου θα πραγματοποιηθούν δύο παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Artbox Fargani, στις 13 και 14 Ιουνίου.
Η πορεία του έργου ξεκίνησε το 2023 με την τότε ομάδα Atropa Belladonna, μέσα από την οποία πειραματιστήκαμε με τη δημιουργία ενός έργου που συνδυάζει στοιχεία devised theatre και παραδοσιακής συγγραφής κειμένου. Το έργο αποτελείται από οκτώ σκηνές: τέσσερις από αυτές αποτελούν πρωτότυπο κείμενο της συγγραφέως Μαριάντζελα Κατσιαβριά και τέσσερις μονολογικές σκηνές, οι οποίες βασίζονται σε προσωπική δουλειά και αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών, μέσα από τους οποίους προκύπτει το τελικό σκηνικό αποτέλεσμα.
Μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου, το κείμενο και η μορφή της παράστασης άλλαξαν ριζικά. Τέσσερις νέες ηθοποιοί, η Γεωργία Αμανατίδου-Καδόγλου, η Σύλβια Ευσταθιάδου, η Βασιλική Μανουσάκη και η Μυρσίνη Πετρίδη, μπήκαν στη διαδικασία και μαζί τους γεννήθηκαν νέες ανάγκες, νέες διαδρομές και νέοι αυτοσχεδιασμοί. Μέσα από αυτή τη διαδικασία και με την πολύτιμη συμβολή της βοηθού στη σκηνοθεσία, Λίλας Παντελίδου, δημιουργήθηκε ένα νέο έργο, με νέα πνοή και νέα κατεύθυνση. Για εμάς, η παράσταση αυτή αποτελεί ένα παράδειγμα του πόσο σημαντικό είναι το βίωμα στη θεατρική συνθήκη. Πιστεύουμε πως το θεατρικό κείμενο πρέπει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ανοιχτός στις επιρροές, στα βιώματα και στις ανάγκες των ανθρώπων που το πραγματώνουν πάνω στη σκηνή.
Η παράσταση παρακολουθεί οκτώ γυναίκες που έρχονται αντιμέτωπες με το σύστημα έμφυλης καταπίεσης που τις περικλείει και τις εγκλωβίζει. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι τέσσερις Μοίρες, μορφές συνήθως ψυχρές και αδιάφορες απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, οι οποίες αρχίζουν σταδιακά να εμφανίζουν τις πρώτες τους ρωγμές. Από την άλλη, τέσσερις θνητές γυναίκες, δυνατές και ευάλωτες ταυτόχρονα, παλεύουν σε μία άνιση μάχη απέναντι στην ισχύ των Μοιρών και του προαποφασισμένου τέλους τους. Για εκείνες, η βία δεν τελειώνει ούτε με τον θάνατο. Μόνο όταν βρίσκουν η μία την άλλη μπορούν να ξεφύγουν από τη σκληρότητα της μοίρας τους.

Στο τέλος του έργου επιστρέφουμε ξανά στις τέσσερις Μοίρες, οι οποίες αναγκάζονται —ίσως πολύ αργά— να αναγνωρίσουν τον ρόλο που έπαιζαν στη διαιώνιση της βίας μέσα στην οποία γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν οι γυναίκες. Παρ’ όλα αυτά, για εμάς οι Μοίρες δεν αποτελούν την ίδια την πηγή του κακού, αλλά ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος, το οποίο όχι μόνο επιτρέπει αλλά και τρέφεται από την έμφυλη βία.
Η μοίρα, μέσα στο έργο, λειτουργεί ως αντανάκλαση της εξουσίας, των κοινωνικών συστημάτων αλλά και της θρησκείας. Μας απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι ανθρώπινες κατασκευές μάς κάνουν να πιστεύουμε πως είναι πιο ισχυρές από εμάς και πως η βία, οι πόλεμοι και ο θάνατος είναι κάτι αναπόφευκτο, κάτι προορισμένο να συμβεί, απέναντι στο οποίο δεν έχουμε δύναμη. Η μοίρα, λοιπόν, ως μηχανισμός, μας απενεργοποιεί, μας νεκρώνει και τελικά μας βολεύει σε μία θέση αδυναμίας, όπου δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα.
Κεντρικός άξονας του έργου είναι η διερεύνηση της έμφυλης βίας: από πού προέρχεται, ποιος τη διατηρεί και πώς αντιδρούμε απέναντί της. Παράλληλα, μας απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο οι γυναικείες ταυτότητες αλλάζουν μέσα στον χρόνο και αποτυπώνονται στη μνήμη. Έτσι, φτάνουμε στο βασικό θέμα του έργου, που είναι η συλλογική μνήμη. Αναρωτιόμαστε κατά πόσο η συλλογική μνήμη μπορεί να αποτελέσει ένα πραγματικά ισχυρό πολιτικό εργαλείο, αλλά και κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός χειραγώγησης, που μας οδηγεί να θυμόμαστε ή να ξεχνάμε την ιστορία μόνο όπως κάποιοι άλλοι επιθυμούν.
Γι’ αυτό και το έργο φέρει τον τίτλο «Όνομα Μητρός Λίλιθ». Το «όνομα μητρός» προέρχεται από την ανάγκη μας να θυμόμαστε τις μητέρες μας και τις γυναίκες της ζωής μας, σε έναν κόσμο όπου ακόμη και οι πιο απλές γραφειοκρατικές διαδικασίες μάς ζητούν πάντοτε το όνομα πατρός και σχεδόν ποτέ το όνομα μητρός.
Η προσθήκη του «Λίλιθ» λειτουργεί περισσότερο ως αίσθηση μέσα στην παράσταση. Για εμάς, η Λίλιθ αποτελεί μία από τις πρώτες γυναικείες μορφές που έμειναν στη συλλογική μνήμη παρεξηγημένες και αλλοιωμένες. Αυτό είναι και το κοινό στοιχείο που συνδέει τις τέσσερις ηρωίδες του έργου — τη Μέδουσα, την Πανδώρα, την Κασσάνδρα και την Ευρυδίκη. Όλες έχουν παραμείνει στη συλλογική μνήμη ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά υπήρξαν ή έζησαν.
Μέσα από την παράσταση επιχειρούμε να ξαναγράψουμε αυτές τις ιστορίες με τρόπους που σχετίζονται άμεσα με τα βιώματα και τις ανάγκες των ίδιων των ηθοποιών. Οι ηθοποιοί καλούνται να ενσαρκώσουν διπλούς ρόλους, καθώς η καθεμία υποδύεται μία ηρωίδα αλλά και μία Μοίρα. Πιστεύουμε πως αυτή η διαδικασία τις έχει φέρει αντιμέτωπες τόσο με τον τρόπο που αναπαράγεται η βία όσο και με τον τρόπο που οι ίδιες τη βιώνουν. Το γεγονός ότι σε κάθε σκηνή καλούνται είτε να βιώσουν είτε να ασκήσουν τη βία έχει επηρεάσει βαθιά όχι μόνο την υποκριτική διαδικασία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το ίδιο το θέμα του έργου.
Ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα διατρέχει ολόκληρη την παράσταση. Από την αρχή μέχρι το τέλος επανέρχονται οι ίδιοι ήχοι και μοτίβα. Οι σκέψεις του κοινού γύρω από το τι μπορεί να συμβολίζουν είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτες. Ωστόσο, για εμάς ήταν σημαντικό, στο τέλος του έργου, το μουσικό θέμα να συνεχίζει να ακούγεται ανεξάρτητα από την αντίδραση των Μοιρών. Με αυτή την επιλογή θέλαμε να υπογραμμίσουμε πως, ακόμη και όταν κάποιος αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή του στη βία, το ίδιο το σύστημα συνεχίζει να υπάρχει και να λειτουργεί.
Μετά από τις πρώτες παραστάσεις, συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο πως, όσο αγχωτική κι αν είναι η έκθεση πάνω στη σκηνή, το μοίρασμα με το κοινό είναι βαθιά ουσιαστικό. Η παράσταση περιλαμβάνει και ένα διαδραστικό στοιχείο, το οποίο βλέπουμε να αφορά όλο και περισσότερο τους θεατές, κάτι που μας δείχνει πως το έργο καταφέρνει να ανοίγει πραγματικά έναν διάλογο.
Επιμέρους θεματικές που μας απασχολούν μέσα από τους μονολόγους και τις σκηνές είναι το κουήρ βίωμα, η ζωή στην αφάνεια, η αντι-βία, η αυτοάμυνα, ο επανατραυματισμός των θυμάτων και η υστερικοποίηση των γυναικών.
Η παράσταση αυτή μάς έχει φέρει αντιμέτωπες και με τις δυσκολίες της θεατρικής παραγωγής στην Ελλάδα — ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μία παραγωγή που αποτελείται από νέες γυναίκες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από αυτή τη διαδικασία έχουμε καταλάβει τι πραγματικά έχει αξία: να συνεχίζουμε να λέμε αυτά που θέλουμε και να δημιουργούμε χώρο ώστε να μπορούν να ακουστούν.


