Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί την ηθοποιό Κωνσταντίνα Ρουμελιώτη και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση «Ο τελευταίος αντάρτης», στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει κάθε Τρίτη στις 21.00 στο Θέατρο Άβατον.
Τι σε οδήγησε να λάβεις μέρος στη συγκεκριμένη παράσταση και τι σε συγκινεί περισσότερο στο έργο αυτό;
Όταν επικοινώνησε μαζί μου η Λυδία (Ορφανουδακη) ότι με έχει σκεφτεί για έναν ρόλο και αν ήθελα να κάνω μια ακρόαση με την σκηνοθέτη γι’αυτό, είχα την περιέργεια να δω για ποιο ρόλο με είχε σκεφτεί. Από τον τίτλο του έργου είπα από μέσα μου: “Κάτι δυνατό συμβαίνει εδώ”. Η ανάγνωση του με συγκλόνισε, με συγκίνησε και με ταρακούνησε. Δεν με ενδιέφερε ο ρόλος. Αλλά το να γίνω κομμάτι αυτής της παραγωγής.
Ιδίως το κομμάτι που σαν απλοί παρατηρητές εξιστορούμε αληθινά βασανιστήρια σε πραγματικούς ανθρώπους, ειναι αυτό το οποίο πάντα συνοδεύεται από έναν κόμπο στο λαιμό ειδικά αν σκεφτεί ότι το ίδιο παρατηρητές γινόμαστε και σήμερα πολλές φορές σε αντίστοιχες φρικαλεότητες
Στην παράσταση υποδύεστε πέντε υπαρκτές γυναίκες, αν μπορούσατε να τις συναντήσετε σήμερα, υπάρχει κάτι που θα ήθελες να τις ρωτήσεις;
Θα ήθελα να τις ρωτήσω αν νιώθουν υπερήφανες για αυτό που είμαστε εμείς τώρα σαν γυναίκες, σαν άνθρωποι γενικά. Αν θεωρούν ότι άξιζε όλο αυτό.

Μέσα από τις ιστορίες πέντε γυναικών πως καταφέρνει τελικά και αναδεικνύεται η ιστορία ενός αντάρτη και κατ’ επέκταση της τελευταίας ομάδας του ΔΣΕ στο Γράμμο;
Υπάρχει η ιστορία του Τάκη Σάντρα (του αντάρτη), που εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία των γυναικών, μέσα από οπτικοακουστικό υλικό από τον ίδιο τον αντάρτη. Εκεί φαίνεται η δική του ιστορία καθαρά. Από την άλλη η δική μας παρουσία δείχνει όλο το πλαίσιο που υπάρχει εκείνη την εποχή και όλα τα γεγονότα. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον θεατή, ώστε να μπορεί να καταλάβει όσο το δυνατόν καλύτερα αυτήν την δεκαετία που έγιναν τόσα πολλά και καλείται να τα αντιληφθεί μέσα από μια και μόνο παράσταση.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η παράσταση εντάσσεται στην κατηγορία του θεάτρου – ντοκουμέντο, ένα είδος που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δημοφιλία. Πιστεύετε πως χρειάζονται περισσότερες τέτοιες παραστάσεις που να δραματοποιούν ιστορικά τεκμήρια;
Νομίζω πως ναι. Υπάρχουν 3 είδη θεατών. Αυτοί που γνωρίζουν, αυτοί που δεν γνωρίζουν και αυτοί που ξέρουν λίγα πράγματα. Η μυθοπλασία που περιβάλλει αυτές τις παραστάσεις δεν παρεμποδίζουν την ανάδειξη των ιστορικών τεκμηρίων. Αντίθετα τα αναδεικνύουν. Φεύγοντας από μια τέτοια παράσταση μετά, ένα μεγάλο ποσοστό θα ψάξει, θα διαβάσει, θα μάθει η θα θυμηθεί τα γεγονότα. Η παράσταση είναι η σπίθα. Μετά την σκυτάλη την παίρνει ο κόσμος. Και πρέπει να γίνει αυτό.
Γιατί η φράση “αν δεν θυμάσαι την ιστορία, η ιστορία επαναλαμβάνεται” είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Μετατοπίστηκε η οπτική σου προς κάποια κατεύθυνση για το ζήτημα του εμφυλίου;
Ήμουν και γω στην κατηγορία που γνωρίζω λίγα και μπερδεμένα πράγματα. Μόλις διάβασα το έργο, άρχιζα να ψάχνω τα πάντα σχετικά με εκείνη την εποχή, την κατοχή, τον εμφύλιο. Σίγουρα έμαθα πολλά καινούργια πράγματα και μου έδωσε απαντήσεις για γεγονότα του τώρα που συνδέονται με το τότε. Η οπτική μου δεν άλλαξε, αλλά σίγουρα έγινε μέσα μου πιο σαφές ότι δυστυχώς ο εμφύλιος είναι πιο άσχημος και από τον χειρότερο εχθρό…
Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά την περίοδο της Κυβέρνησης του Βουνού, το 1944. Θεωρείς πως η ιστορία των γυναικών αποσιωπάται διαχρονικά από την αστική ιστοριογραφία, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για γυναίκες που έκαναν σαφείς αγωνιστικές και πολιτικές επιλογές;
Μα φυσικά. Παραγκωνίζονται και περιθωριοποιούνται ιστορίες γυναικών και λόγω του φύλου και λόγω της πολιτικής ταυτότητας. Είναι αυτές οι απαντήσεις που βρήκα προσωπικά όταν ασχολήθηκα με το συγκεκριμένο έργο. Το δικαίωμα των γυναικών στον θεσμό του εκλέγειν και εκλέγεσθαι το γνώριζα για το 1952. Δεν είχα ιδέα ότι 8 χρόνια πριν η κυβέρνηση του Βουνού το είχε θεσπίσει. Το ανδρικό φύλο πρωταγωνιστει ιστοριογραφικά σε θέματα εξουσίας, ηγεσίας και εξελίξεων. Η γυναίκα μπαίνει σε δεύτερο ρόλο, (αν μπαίνει κιόλας). Εύχομαι ν’ αλλάξει αυτό και νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει η τάση να γίνει.

