Κριτική Θεάτρου – Μήδεια σε σκηνοθεσία Nikita Milivojevic

Γράφει η Ελπινίκη Νίνου

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, η Μήδεια ακόμη ουρλιάζει

 

Υπάρχουν παραστάσεις που ξεκινούν με την πρώτη ατάκα.

 

Κι υπάρχουν παραστάσεις που έχουν ήδη αρχίσει πριν ακόμη καθίσεις στη θέση σου.

 

Η «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Nikita Milivojević, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Πριν ακόμη σβήσουν τα φώτα, το βλέμμα μαγνητίζεται από το σκηνικό του Σωτήρη Μελανού. Μια σειρά από κατακόκκινες πόρτες στέκουν σιωπηλές, σαν περάσματα που περιμένουν να ανοίξουν. Πόρτες της μνήμης, του ασυνείδητου, της ζωής και του θανάτου. Δεν γνωρίζεις ακόμη τι σημαίνουν· γνωρίζεις μόνο ότι σε καλούν να τις διαβείς.

 

Και τότε εμφανίζεται η Μήδεια. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δε χρειάζεται ούτε μία λέξη για να επιβληθεί στη σκηνή. Πριν ακόμη μιλήσει, έχει ήδη δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω της. Με το παράστημά της, την απόλυτη οικονομία της κίνησης, το βλέμμα και τη σιωπή της, σε οδηγεί χωρίς αντίσταση μέσα στην άβυσσο της ηρωίδας. Όταν αρχίζει να μιλά, η βαθιά, δουλεμένη φωνή της δεν υπηρετεί απλώς το λόγο του Ευριπίδη· αποκαλύπτει όλες τις ρωγμές μιας γυναίκας που έχει ήδη χάσει τον κόσμο της. Η ερμηνεία της είναι σπάνιας ειλικρίνειας, απαλλαγμένη από κάθε μελοδραματισμό. Από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή παραμένει συγκλονιστική.

 

Ο μύθος της Μήδειας είναι από τους πιο σκοτεινούς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ξένη στην Κόρινθο, έχει εγκαταλείψει πατρίδα, οικογένεια και ταυτότητα για τον Ιάσονα. Για εκείνον πρόδωσε τον πατέρα της, βοήθησε στην κλοπή του Χρυσόμαλλου Δέρατος και βάφτηκε με αίμα. Όταν ο Ιάσονας αποφασίζει να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα, η προδοσία δεν αφορά μόνο τον έρωτα· αφορά την ίδια την ύπαρξή της. Η γυναίκα που θυσίασε τα πάντα αντιλαμβάνεται πως, για την κοινωνία που την φιλοξένησε, δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά ισότιμη. Είναι η ξένη. Η βάρβαρη. Η αναλώσιμη. Το λάφυρο ενός πολέμου.

 

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο επίτευγμα του Ευριπίδη. Δε γράφει ένα έργο για μια παιδοκτόνο. Γράφει ένα έργο για το που μπορεί να οδηγηθεί ένας άνθρωπος, όταν συντρίβεται η αξιοπρέπειά του, όταν χάνει κάθε τόπο να σταθεί και κάθε λόγο να συνεχίσει να υπάρχει. Γι’ αυτό και η Μήδεια παραμένει ένα από τα πιο ανησυχητικά και σύγχρονα έργα που γράφτηκαν ποτέ. Δε ζητά να συγχωρήσουμε την ηρωίδα. Ζητά να την κοιτάξουμε, πριν γίνει το ανεπανόρθωτο.

 

Η σκηνοθετική ανάγνωση του Nikita Milivojević υπηρετεί αυτή την ιδέα με αξιοθαύμαστη καθαρότητα. Δεν επιχειρεί να εκσυγχρονίσει επιφανειακά το έργο, ούτε να το φορτώσει με εύκολους συμβολισμούς. Αντιθέτως, αντιμετωπίζει τη δράση σαν μια αλληλουχία αναμνήσεων που επιστρέφουν βασανιστικά στη συνείδηση της Μήδειας. Όσα βλέπουμε μοιάζουν να ξεπηδούν από μέσα της: ο έρωτας, η εγκατάλειψη, η μητρότητα, η εκδίκηση. Ο χρόνος δεν κυλά ακριβώς γραμμικά· πάλλεται όπως λειτουργεί η μνήμη.

 

 

Εξαιρετική είναι και η δουλειά του συνόλου των ηθοποιών. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος παρουσιάζει έναν Κρέοντα ψυχρό, σχεδόν απρόσωπο, που εκπροσωπεί την αδιαπραγμάτευτη κρατική εξουσία. Το χρυσό γάντι που φορά λειτουργεί ως ένα από τα εξαιρετικά ευφυή σκηνικά σύμβολα της παράστασης: η εξουσία αποκτά υλική μορφή, γίνεται σχεδόν προέκταση του σώματος.

 

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος, ως Ιάσονας, αποφεύγει κάθε ηρωοποίηση. Είναι ένας άνθρωπος κυνικός, που αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες σχέσεις ως πολιτική και κοινωνική επένδυση. Ο έρωτας έχει προ πολλού αντικατασταθεί από τη φιλοδοξία και την επιθυμία για ισχύ.

 

Η Ρένη Πιττακή, στον ρόλο της Τροφού, λειτουργεί όπως η ήρεμη ανθρώπινη φωνή μέσα στην επερχόμενη καταστροφή. Με τρυφερότητα, φροντίδα και βαθιά θεατρική ωριμότητα γίνεται ο άνθρωπος που βλέπει την καταστροφή να πλησιάζει χωρίς να μπορεί να την αποτρέψει.

 

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Χορός, η Ηλέκτρα Καρτάνου, ο Εμμανουήλ Κοντός, η Ιωάννα Μπιτούνη, η Κατερίνα Νταλιάνη, η Μαριάμ Ρουχάτζε και ο Νίκος Τσιμάρας. Δεν πρόκειται για τις γυναίκες της Κορίνθου, όπως συνήθως παρουσιάζονται. Εδώ μοιάζουν περισσότερο με πλάσματα που έχουν γεννηθεί από τον ίδιο τον ψυχισμό της Μήδειας. Με τις μάσκες τους θυμίζουν Ερινύες, φαντάσματα ή εφιάλτες. Δεν σχολιάζουν απλώς τη δράση· αποτελούν τη σκηνική έκφραση όσων συμβαίνουν μέσα στο μυαλό της ηρωίδας.

 

Η ζωντανή μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, με τους δύο μουσικούς διαρκώς παρόντες στη σκηνή, τον Στέλιο Κατσατσίδη και τον Βαγγέλη Παρασκευαΐδη, δεν συνοδεύει την παράσταση. Τη διαπερνά. Υπάρχουν στιγμές που οι ήχοι προκαλούν σχεδόν σωματική αναστάτωση, σα να αποκτά η ίδια η τραγωδία παλμό και αναπνοή.

 

Αντίστοιχα, το σκηνικό του Σωτήρη Μελανού μεταμορφώνεται αδιάκοπα, χωρίς να αλλάξει κάτι πραγματικά χάρη και στους φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου. Άλλοτε μοιάζει να ανοίγει η γη για να καταπιεί τους ανθρώπους, άλλοτε μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο φίδι ή σε κάποιο αρχέγονο μυθικό πλάσμα. Η σκηνογραφία δεν εικονογραφεί τη δράση. Την επεκτείνει. Όπως και οι εξαιρετικές ενδυματολογικές επιλογές της Βασιλικής Σύρμα, που ακροβατούν τέλεια μεταξύ έπους, ονείρου και σκοτεινού παραμυθιού. Δε θέλω να μοιραστώ περισσότερες λεπτομέρειες, γιατί τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι πραγματικά μια εντυπωσιακή έκπληξη στην παράσταση.

 

Περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της, η Μήδεια εξακολουθεί να μας αφορά. Γιατί συνεχίζει να μιλά για τη θέση του ξένου, για την έμφυλη ανισότητα, για τη βία που γεννά ο αποκλεισμός, για την εξουσία που συνθλίβει και για τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος (και να ξεπεράσει) όταν αισθανθεί ότι έχει χάσει τα πάντα. Ο Ευριπίδης δε ζητά από τον θεατή να αποφασίσει αν η Μήδεια είναι αθώα ή ένοχη. Τον αναγκάζει να αναρωτηθεί πώς γεννιέται μια τέτοια τραγωδία.

 

Η παράσταση του Nikita Milivojević υπηρετεί αυτό το ερώτημα με σεβασμό στο λόγο, υψηλή αισθητική και εξαιρετική συνοχή. Και στο κέντρο της στέκει μια Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε μία από εκείνες τις ερμηνείες που δύσκολα περιγράφονται με λέξεις· από αυτές που δεν παρακολουθείς απλώς, αλλά κουβαλάς μαζί σου πολύ μετά το τελευταίο χειροκρότημα.

 

Δείτε ακόμα