Άνθρωποι της πόλης – Ρένος Χαραλαμπίδης
Επιμέλεια συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας

Σήμερα, το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά και τιμή, να φιλοξενεί στη συντροφιά του έναν σπουδαίο και πολυτάλαντο καλλιτέχνη, ηθοποιό, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και κυρίως έναν υπέροχο άνθρωπο της πόλης μας, τον αγαπημένο Ρένο Χαραλαμπίδη και να κουβεντιάζει μαζί του για όλους και για όλα, χωρίς κάποια συγκεκριμένη αφορμή, εγκαινιάζοντας τη νέα μας στήλη «Άνθρωποι της πόλης».
Ρένο σε καλωσορίζω με μεγάλη χαρά στο Παλκοσένικο, σ’ευχαριστώ για την τιμή που μας κάνεις να εγκαινιάζεις και να κάνεις ποδαρικό στη νέα μας στήλη «Άνθρωποι της πόλης», στην οποία μπορούμε επιτέλους να μιλάμε με ανθρώπους που εκτιμούμε, χωρίς να περιμένουμε να προκύψει κάποια συγκεκριμένη αφορμή.
Εγώ ευχαριστώ και είναι και δική μου χαρά! Είδες κράτησα το λόγο μου και βρήκα χρόνο να τα πούμε!
Τον κράτησες στο έπακρο και σ΄ ευχαριστώ πάρα πολύ και πάλι! Καταρχάς να πω, πως είναι πάρα πολύ περίεργη εμπειρία να βρίσκεσαι με έναν άνθρωπο, που άκουγες καθ’οδόν πριν λίγο στο ραδιόφωνο και μετά από λίγο να βρίσκεστε τετ-α-τετ. Είναι εκείνο το φαντασιακό κομμάτι του ‘ακούω κάποιον στο ραδιόφωνο και πάω κάπου’, έπειτα φτάνεις στο κάπου και έρχεται και εκείνος που άκουγες στο ραδιόφωνο. Και μιλάτε πια, όχι ασύγχρονα, όπως σου απαντάω εγώ στο ραδιόφωνο, χωρίς να μ’ ακούς, ενώ εγώ σ’ ακούω.
Κι εμένα μου δίνεται η ευκαιρία να πω, και να διαπιστώσω, και να υπογραμμίσω, και να ανακοινώσω αυτό το παράξενο βίωμα του να είσαι δημόσιο πρόσωπο. Που οι άνθρωποι να έχουν μαζί σου μία προσωπική συζήτηση, την οποία δεν την ξέρεις. Για φαντάσου δηλαδή πόσοι άνθρωποι που μ’ ακούν στο ραδιόφωνο έχουν έναν ανοιχτό εσωτερικό διάλογο μαζί μου. Κι εγώ το αγνοώ. Δηλαδή, είμαι σε κόσμους που δεν φαντάζομαι. Σε προσωπικούς κόσμους που δεν φαντάζομαι. Αυτό πολλές φορές με κάνει και επιφυλακτικό, αλλά με κάνει να νιώθω και τυχερός. Γιατί, καταλαβαίνω ότι μπορώ να διασκεδάσω κάποιους ανθρώπους και να τους κάνω να σκεφτούν. Γιατί ξέρεις κάτι Διονύση, το να καταφέρεις να κάνεις κάποιον να διασκεδάσει στην καθημερινότητα είναι ισάξιο με το να του δίνεις ένα ισχυρό ψυχοφάρμακο για να αντέξεις τη μέρα.
Αυτή είναι και η μαγεία του ραδιοφώνου. Εσύ είσαι σε ένα σημείο και κάπου εκεί έξω είμαστε όλοι εμείς. Υπάρχουμε. Δε συνυπάρχουμε στην ίδια οντότητα, αλλά είμαστε στην ίδια συχνότητα.
Εδώ είναι και το πρόβλημα. Οι συχνότητες είναι πολλές. Δεν είναι μία. Δηλαδή λες τώρα εσύ είμαστε μια συχνότητα. Εσύ, είσαι στη συχνότητα μιας πρωινής εκπομπής. Που δεν είναι η συχνότητα της ύπαρξής μου. Εγώ δηλαδή τώρα εδώ δεν έχω έρθει με ένα μικρόφωνο ανάμεσά μας. Και το εγώ, όπως βλέπω εγώ τον εαυτό μου, δεν το βλέπεις και εσύ όπως βλέπω εγώ εμένα. Και καλά κάνεις. Και εκεί δημιουργείται και μία σύγχυση και ένα μπέρδεμα μεταξύ των ορίων, το οποίο νομίζω ξέρω να το βάζω καλά. Το έμαθα αργότερα στη ζωή μου.
Με το δύσκολο τρόπο ή με τον εύκολο;
Προς το παρόν με τον εύκολο.Δε χρειάστηκε δηλαδή σε κάποιους ανθρώπους να βάλω σκληρά όρια γιατί σπανίως τα ξεπερνούν τα όρια μαζί μου. Αλλά το έχω δει σε συναδέλφους, που εκπέμπουν μία χαλαρότητα. Το κοινό είναι σαρκοφάγο. Το κοινό είναι σαρκοφάγο, όσο και αν φαίνεται απίστευτο και μπορεί να σε φάει από την πολλή αγάπη. Ξέρεις κάπου διάβαζα για τους κανίβαλους, ότι όταν πέθανε έναν αγαπημένο του πρόσωπο, τρώγανε ένα κομμάτι από τον νεκρό για να είναι για πάντα μέσα τους. Κι αυτό ένδειξη αγάπης είναι.

Έλεγα να τα πάρουμε από την αρχή, αλλά λόγω της αναβίωσης του “No Budget Story”, θα το πιάσω από εκεί.
Το «No Budget», λοιπόν από τις 5 Μαρτίου και 30 χρόνια μετά τα γυρίσματα, που ολοκληρώθηκαν το καλοκαίρι του 1996, επιστρέφει στους κινηματογράφους, ξεκινώντας από το «New Star Art Studio», κάτω από την πλατεία Αμερικής, που είναι ένας από τους ιστορικότερους κινηματογράφους ποιότητας στην Αθήνα. Μαζί με το «Καταρχήν δεν με λένε Γκούφι», την πρώτη μου ταινία μικρού μήκους.
Το «No Budget Story» έχει γυριστεί πολύ κοντά μας, έτσι δεν είναι, από εδώ που είμαστε τώρα;
Πιο κοντά δε γίνεται. Στο τέλος του δρόμου αυτού είναι το περιβόητο συγκρότημα πολυκατοικιών του ΙΚΑ, όπου μου γεννήθηκα και μεγάλωσα και γυρίστηκε στους διαδρόμους και στις ταράτσες του.
Είναι εκείνο το πελώριο κτίριο, που έχει νομίζω το ίδιο αρχιτεκτονικό team με τον Πύργο Αθηνών;
Ναι, είναι η ίδια αρχιτεκτονική ομάδα του πύργου, που έκανε και αυτό το εμβληματικό κτήριο, που άρχισε να χτίζεται το 1968 και αν το δει κάποιος ακομπλεξάριστα είναι ένα έργο τέχνης!
Ένα έργο τέχνης, 150 διαμερισμάτων!
Που τα έμαθες όλα αυτά, έκανες έρευνα;
Έχω έρθει διαβασμένος!
Τέλεια! Ναι, εγώ μεγάλωσα σε μια πολυκατοικία, όπου υπήρχαν 150 οικογένειες, στην πραγματικότητα ήταν ένα χωριό.
Δηλαδή όταν λέμε ότι είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μια πολυκατοικία, είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση.
Είχα την τρομερή τύχη, σε ένα σύμπλεγμα πολυκατοικιών, γιατί είναι τρεις πολυκατοικίες στην πραγματικότητα, να μεγαλώσω συναναστρεφόμενος όλες τις κοινωνικές τάξεις. Όταν τα λέμε όλες, όλες. Απ’ τα ρετιρέ, τα οποία τα είχαν άνθρωποι ευκατάστατοι καλλιεργημένοι, οι περισσότεροι, μέχρι τα υπόγεια που ζούσαν άνθρωποι με μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες. Παρόλα αυτά ήταν μια τρομερή εμπειρία. Η παιδική μου ηλικία διανθίστηκε από μια κοσμοπολίτικη αίσθηση, γιατί έζησα σε ένα περιβάλλον παράξενο κοσμοπολίτικο. Και αν σκέφτεσαι ότι είμαι από τη Θράκη, από το Βόρειο Έβρο, όπου είναι ένας τόπος πραγματικά κοσμοπολίτικος με την έννοια ότι είναι πέρασμα πολλών πολιτισμών, είμαι στον DNA μου κοσμοπολίτης.
Νομίζω έχεις πει ότι από το σπίτι σου στο χωριό βλέπεις τρεις χώρες.
Από το σπίτι μου βλέπω αριστερά την Αδριανούπολη, δεξιά το Σβίλενγκραντ και ευθεία την Ελλάδα. Δηλαδή, το σπίτι μου είναι ακριβώς στη γραμμή πυρός. Και γι’ αυτό το λόγο είμαστε και ανοιχτόμυαλοι και με μια αίσθηση πατριωτισμού υγιή, όχι παρανοϊκή. Και όπως μου αρέσει να λέω και με την ευκαιρία που τώρα αλλάζουν και τα θέματα της στρατιωτικής θητείας, κάποιοι που θεωρούσαν τη θητεία στον Έβρο τιμωρία, έχω να τους πω ότι ο Έβρος είναι μόνο για τους μάχιμους. Να μην πηγαίνουν αυτοί που δεν μπορούν, αυτοί που δεν αντέχουν.
Να επιστρέψουμε λίγο στο “No Budget Story”. Στην ταινία είχαν παίξει οι γονείς σου και δικά σου πρόσωπα;
Μόνο; Και μια γειτόνισσά μου, η κυρία Νίτσα Ζορμπά και οι γειτόνισσες πάνω στις ταράτσες ήταν οι κυρίες που μένανε στις πολυκατοικίες. Βεβαίως. Πολλά δικά μου πρόσωπα. Οι γονείς μου ασφαλώς. Η κυρία Νίτσα Ζορμπά, εκατονταετής, που ήτανε μια τρομερή φιγούρα στις πολυκατοικίες, όπου το σπίτι της ήτανε πάντα ανοιχτό για όλους μας. Η κυρία Τούλα που κρατάει την κάμερα στην ταράτσα. Και άλλες δύο κυρίες στις πολυκατοικίες που νομίζω δεν ξέρω αν ζει κανείς από όλους.

Συνειδητοποιούσες – τώρα ή και εκείνη την ώρα- ότι σε αυτούς τους ανθρώπους και κυρίως στους γονείς σου χάρισες με αυτόν τον τρόπο την αθανασία. Ότι τους ξέρω εγώ, ότι έχουνε μείνει στην ιστορία, ότι τους βλέπουμε. Το ένιωθες εκείνη την ώρα;
Κοίτα. Η αθανασία έρχεται όταν η ταινία βρει κοινό. Αν κάνεις μια ταινία που δεν βρει κοινό δεν έρχεται η αθανασία.
Έχει βρει το κοινό της και θα συνεχίσει να συναντά και νέο.
Θέλω να σου πω, ότι όταν το γύριζα, το ένστικτό μου μου έλεγε ότι θα βρω κοινό. Ήμουν 26 χρονών, σε μια άλλη Ελλάδα, αναλογική. Η επιτυχία της ταινίας δεν ήταν κάτι δεδομένο και δεν πίστευα ότι 30 χρόνια μετά θα καθόμαστε εδώ για να μιλάμε για αυτή τη ταινία. Αυτό δεν πέρασε το καλό μου. Την έκανα πιο πολύ σαν ένα πέρασμα δικό μου στη σκηνοθεσία του κινηματογράφου. Αλλά η έννοια ότι άνθρωποι της γενιάς σου θα ασχολούνται με μια ταινία, που για πολλούς κριτικούς κινηματογράφου, και για πολλούς της βιομηχανίας μας θεωρήθηκε πρωτόλειο, δεν το περίμενα. Ποιος τα περιμένει αυτά;
Να και η σημερινή συνάντηση, με αυτή την ηχογράφηση, μπορεί να έχει μια μοίρα που δε φαντάζεσαι. Δε βλέπεις τις φωτογραφίες της Καισαριανής. Σκεφτόμουν, βλέποντας τις φωτογραφίες, τι είναι η τύχη στη ζωή και η σύμπτωση. Δηλαδή ένας Γερμανός, με μια ερασιτεχνική φωτογραφική μηχανή, σηκώνει την κάμερα να κάνει μια λήψη. Το ποιους καταγράφει τη στιγμή εκείνη, δηλαδή αν σήκωνε την κάμερα 30 δευτερόλεπτα πιο μετά, θα έχει καταγράψει άλλους. Αν αυτοί έκαναν ένα πιο γρήγορο βήμα πριν ή μετά δεν θα είχαν καταγραφεί. Άρα έχουμε αυτή την τρομερή καταγραφή, μέσα από δύο συγκυρίες. Το σήκωμα της κάμερας και το κλικ, με ανθρώπους που τυγχάνει τη στιγμή εκείνο, να είναι στο πεδίο ορατότητας. Είναι τρομερό. Και έχουμε και μια τρίτη σύμπτωση, ότι αυτές οι φωτογραφίες ζουν μες στον χρόνο, σε κάποιο άλμπουμ ξεχασμένο στο Βέλγιο. Θα μπορούσαν να είχαν χαθεί. Θα μπορούσαν να έχουν καεί στο εμφανιστήριο, μιλάμε για δύσκολες εμφανίσεις εκείνη την εποχή. Θα μπορούσε να σκοτωθεί ο Γερμανός που τις τράβηξε, οπότε πάνε οι φωτογραφίες. Θα μπορούσε να χαθεί το αρνητικό. Θα μπορούσαν να μην εμφανιστούν. Θα μπορούσαν 80 χρόνια μετά να έχουν χαθεί. Πόσες συμπτώσεις, ε! Είναι απίστευτο.
Έτσι και στο No Budget Story, έχουμε μια σειρά συμπτώσεων. Το ότι εγώ είχα μια πορεία μετά, που τράβηξε το ενδιαφέρον του κοινού, έτσι ώστε να ξαναγυρίζω στο No Budget. Το ότι δεν σας απογοήτευσα. Γιατί αν σας απογοήτευα θα έφευγε και αυτό. Και το ότι κατάφερε το «No Budget Story» να εγκλωβίσει μια ελληνική φρεσκάδα. Μια τρέλα της εποχής. Γιατί; Γιατί δεν ακολούθησα την πεπατημένη. Εγώ ξέρεις είμαι αντιφεστιβαλιστής. Γιατί θεωρώ ότι τα φεστιβάλ είναι φυλακές. Να θυμηθούμε όλοι ότι τα φεστιβάλ κινηματογράφου τα ξεκίνησε η φασιστική Ιταλία στο Μουσολίνι. Τα πρώτα φεστιβάλ έγιναν εκεί. Τα φεστιβάλ λοιπόν είναι ένας τρόπος ελέγχου των πραγμάτων. Καλή επιτυχία και συγχαρητήρια σε όσους το καταφέρνουν. Αυτό είναι κάτι άλλο. Εγώ όμως δεν πάω για εκεί και επίσης δεν είμαι και κρατικοδίαιτος. Θέλω να σου πω ότι το «No Budget Story» γυρίστηκε ολικά με τα ελάχιστα δικά μου λεφτά, που τα βρήκα κάνοντας αρπαχτές και διαφημίσεις. Δεν περίμενα κάποιος να εγκρίνει το σενάριο ή να εγκρίνει εμένα. Γενικά με τις επιτροπές δεν έχω καλή σχέση, γιατί κυρίως αποτυγχάνω. Συνήθως οι επιτροπές με κόβουν σε ό,τι και αν είναι αυτό.

Τώρα με πας στις δραματικές σχολές και θέλω να πω μια φράση που έχεις πει ότι σου έκαναν πολύ μεγάλο δώρο στις δραματικές που σε κόψανε.
Εδώ λοιπόν θα ξαναμιλήσουμε για την τύχη. Τώρα θα ολοκληρώσω την διατύπωση αυτή. Ήταν μεγάλο δώρο που με κόψανε οι δραματικές σχολές, γιατί είχα την τύχη να εμφανιστώ, να μπω, να θελήσω να γίνω ηθοποιός τη στιγμή ακριβώς, που άνοιγε η ιδιωτική τηλεόραση. Δηλαδή, ξαφνικά από το 1990-91 η ζήτηση ηθοποιών στην τηλεόραση γίνεται τεράστια. Εγώ λοιπόν κάνω ένα στρατηγικό σχέδιο και λέω θα ξεκινήσω από κομπάρσος και θα περάσω όλα τα σκαλιά. Έτσι και έγινε. Ξεκίνησα από την ανατομία ενός εγκλήματος του 1991 με μία ατάκα.
Με τη μπύρα;
Ναι! Το έχεις δει;
Το έχεις πει.
Ναι, που πήγαινα να το μεγαλώσω και μου το κόψανε μετά. Κοίταξε, ήμουνα πολύ μικρός, 21 χρονών. Αλλά με εκτιμήσανε, εκτιμήσανε το πάθος μου και μετά μου δώσανε ρόλους. Την εποχή λοιπόν που οι συνομήλικοι μου ήταν σε δραματικές σχολές, που τους απαγόρευαν να βγουν στην τηλεόραση και τη θεωρούσαν σκουπίδι, εγώ αποφασίζω να μπω σε αυτόν τον σκουπιδότοπο και να τον κάνω να ανθίσει. Με τον τρόπο μου. Και αρχίζω να δουλεύω πολύ στην τηλεόραση. Δηλαδή, ξαφνικά το 1993-94 μπορούσα να βιοποριστώ από την τηλεόραση. Βέβαια, ήμουν ένας ηθοποιός μηδενικού κύρους. Αλλά ήμουν νέος. Και μάζευα τα λεφτά για το «No Budget Story». Άρα ναι μεν τους ευχαριστώ που με κόψανε, αλλά ευχαριστώ και την τύχη που ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση.
Υπάρχουν όμως και οι επιλογές. Η τύχη είναι τύχη, αλλά πρέπει να την να βάλεις και το χέρι σου. Συν Αθηνά και χείρα κίνει.
Υπάρχουν οι επιλογές και η προετοιμασία. Δηλαδή, όντως εγώ το επέλεξα και ήμουν και προετοιμασμένος ψυχοπνευματικά, όχι τεχνικά. Γιατί δεν ήξερα να παίζω. Ψυχοπνευματικά, όμως, ήμουν ένας νεαρός που διάβαζε πολύ, ασχολούταν πολύ, παρατηρούσε πολύ, τον ενδιέφερε πολύ. Και είχα και την τύχη να έχω εξαιρετικούς γονείς, οι οποίοι μπορεί να μην είχαμε αυτό που λέμε οικονομική άνεση, δεν ήμασταν όμως φτωχοί, ήμασταν ταπεινοί. Άλλο φτωχός, άλλο ταπεινός. Και μου έδειξαν μεγάλη κατανόηση για το όραμά μου. Δηλαδή, όλα αυτά είναι τύχες. Ξέρεις τώρα πόσο δύσκολο είναι για ανθρώπους, που αντιμετωπίζουν ένα οικονομικό περιβάλλον που σ’ αποθαρρύνει. Δεν είναι απλό.
Εντωμεταξύ, η συζήτηση κινείται, χωρίς να μιλάμε για αυτή, φιλοσοφικά μεταξύ ντετερμινισμού και υπαρξισμού.
Είμαι κατά του υπαρξισμού.
Είσαι κατά του υπαρξισμού;
Ναι, γιατί… Είμαι κατά του υπαρξισμού. Τι τρομερή δήλωση! (γέλια)
Ευτυχώς που δεν είναι ο Σαρτρ στην παρέα μας ή ο Χάιντεγκερ.
Είπες δύο άτομα, που δεν τους εκτιμώ καθόλου. Ο Χάιντεγκερ, ξέρουμε την πορεία του με το ναζιστικό κόμμα και τον Σαρτρ που ήταν σκληρός σταλινικός. Αμέσως δηλαδή, με αυτά τα δύο πρόσωπα που φέρνεις στην παρέα, καταλαβαίνεις γιατί είμαι γεμάτος αμφιβολίες απέναντι στον υπαρξισμό. Ο υπαρξισμός που σε γενικές γραμμές πρεσβεύει ότι όλα είναι στο χέρι μας και προϋπάρχει η ύπαρξη, δηλαδή ότι οι επιλογές μου είμαι εγώ, έχει συντριβεί από την ίδια τη βιολογία, η οποία μας έχει δείξει ότι ο έλικας του DNA έχει μέσα και επιλογές που δεν είναι στο χέρι μας, αλλά στον κόσμο του DNA, στον χώρο του ασυνείδητου, του υποσυνείδητου και ούτω καθεξής. Άρα, λοιπόν, είμαι ελεύθερος μέχρι ενός σημείου. Είμαι δέσμιος της καταγωγής μου, του αίματός μου και του πεπρωμένου των προγόνων μου.

Άρα, Επίκτητος και Σενέκας.
Στωικός, ναι. Δεν έχω μαλώσει με τους ηδονιστές και τους επικούρειους, δεν είμαστε μαλωμένοι, αλλά επειδή από τους επικούρειους έχουν σωθεί λίγα κείμενα, δεν έχουμε ακριβή εικόνα του τι εννοούσαν, ενώ από τους στωικούς έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα. Εγώ είμαι κοντά στον Επίκτητο, όπως είπες και κάνω που και που κάτι εκδρομές μόνος μου στην Νικόπολη, έξω από την Πρέβεζα, όπου έζησε και δημιούργησε και κάνω τις βόλτες μου, μήπως τον πετύχω, δεν έχουμε ιδωθεί ακόμα αλλά πιστεύω θα γίνει συνάντηση.
Αυτά τώρα με τον υπαρξισμό, βλέποντας ανθρώπους στην ηλικία μου που δεν τα κατάφεραν, δε βιάζομαι να τους καταδικάσω, γιατί ο υπαρξισμός τους καταδικάζει απόλυτα, δηλαδή ήταν στο χέρι σου και δεν το έκανες. Ζώντας, είδα και ανθρώπους που ζήσανε ατυχίες. Είδα και ανθρώπους που ζήσανε σε κακά περιβάλλοντα. Είδα ανθρώπους που είχαν πληροφορίες στους νευρώνες τους για συμπεριφορά που δεν τους άξιζε. Τραυματισμένα ασυνείδητα. Όλων αυτών είμαστε φορείς. Είδα ατυχίες ή έλλειψη ευκαιριών. Τα είδα όλα. Είναι όπως στην απόβαση στη Νορμανδία. Όταν όλοι οι Αμερικάνοι στρατιώτες που κάνανε την απόβαση και γαζώθηκαν από τα γερμανικά πολυβόλα, όλοι αυτοί οι Αμερικάνοι είχαν την ίδια εκπαίδευση, ήταν στο ίδιο μέρος και είχαν τα ίδια όπλα. Το ποιος θα πέθαινε ήταν ένα θέμα καθαρά τζόγου. Το ποιον θα έπαιρνε η ριπή. Άρα υπάρχει κι αυτό. Το πάμε πολύ φιλοσοφικά;
Ναι τώρα το πιάσαμε όντως πιο φιλοσοφικά. Καταργήσαμε και την αιτιοκρατία, τον Ντετερμινισμό στην πορεία.
Νομίζω έχει καταργηθεί, ρε παιδί μου, η αιτιοκρατία. Ο ντετερμινισμός, όσο προχωράει ο πολιτισμός, καταργείται.
Οι Μινώταυροι να πεθάνουν από την πείνα, εγώ δεν μπαίνω στο λαβύρινθο!
Ας επιστρέψουμε στα καλλιτεχνικά μας, τι λες; Γιατί έχεις σαφώς μια ροπή προς τη φιλοσοφία, το έχεις δηλώσει άλλωστε.
Ας επιστρέψουμε, γιατί κι εσύ με παρέσυρες. Έχω μια ροπή προς τη φιλοσοφία, όχι προς τη σοφία. Φιλοσοφία είναι η δέσμευση του να ψάχνεις. Γιατί κανονικά ακούγεται αλαζονικό να πεις ‘έχω μια ροπή προς τη φιλοσοφία’, μα όλοι έχουμε ροπή προς τη φιλοσοφία. Ο κάθε άνθρωπος που ρωτάει ποιος είμαι, από πού έρχομαι και πού πάω έχει μια ροπή προς τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία είναι ένα παράλληλο ταξίδι με τη ζωή και με ένα τέλος, το οποίο θα αμφισβητείται πάντα. Γιατί ακόμα κι αν κάποιος σου έλεγε τη μέρα που θα πεθάνεις, όχι το πότε, θα σε έβαζε στην κόλαση. Κάθε Σάββατο π.χ. θα ήταν για σένα ένας όλεθρος. Η άγνοια λοιπόν σε αυτά είναι απαραίτητη για να ζούμε. Όταν λέει ο Χριστός το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Πνεύμα είναι ο τρόπος που σκέφτεσαι. Άρα μακάριοι αυτοί που σκέφτονται απλά, όχι αυτοί που ξέρουν λίγα. Νομίζω ότι το να σκεφτείς απλά, σε γλιτώνει από ένα λαβύρινθο, ο οποίος δεν έχει καμία πρακτική αξία. Οι Μινώταυροι να πεθάνουν από την πείνα, εγώ δεν μπαίνω στο λαβύρινθο!
Επαναστατική η προσέγγιση. Μ’ αρέσει.
Ναι, ναι. Και εγώ το δέχομαι!
Μου είπες τα εφόδια που σου έδωσε η οικογένειά σου, δε θέλω να κλείσω ακόμα το κεφάλαιο «Νο budget», γιατί θέλω να μου πεις πώς πρότεινες στους γονείς σου και στις γειτόνισσες να πρωταγωνιστήσουν στην ταινία σου και πώς το πήρανε.
Όπως θα έλεγε ο Καβάφης, ανεπαισθήτως. Εγώ ήμουν ένα παιδί στη γειτονιά, που από πολύ μικρό παιδί οργάνωνα συναυλίες, παραστάσεις, όλη η γειτονιά ήξερε μια καλλιτεχνική μου τάση, ούτε που θυμάμαι πως τους το πρότεινα, ούτε θυμάμαι και το ναι που μου είπανε, όλα έγιναν αυτονόητα. Ο Ρένος θα κάνει ταινία, πάμε! Και τώρα μιλάμε για λαϊκούς ανθρώπους, για λιγότερο λαϊκούς, ήταν μια πολυκατοικία που με ήξερε από παιδί και στήριζε την τρελά μου. Με είχαν δει και στην τηλεόραση βέβαια, είχαν δει ότι κάτι κάνω. Ξέρανε ποιος είμαι. Σου κάνει εντύπωση, ε;
Μου κάνει εντύπωση, ευχάριστη, θετική.
Ρ: Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να βοηθήσουν κάποιον που καταλαβαίνουν ότι διακατέχεται από τον δαίμονα της δημιουργίας. Δηλαδή, βλέπανε έναν νεαρό που πραγματικά ήθελε να το κάνει αυτό, μόνο και μόνο για τη χαρά της δημιουργίας. Ερχότανε βοήθεια από παντού, που δεν την περίμενα. Συγκινητικό.
Ειδική μνεία θέλω να κάνω στον Δημήτρη Μπιρμπίλη, που ήταν βοηθός σκηνοθέτη, τώρα είναι στο παραγωγός Hollywood, ο οποίος ήταν τότε 23 χρονών και ήταν ηρωικός, βέβαια μπορώ να σημειώσω και άλλες πολλές ηρωικές συμπεριφορές μεγάλης αλληλεγγύης, που όμως δεν έχει νόημα να τώρα να κάνουμε μια λίστα ονομάτων που πολλοί από αυτούς δεν είναι καν πια στη δουλειά.

Το « No budget story” λοιπόν, για να συνοψίσουμε ξαναβγήκε στις 5 Μαρτίου στους κινηματογράφους, ύστερα από 30 χρόνια. Ήθελα να περάσουμε λίγο στα «Φτηνά Τσιγάρα», γιατί ήταν και η αφορμή να συναντηθούμε πρώτη φορά στον Δαναό, άλλη μια ταινία η οποία συνεχίζει είναι ζωντανή και μάλιστα νομίζω ολοένα και κερδίζει κοινό περισσότερο, σημειώνοντας επιτυχία μεγαλύτερη από την προηγούμενη κάθε φορά. Είδες τι έγινε στο Δαναό, δε φεύγαμε!
Πω, πω, ναι. Τι να πω τώρα, είναι κάποιες εκπλήξεις τέτοιες… Εμένα οι ταινίες μου αν τις δούμε σαν αγροτικά προϊόντα, είναι δέντρα, δεν είναι στάρια τα οποία τα σπέρνεις, τα θερίζεις και τελείωσες. Εμένα οι ταινίες μου για να αποκτήσουν ύφος είναι όπως οι λεύκες που βάζουμε στον Έβρο, θέλουν χρόνια, όταν όμως βγουν είναι πολύ εντυπωσιακές, νομίζω. Όλες οι ταινίες μου είναι σαν τα δέντρα και το πιο εντυπωσιακό δέντρο που έχει βγει είναι τα «Τσιγάρα» και αρχίζει ο «Νυχτερινός Εκφωνητής» να θεριεύει.
Ξέρεις αγαπητέ Διονύση, νομίζω ότι έχω μια μικρή απάντηση, γιατί δεν είμαι σκηνοθέτης, είμαι δημιουργός, εγώ νιώθω πιο κοντά στον Παζολίνι σαν τρόπος δημιουργίας και στον Φελίνι, παρά ας πούμε σε σκηνοθέτες επαγγελματίες, αυτό στην Ελλάδα σπανίζει, μάλλον στη γενιά μου μόνο εγώ πρέπει να είμαι.
Ίσως αυτό ότι εγώ δεν προσπαθώ να κάνω σινεμά, αλλά να στείλω ένα προσωπικό γράμμα στον καθένα, ίσως αυτό κάνει τις ταινίες να έχουν μια μυρωδιά που δεν την καταλαβαίνω ούτε και εγώ.

Πάλι δημιουργείς μια ασύγχρονη επικοινωνία με τον κόσμο. Εγώ βλέπω τον Ρένο στην ταινία, κάποια στιγμή κάπου, δεν είναι ταυτόχρονα, όπως στο ραδιόφωνο. Και ανοίγω ένα διάλογο, με εσένα, με τον ήρωά σου. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει στο ραδιόφωνο, αλλά στον ίδιο χρόνο, που σου απαντάω και δεν με ακούς, συμβαίνει και με τις ταινίες ασύγχρονα. Ειδικά οι ταινίες που είσαι εσύ.
Ναι, για φαντάσου τώρα να ανοίγεις διάλογο με έναν εαυτό μου που δεν υπάρχει πια. Γιατί ο εαυτός μου 29 χρονών δεν υπάρχει πια. Άκου τώρα, ε; Καμιά φορά και εγώ ανοίγω διάλογο με αυτόν. Τότε.
Τι του λες;
Του λέω να ηρεμήσει, να το απολαύσει και ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί πήγανε καλά. Γιατί η αγωνία είναι τρομερό πράγμα. Εγώ είμαι δεσμώτης της αγωνίας. Είναι εργαλείο της δουλειάς μου. Αλλά, ρε παιδί μου, κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει και η αγωνία, ειδικά στους εαυτούς εκείνης της εποχής.
Νομίζω και ο ίδιος ο Στωικισμός εκεί πατάει. Στο να κατευνάσει την αγωνία της ύπαρξής σου.
Αυτό ακριβώς. Και κάποια στιγμή ξέρεις τι λέω πια και στον εαυτό μου; Και να μην γίνει τίποτα, δεν τρέχει και τίποτα. Δεν είμαι αυτός που κανονίζει τη μοίρα των ανθρώπων. Είμαι ίσως μια ενδιαφέρουσα συναναστροφή. Μέχρι τις ταινίες μου και τα λοιπά. Αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Ούτε πρωθυπουργός της χώρας είμαι. Ούτε θα ανακαλύψω κανένα τρομερό φάρμακο. Είμαι μια παρουσία που μερικές φορές μαλακώνει την ψυχή ή άλλους ίσως να τους εξαγριώνει. Στη δικιά σου γενιά, δηλαδή στους νεότερους είμαι αγαπητός. Στους συνομήλικους και στους κοντινούς μου υπάρχουν πολλοί που δε με γουστάρουν. Ας πούμε ένα παράδειγμα. Εμένα με γνωρίσανε από την τηλεόραση από ρόλους σε σίριαλ που θεωρούνταν Β’. Όπως το «Βότκα Παρτοκάλι». Ή από συμμετοχές μου σε κωμικούς ρόλους σε σίριαλ που θεωρήθηκαν κακά. Εγώ λοιπόν για αυτούς, για πάντα είμαι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός. Όλα τα άλλα τα ανακαλύψετε εσείς στην πορεία. Το ότι έχω παίξει εγώ στο θέατρο τεράστιους ρόλους, στο θέατρο τέχνης κυρίως, είναι γνωστό σε εσάς, όχι στη γενιά μου. Τώρα, θα μου πεις στη γενιά σου, που τώρα είμαστε όλοι πενηντάρηδες, έχει κάποιο νόημα; Έχει. Γιατί μοιραία, όπως θες καταξίωση απ’ τους γονείς σου, θες μοιραία και καταξίωση απ’ τους παιδικούς σου φίλους, με την ευρύτερη έννοια.

Θα πάμε στο θέατρο. Όσον αφορά τώρα σ’ αυτή την αξιολογική προσέγγιση των θεαμάτων ως Α,Β,Γ, ο ρόλος που μπορεί να έπαιζαν αυτά τα σίριαλ, στην εκτόνωση, αν θες, μιας πιεσμένης μέρας, στις 9 η ώρα το βράδυ, το «Βότκα πορτοκάλι» ή «Το κάτι τρέχει με τους δίπλα», σε έναν άνθρωπο που δουλεύει όλη μέρα, με το να κάτσει να παρακολουθήσει ένα βαρύ, κοινωνικό, Α΄ ποιότητος σίριαλ, τότε ήταν π.χ. η «Αίθουσα του θρόνου». Δεν ξέρω αν μπορούμε έτσι αβίαστα να αξιολογούμε κάτι, γιατί πρέπει να βλέπεις και το σκοπό που εξυπηρετεί και το λόγο για τον οποίο γυρίστηκε.
Σωστά, αλλά αυτό το λες εσύ τώρα, τότε το βλέπανε τελείως διαφορετικά, θα σου λέγανε κάνε αυτό το σίριαλ που είναι καλό, γιατί ας πούμε τότε θεωρούσαν πάντα λάθος αυτά που κάναμε, αυτοί που το είδαν σε πρώτη προβολή, μου λέγανε ‘καλά αυτοκτονείς έτσι, καταστρέφεσαι αυτή τη στιγμή’ και που κάνανε ολικό λάθος, γιατί αν το στοίχημα είναι ο χρόνος, παίχτηκε πάλι τώρα το «Κάτι τρέχει με τους δίπλα» και πήγε εξαιρετικά.
Μίλησε μου λίγο για το θέατρο, για τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και για τον πρώτο σπουδαστή του.
Θα σου πω. 1η Σεπτεμβρίου 1990, έχουν τελειώσει για μένα οι δραματικές σχολές, με έχουν κόψει οι εξετάσεις και τυχαία θρηνώντας ένα μεσημέρι στο πατρικό μου σπίτι και κάνοντας ζάπινγκ, πέφτω πάνω στον Βασίλη Διαμαντόπουλο, ο οποίος ανακοινώνει ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδος θα γίνει ελεύθερο εργαστήριο σπουδών. Είδες η τύχη; Μπορεί να το μάθαινα έναν χρόνο μετά, αλλά ακριβώς τη στιγμή της ανακοίνωσης, το θυμάμαι σαν τώρα να το βλέπω, μα τι σύμπτωση ήταν αυτή! Και την άλλη μέρα, αρχίζανε οι εγγραφές, πήγα λοιπόν και ήμουν ο πρώτος που γράφτηκε ποτέ στο «Ελεύθερο Εργαστήρι Σπουδών» του Βασίλη Διαμαντόπουλου, ο πρώτος που γράφτηκε. Και επειδή μπερδεύτηκα, πήγα και πολύ νωρίτερα, περίμενα απ’ έξω μια ώρα, μέχρι να έρθει η γραμματέας για να ανοίξει, μια ψηλή κοπέλα πολύ εντυπωσιακή, της λέω ‘ήρθα για να γραφτώ στο Εργαστήριο και μου λέει ‘μα, σε δύο ώρες ξεκινάνε οι εγγραφές, άρα είχα πάει τρεις ώρες νωρίτερα…
Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ήταν ο άνθρωπος που μου έκανε το μεγαλύτερο κομπλιμέντο, που μπορεί να κάνει κάποιος ηθοποιός σε έναν άλλον, έμεινα έναν χρόνο μαζί του και κάποια μέρα διαβάζοντας έναν μονόλογο, που μου είχε δώσει, εγώ ήμουν ακόμα στα 19, θα γινόμουν 20 τον Οκτώβρη, είμαστε ακόμα στο Σεπτέμβρη, γυρνάει πολύ διακριτικά και μου λέει ‘να σε ρωτήσω κάτι, πως το έκανες;’. Εγώ νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα ο δάσκαλος, παγώνω και μου λέει ‘όχι, πραγματικά το εννοώ, πως το έκανες;’, εκεί ήθελε να μου πει ότι έχω μέσα μου κάτι, το οποίο δε χρειάζεται πολύ ανάλυση για να εξελιχθεί, το είχα. Μετά, με συμβούλεψε να φύγω και να παίξω παντού, να μη με ενδιαφέρει το καλλιτεχνικό προφίλ, να παίξω παντού. Και μου είπε και ‘τρία κλειδιά’, τα οποία τα χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα και με έκαναν έναν διάσημο ηθοποιό. Το πρώτο κλειδί είναι ακούω τον άλλον, ακούω καλά τι μου λέει ο άλλος, είτε πάνω στη σκηνή, είτε γενικά. Το δεύτερο κλειδί ήταν να είμαι πολύ τυπικός, πάω πολύ καλά προετοιμασμένος, ξέρω τα λόγια μου πάντα. Και το τρίτο που ήταν το πιο δύσκολο και το καταφέραμε πολύ λίγοι, είναι σε ό,τι κάνεις να στάζεις μια σταγόνα τρέλας, δηλαδή μπορεί να παίζεις και τον πιο συντηρητικό ρόλο, το πρόβλημα είναι η ποσότητα, να μη γίνει γελοίο. Εγώ, π.χ. το κατάφερα τέλεια στον Καλημέρη, όπου έσταξα την κατάλληλη σταγόνα τρέλας και το βρήκα απόλυτα. Δηλαδή αυτή ήταν η τελευταία συμβουλή του σε μένα και μετά μου είπε φύγε, βγες στην αγορά εργασίας, ψάξε τον εαυτό σου μέσα απ’ το επάγγελμα, όχι μέσα απ’ τους σπουδές. Και είχε δίκιο, είχε δίκιο.

Σπουδαίος άνθρωπος και δάσκαλος! Σίγουρα, δεν κάναμε παρέα, εγώ ήμουν παιδί 19-20 χρονών και εκείνος 70. Αλλά, μέσα στη συναναστροφή μας ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζεστασιά. Και μου είπε και κάτι ακόμα, πρόσεξε μου λέει Ρένο, πρώτα η ζωή και μετά η τέχνη, δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε τότε, τώρα που ωρίμασα κατάλαβα πως ό,τι και να κάνεις στην τέχνη, αν η ζωή σου δεν πάει καλά δεν έχει κανέναν νόημα.
Θυμάμαι και μια ιστορία με τον Μουσούρη;
Με το Χιόνι, έξω από το θέατρο; Ναι, με τον Μουσούρη, μου την είχε πει κι εμένα ο Διαμαντόπουλος, ήταν νέος ηθοποιός τότε, μετά τον πόλεμο και τελειώνει η παράσταση η χριστουγεννιάτικη και έχει ξεχάσει τα τσιγάρα του ο Διαμαντόπουλος και πάει πίσω στο θέατρο να τα πάρει και βλέπει απ’ έξω τον Μουσούρη να καπνίζει μες στο Χιόνι· του λέει ‘γιατί είστε εδώ ακόμα;’ και του απαντάει ο Μουσούρης ‘σκέφτομαι, ποιον δρόμο να πάρω για να γυρίσω σπίτι μου, αυτόν ή αυτόν;’ και αυτό μου το είπε σαν ένδειξη τεράστιας μοναξιάς, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να διαλέξει έναν δρόμο, δεν το περίμενε κανείς στο σπίτι. Λυπηρό, αληθινό, αλλά νομίζω ότι με αυτό που μου είπε, με προφύλαξε.

Μιλήσαμε ως τώρα για το “No Budget Story” και για το θέατρο, αφήσαμε όμως στη μέση τα “Φτηνά Τσιγάρα”.
Ξέρεις εγώ υπερασπίζομαι εν Ελλάδι, κάτι που η γενιά μου δεν το έχει καθόλου, ούτε και η επόμενη γενιά, τον λυρισμό στο κινηματογράφο, το λυρικό σινεμά. Ο λατρεμένος μου Σταύρος Τσιώλης, όταν έκανα τα «Φτηνά Τσιγάρα» και πήγαν άπατα, πέρασα τελείως απαρατήρητος στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, αυτός τότε είχε κάνει το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», με πετυχαίνει λοιπόν λίγο στεναχωρημένο, είχε και μία γλυκιά προφορά ο Σταύρος και μου λέει «Ρένο, παιδί μου τι έχεις, γιατί είσαι μελαγχολικός, τι συμβαίνει;’, ο Τσιώλης ήταν αργυροχρυσοχόος συν τοις άλλοις, λέω ‘τι να μου συμβεί κύριε Σταύρο, δε βλέπετε, έκανα την ταινία αυτή, τα «Φτηνά τσιγάρα» δεν πήρα κανένα βραβείο εδώ, δεν ενδιαφέρεται κανένα φεστιβάλ του εξωτερικού και μου λέει ο Τσιώλης ‘Ρένο παιδί μου μη στενοχωριέσαι, να σου φτιάξω εγώ έναν χρυσό φοίνικα να ‘χεις;’. Εκεί το είχε πιάσει αυτός, είχε καταλάβει περί τίνος πρόκειται και τι είναι όλα αυτά. Και έτσι λοιπόν το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» και τα «Φτηνά Τσιγάρα» είναι δύο λυρικές κωμωδίες, οι οποίες δεν βρήκαν συνεχιστές. Ο Τσιώλης είχε λυρισμό, ενώ οι ταινίες του υπογράφονταν ως κωμωδίες, ήταν λυρικές κωμωδίες και όχι ρομαντικές. Να ένας νέος ορισμός “λυρικές κωμωδίες”. Kαι οι δικές μου είναι λυρικές κωμωδίες, δεν είναι ρομαντικές κωμωδίες, ούτε κομεντί, είναι λυρικές κωμωδίες.
Και ερχόμαστε στο «Νυχτερινό Εκφωνητή», που είναι άκρως λυρικός, αλλά λιγότερο κωμικός νομίζω.
Ο Νυχτερινός Εκφωνητής είναι η πιο τολμηρή ταινία μου, δεν υπήρξε πείραμα που να μην έκανα αφηγηματικό, σκηνοθετικό, μονταζιακό, καταρχήν πιστεύω ότι στην Ελλάδα, ο άνθρωπος που κάνει τα μεγαλύτερα dissolve fade-in και fade-out είμαι εγώ, σε διάρκεια. Δεν υπάρχουν άλλοι, είμαι ο βασιλιάς του dissolve και επειδή το dissolve έχει να κάνει με τη σμίλευση του χρόνου, που θα έλεγε και ο Ταρκόφσκι, νομίζω ότι αν για κάτι είμαι περήφανος για τον Νυχτερινό Εκφωνητή είναι για το σμίλευμα του χρόνου, μέσα από το dissolve, τα fade-in, τα fade-out και τα slow-motion.

Ναι, νομίζω ότι είσαι ο γητευτής του, ειδικά μέσα από το dissolve τον έχεις καθυποτάξει τον χρόνο και τον χώρο γιατί πάνε μαζί αυτά, τον απλώνεις, τον μαζεύεις…
Ναι, αυτό ακριβώς που λες, είναι λες και τον κρατάω στα χέρια σαν ακορντεόν, το ανοίγω, το κλείνω. Μέχρι στιγμής ο «Εκφωνητής» ήταν η πιο τολμηρή ταινία μου και αρχίζει να βρίσκει ένα πολύ παράξενο μονοπάτι και χάρη στην ψηφιακή επανάσταση, μέσα από την πλατφόρμα του ΕΡΤflix, γιατί ξαφνικά είναι στα χέρια των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο και ανά πάσα στιγμή.
Έχει κάνει ήδη ο Εκφωνητής το δικό του σπουδαίο ταξίδι και στα καλοκαιρινά σινεμά.
Ναι ασφαλώς, από εκεί ξεκίνησε και έκανε ένα σπουδαίο ταξίδι και με πήρε μαζί του και με πήγε σε ολόκληρο τον πλανήτη Γη. Δηλαδή τον Οκτώβρη του ‘25 ταξίδεψα στον Καναδά και στην Αυστραλία, εντελώς αντιφατικά και μία κι έξω, πήγα απ’ την άλλη πλευρά του χάρτη και όλα αυτά μου τα έφερε ο «Νυχτερινός Εκφωνητής». Και μαζί συγκινητικές προβολές, όπως αυτή στη Νέα Υόρκη, που παραβρέθηκε κι ένα είδωλό μου, ο Charlie Kaufman. Kαι ένα soundtrack, για το οποίο είμαι πάρα πολύ περήφανος και στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν μελωδίες notturno, νυχτερινές μελωδίες που δεν είχαν διασκευαστεί ποτέ σε jazz, γενικά όλο το soundtrack είναι βασισμένο σε ιδέες μου περί soundtrack και η πολύ ωραία διασκευή του Μιχάλη Ρακιτζή βέβαια, το «Μωρό μου φάλτσο».

Πάω εμπρός-πίσω στις σημειώσεις μου, όσο κυλάει η κουβέντα, για αυτό σου είπα και στην αρχή πως δεν ήρθα με σκαλέτα. Αφορμώμενος λοιπόν απ’ τον «Νυχτερινό Εκφωνητή» και το βινύλιο, θέλω να σου κάνω μια ερώτηση. Η ψηφιακή τεχνολογία φέρνει δώρα, όπως το ΕΡΤflix. Απ’ τη μία στις φυσικές προβολές του κινηματογράφου κάνεις ένα ταξίδι, απ’ την άλλη το ΕΡΤflix, τα social media, το internet, τα κανάλια στο youtube, το spotify είναι μια ελευθερία και μια πρόσβαση ανθρώπων που δεν είχαν πριν να υπάρξουν αυτά τα μέσα, όμως χάνεται η υλικότητα. Όταν χάνεις το βινύλιο, το CD, τη φωτογραφία, το DVD αρχίζουν και σου στερούν αισθητηριακά ερεθίσματα, έτσι δεν είναι;
Ναι, βέβαια, τα γήινα της τέχνης. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίστηκε στη βιομηχανική επανάσταση, όταν μπόρεσαν να ανατυπώνονται έργα, δηλαδή τώρα μπορείς να έχεις σπίτι σου έναν Πικάσο ή μπορείς να έχεις σπίτι σου έναν Ρέμπραντ, αδιανόητο, έτσι; Εδώ είναι ένα μεγάλο τώρα θέμα, γιατί ο 21ο αιώνας είναι ένας αιώνας αινιγματικός για όλους μας και ειδικά για τους καλλιτέχνες, για το τι είναι πια τέχνη και για την υλικότητα του πράγματος. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την υλική υπόσταση. Δεν έχω κάποια απάντηση, είναι μεγάλη συζήτηση, την αναφέρω και στον Νυχτερινό Εκφωνήτη, όπου δεν μπορείς να πιάσεις τη μουσική με τα χέρια σου πια, δυστυχώς δεν έχω καμία απάντηση και εκστατικώς περιμένω να δω τι θα συμβεί.
Είναι σπουδαία εμπειρία, εγώ που θυμάμαι να αγοράζω και να σχίζω το νάιλον για να ανοίξω το CD ή το βινύλιο ή την κασέτα, τα έχω προλάβει, τα έζησα αυτά, έγραφα κασέτες από το ραδιόφωνο, το άλμπουμ, το βιβλιαράκι στα αριστερά, το ποιος το επιμελήθηκε, οι στίχοι, οι φωτογραφίες των καλλιτεχνών…
Ακόμα και οι φωτογραφίες οι οικογενειακές. Έχουμε εκατομμύρια φωτογραφίες στο κινητό, καμία εκτυπωμένη, δεν ξέρω πόσοι ακόμα έχουν άλμπουμ. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα θέμα που απασχολεί την παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα και δυστυχώς δεν μπορώ να απαντήσω, απλά με ένα γλυκό ερωτηματικό, κρατάω τα μπόσικα με ποια έννοια, ό,τι υλικό υπάρχει στις ταινίες μου το σώζω, κουστούμια, αντικείμενα κλπ.
Α, αυτό είναι πολύ ωραίο και θα μπορούσε να γίνει μία ωραία έκθεση αυτών.
Κοίταξε, δε νομίζω ότι κανείς θα ενδιαφέρεται για μία έκθεση πάνω σε αυτό…
Αν κρίνω, πραγματικά από το τι έγινε στο Δανάο, με τα αυτοκόλλητα, τις αφίσες, τις μπλούζες, τις ατελείωτες ουρές. Εμείς χαρήκαμε πάρα πολύ καταρχάς, μιλώντας για την ύλη, όταν κόλλησαμε και το είχαμε τρεις μέρες στο πέτο μας το αυτοκόλλητο των «Φτηνών Τσιγάρων» και κατέληξε τώρα στο σημειωματάριο μου ή την αφίσα που μου υπέγραψες και είναι τώρα στον τοίχο του γραφείου. Ξέρεις κάτι όταν έπιασα το βινύλιο του «Εκφωνητή» στα χέρια μου, επειδή την ταινία δεν την έχω σε κόπια, κανείς άλλωστε, δεν υπάρχει σε DVD ή άλλο μέσο, ένιωσα ότι έχω κάτι δικό μου, στο οποίο μπορώ ότι ώρα θέλω να ανατρέξω εκεί.
Τώρα, ομολογώ πως μου βάζεις ιδέες. Πιστεύεις ότι αν έβγαινε σε DVD, υπάρχουν άνθρωποι που θα αγόραζαν DVD;

Δεν ξέρω, μπορώ να σου πω ότι υπάρχω εγώ. Έχω και βίντεο στο σπίτι VHS, και χιλιάδες ταινίες σε DVD και σε κασσέτες.
Άρα κάποιοι από τη γενιά σου μπορεί να έχουν ακόμα DVD player. Ποιος ξέρει, ίσως, ελπίζω…
Κι εγώ ελπίζω… Και πραγματικά ξετρελάθηκα στον «Εκφωνητή» όταν είδα να συνυπάρχουν σε έναν ραδιοθάλαμο γραμμόφωνο, pick-up, μπομπινόφωνο, κασσετόφωνο, CD player κλπ. Τις έχω όλες αυτές τις συσκευές και προσπαθώ να τις χρησιμοποιώ.
Κοίτα ο πατέρας μου ήταν πεταλωτής, πετάλωνε ζώα, ήρθαν τα τρακτέρ, το πετάλωμα τελείωσε, πρέπει να μάθουμε να αποχαιρετούμε, δηλαδή ίσως και από την αναλογική εποχή, πρέπει να κρατήσουμε κάποιες αναμνήσεις και να αφήσουμε να χαθεί για πάντα πίσω μας, με γενναιότητα. Εδώ κατέρρευσε η Βαβυλώνα… Εδώ έπεσε η Ρώμη, η μικρή Αθήνα μας θα γλίτωνε;

Παρατηρείς όμως πως ό,τι αγαπήσαμε και μέσα από τις ταινίες σου, τα κανονικά τσιγάρα, τα περίπτερα, οι εφημερίδες, οι θάλαμοι, τα τρόλεϊ, ένα-ένα αρχίζουν και μας τα παίρνουν;
Τα παίρνει ο χρόνος και η ανάγκη. Φεύγοντας λοιπόν μπορεί να είναι μελαγχολικό μεν απ’ την άλλη μια νέα εποχή έχει επιβληθεί και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, οπότε ας προσπαθήσουμε να γλεντήσουμε στη νέα. Δε διαφωνώ ότι χάνονται αυτά που αγάπαμε, δυστυχώς. Εγώ π.χ. αγαπώ τις εφημερίδες και διαβάζω ακόμα εφημερίδες.
Ναι κι εγώ διαβάζω εφημερίδες και δυστυχώς χάνονται όπως και το περιοδικό.
Περιοδικό έχω να πιάσω πολλά χρόνια, περιοδικά διαβάζω μόνο αυτά που είναι με τις εφημερίδες, δεν αγοράζω ποτέ περιοδικό, δεν ξέρω αν κυκλοφορούν ποια αυτόνομα περιοδικά.
Στα 50, ο άνθρωπος καίει το νοικοκυριό του, είναι η στιγμή που πυρπολείς τα καράβια σου…
Ναι, αυτόνομα κάποια ελάχιστα, τα περισσότερα συνήθως κυκλοφορούν πρώτα μαζί με την κυριακάτικη εφημερίδα και αργότερα βγαίνουν και μόνα τους. Στο εξωτερικό όμως υπάρχουν πολύ καλά περιοδικά και εφημερίδες και διατηρούν το τιράζ τους. Ο Έλληνας είναι ο πρώτος που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της μόδας. Στο εξωτερικό διαβάζονται οι εφημερίδες και τα περιοδικά ακόμα και γίνεται και πολύ καλή δουλειά, ας πούμε το “The New Yorker”, που κυκλοφορεί, με εξαιρετική ορθογραφία. Και όλο αυτό το ψηφιακό της γενιάς μου και των επόμενων γενιών, που δεν ξέρουν τι είναι το χαρτί, το διαβάζω βιβλίο. Και το βιβλίο περνάει κρίση.
Καλά, το βιβλίο περνάει κρίση από το που γεννήθηκα, όλο αυτό ακούω κρίση, κρίση στο βιβλίο, που ευτυχώς της ξεπερνάει. Αν και να σου πω κάτι, η ανθρωπότητα έχει ζήσει πιο πολύ χωρίς βιβλία, παρά με βιβλία. Το βιβλίο ήρθε από το 19ο αιώνα και μετά. Στο χρυσό αιώνα της Αθήνας δεν είχαν βιβλία, είχαν πάπυρους που δεν ήταν προσωπικής χρήσης και για να διαβάσει κανείς έπρεπε να πάει στη βιβλιοθήκη ή να ακούσει κάποια δημόσια ανάγνωση. Εκεί έξω είναι οι βιβλιοθήκες, αν δεν μπορείς να αγοράσεις ένα βιβλίο, αλλά θες να το διαβάσεις, γιατί δεν πάνε; Το ξέρω, κάνω μια αιρετική σκέψη, αλλά να σου πω και κάτι ακόμα, όποιος διαβάζει ένα βιβλίο δε σημαίνει απαραίτητα ότι σκέφτεται. Εγώ έχω χαρίσει τέσσερις βιβλιοθήκες, ανά εποχές, ανά δεκαετία, τη φτιάχνω και τη χαρίζω, φτιάχνω τη νέα και τη χαρίζω, γιατί κατάλαβα ότι τα βιβλία ξαφνικά γίνανε στη ζωή μου ένα βαρίδι, γιατί στις μετακομίσεις μου έπρεπε να υπολογίζω το τι θα γίνουν όλα αυτά τα βιβλία. Στα 50, ο άνθρωπος καίει το νοικοκυριό του, είναι η στιγμή που πυρπολείς τα καράβια σου, «τα καράβια μου καίω» που λέει ο Πορτοκάλογλου, και λες εδώ είμαστε αυτά δεν τα χρειάζομαι πια.
Προσπαθώ να σου καθιερώσω τον τίτλο και σε όλους σε συστήνω ως τον «Ποιητή του σελουλόιντ», μου άρεσε πάρα πολύ εκείνο το βράδυ που σου το είπα στο σινεμά, δυστυχώς όμως ο κόσμος δεν ξέρει τι είναι το σελουλόιντ, οπότε δεν το καταλαβαίνουν.
Πολύ μου άρεσε και εμένα, ειλικρινά, αλλά όντως δεν καταλαβαίνουν το σελουλόιντ. Εγώ ξέρεις τι λέω; Νομίζω καλύτερα εσύ πες το, λέγε το, με το μυστήριο, χωρίς διάφορες εξηγήσεις του τι είναι αυτό, ας ψάξουμε και κάτι, δεν είναι κακό ρε παιδάκι μου και στο φινάλε η προσωπική τους μυθολογία είναι, ο καθένας δηλαδή το προσωπικό του παραμύθι πάει να χτίσει. Ξέρεις τι χάνει η γενιά σου; Χάνει κάτι στο προσωπικό επίπεδο, επειδή εκτίθεστε πολύ, όλοι εκτιθέμεθα, στα social media, αλλά εμείς δεν τα είχαμε στην εποχή της νεότητάς μας, καταστρέφετε η προσωπική σας μυθολογία και το προσωπικό σας αίνιγμα. Όλα, τα πάντα σας, είναι στη διαύγεια, αυτό δεν βοηθάει ούτε καν τις ανθρώπινες σχέσεις, η προσωπική μυθολογία. Είναι ωραίο και πρακτικό το να υπάρχει αυτό που λέμε γύρω από έναν άνθρωπο ο μύθος του, η μυστηριακή του αύρα και ξέρεις γιατί είναι πρακτικό; Γιατί αν έχουμε την ψευδαίσθηση της διαύγειας, που και αυτή δεν υπάρχει, βγάζουμε πολύ επιπόλαια συμπεράσματα για τον άλλον, δεν παίρνουμε το χρόνο μας μέσα από το αίνιγμά του να σκεφτούμε πάνω σε αυτόν, αλλά πάμε αντανακλαστικά, που είναι πολύ μεγάλο λάθος, οπότε πάλι στη φιλοσοφία γυρνάμε.

Αναγκαστικά, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη φιλοσοφία.
Φιλοσοφία και ποίηση, τίποτα άλλο, μόνο φιλοσοφία και ποίηση.
Ποίηση που εσύ φέρνεις στον κινηματογράφο, την ποιητικότητα για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι. Ξέρεις έλεγε, ο Γιώργος Χειμωνάς, πως τον κατηγορούσαν για το ότι χρησιμοποιεί μια πολύ δυσνόητη γλώσσα όταν γράφει και αυτό τον έκανε απρόσιτο στο κοινό του και αντιεμπορικό στους εκδότες. Και αναρωτιέμαι, γιατί τα θέλουμε όλα έτοιμα, μασημένη τροφή; Αυτός που γράφει, ο συγγραφέας, προκαταβάλλει ένα τεράστιο και δύσκολο έργο, μια προσωπική εργασία, έναν πόνο ψυχής. Από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να διαβάσει αυτό που έγραψε, ας κάνει κάτι και ο αναγνώστης. Αν δεν καταλαβαίνεις μια λέξη ψάξε τη σ’ ένα λεξικό ή στο διαδίκτυο.
Ναι, εγώ θα το θέσω και λίγο αλλιώς, από τη στιγμή που σε φέρνει κοντά μου μια μαγεία, γιατί αν δεν σε φέρνει τίποτα κοντά μου, μην ψάξεις τίποτα, αλλά από τη στιγμή που σε φέρνει κοντά μου μια μαγεία φρόντισε να δεχτείς και τα ξόρκια που πρέπει να τα βρεις μόνος σου, χρειάζεται να βρεις μερικά ξόρκια για τη μαγεία αυτή και για να γίνεις συνδημιουργός, αλλιώς είναι σαν να βλέπεις παθητικά ένα δελτίο ειδήσεων. Βέβαια εδώ υπάρχει μια παγίδα, που πολλοί νάρκισσοι δημιουργοί μπορεί να πουν ‘εγώ κάνω αυτό και όποιος με καταλάβει, με κατάλαβε’. Αυτό δεν είναι το ίδιο, δηλαδή ο κάθε αποτυχημένος, εγωκεντρικός να μπορεί να πει πως φταίει το κοινό. Αυτό ισχύει μόνο με την προϋπόθεση ότι το κοινό έχει έρθει κοντά σου και άκοπα απογοητεύτηκε, αν δεν έρθει ποτέ κοντά σου τι φταίει το κοινό; Δε σε ξέρει καν, δεν υπάρχεις. Θα ήταν πολύ βολική εξήγηση αυτή για οποιονδήποτε.
Έκανες έναν αυτοσχεδιασμό πριν λίγο καιρό, τα Χριστούγεννα, στο Θέατρο Τέχνης και συνδέεται πάλι κάπως η ιστορία αυτή με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Θες να μας μιλήσεις λίγο γι’ αυτό, γιατί εμείς στο Παλκοσένικο αγαπάμε πολύ να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις αποτυπώνουμε σε «ψηφιακό» χαρτί.
Ναι, έκανα έναν αυτοσχεδιασμό, άκου τώρα… Είχα κρατήσει μια φωτοτυπία, που μου είχε δώσει, από ένα έργο που είχε γράψει ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και λεγόταν «Οι Καλικάντζαροι». Είχα διαβάσει τότε στο Εργαστήρι του, αποσπάσματα του έργου αυτού εγώ μπροστά του και μαγευόταν ο δάσκαλος με τον τρόπο που τα έλεγα. Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, τα προηγούμενα, τιμής ένεκεν στο δάσκαλο, έκανα ένα αναλόγιο ή καλύτερα ένα αναπτυσσόμενο αναλόγιο, μια performance τέλος πάντων βασισμένη στο έργο αυτό. Δεν περίμενα τέτοια προσέλευση στο Υπόγειο του Θέατρου Τέχνης Καρόλου Κουν, όπου χόρεψε η υπέροχη Μαρία Μανουκιάν και στο πιάνο έπαιξε ο Θάνος Μαργέτης και μάλιστα στο πιάνο του Μάνου Χατζιδάκι και η λάμπα που ακούμπησα πάνω στο πιάνο, για να διαβάζω ήταν η λάμπα του γραφείου του Καρόλου Κουν. Δηλαδή ξαφνικά βρεθήκαμε εκείνη τη νύχτα, μέσα σε έναν τρυφερό χορό φαντασμάτων των πατέρων μας. Του Διαμαντόπουλου, του Κουν, του Χατζιδάκι. Η λάμπα του Κουν φώτιζε το χειρόγραφο του Διαμαντόπουλου, πάνω στο πιάνο του Μάνου. Αυτό αν δεν είναι μεταφυσική τι μπορεί να είναι μεταφυσική.

Και εδώ ενυπάρχει πάλι η υλικότητα, έτσι. Είναι τα αντικείμενα τους, αν υπάρχει ενέργεια την έχουν αφήσει πάνω τους.
Ακριβώς, ακριβώς! Εκεί κρύβεται η μεταφυσική.
Παραφράζοντας την ελυτική ρήση, θα μπορούσαμε να πούμε πως αν αποσυνθέσεις την Αθήνα του Ρένου, στο τέλος θα δεις ένα θάλαμο, έναν εύζωνα και ένα τρόλεϊ, που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια για να μπορέσεις να την ξαναφτιάξεις;
Ναι, αυτό είναι στο πλαίσιο της σκέψης μου. Ξέρεις κάτι, μου φάνηκε πολύ δύσκολο, όταν μου είπε ένας φίλος παραγωγός για τα «Φτηνά Τσιγάρα» ότι είναι ταινία εποχής. Λέω, τι εννοείς ότι είναι ταινία εποχής; Μου λέει, είναι ταινία εποχής, δεν μπορεί να ξαναγυριστεί γιατί έχει τόσα πολλά στοιχεία, που έχουν χαθεί για πάντα. Εκεί κατάλαβα, ότι η ανάγκη μου, λόγω των οικονομικών δυσκολίων, να κινηματογραφώ έξω στην πόλη, που ήταν ελεύθερα, έδωσε στις ταινίες μου κάτι το οποίο ποτέ δεν φανταζόμουν, την ιστορικότητα. Καταγράφω πράγματα που χάθηκαν για πάντα. Γιατί δεν είχα δυνατότητα οικονομικά, δεν μπορούσα να μπω ούτε σε πλατό, ούτε σε σπίτια κλπ. οπότε ήμουν έξω. Οπότε, πλέον, πλην του εύζωνα που παραμένει εκεί, όλα τα άλλα μοιραία χάνονται. Αλλά εμένα η νοσταλγία δεν με πικραίνει. Η νοσταλγία είναι σαν ένα γλυκό τραγούδι, που το ακούμε στη νύχτα, δε θα βάλουμε απαραίτητα και τα κλάματα.

Ενέχει όμως το άλγος.
Η δική μου πληγή έκλεισε. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να πονέσει απ’ τη νοσταλγία, γιατί τη θεωρώ πλέον φιλοσοφικά ένδειξη ακαλλιέργητου ανθρώπου, σε αυτή την ηλικία. Ωραίο είναι να νοσταλγείς όταν είσαι 20, 25, 30. Γιατί μετά η νοσταλγία έχει και μέσα θάνατο, δεν μπορείς να νοσταλγείς. Αλλά αυτό είναι μια κουβέντα τώρα, πολύ πιπεράτη. Και είναι το ιδεατό ότι κάποτε τα πράγματα ήταν καλύτερα και τώρα δεν είναι. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Και μην ακούς αυτά που λένε οι πενηντάρηδες. Το λένε για να αντέξουν το ότι ο χρόνος πέρασε. Το παρόν έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον. Η νοσταλγία είναι πληγή. Γιατί να είμαστε πληγωμένοι; Νοσταλγία είναι η πληγή της επιστροφής. Θες κάπου να γυρίσεις. Και γιατί όχι η προσδοκία ή η φιλοδοξία της επιστροφής και πρέπει να είναι το άλγος, η πληγή της επιστροφής;
Παρ’ όλα αυτά λες ότι ο πενηντάρης δεν νοσταλγεί και ότι καίει τα καράβια του.
Ναι, δεν πρέπει να νοσταλγεί και πρέπει να καίει τα καράβια του.
Ναι ο 50ρης, αλλά είναι ωραίο είπες το να νοσταλγείς όταν είναι 25,30 και εσύ είσαι 27.
Είμαι 27! Ναι ευχαριστώ.
Εσύ το έχεις πει…
Νιώθω, δεν είμαι. Γιατί ενέχω την ύλη, που λέγαμε πριν. Έχω και την ύλη μαζί μου.
Αλλά προβλήματα όμως δεν έχεις, με τη μέση σου π.χ. δεν έχεις (γέλια).
(γελάει) Ναι, δεν έχω. Αυτό είναι αλήθεια εντελώς. Τελικά η ηλικία είναι κάτι που ο καθένας το βιώνει προσωπικά. Έχω δει γέρους 25 χρονών. Και νέους στα 80. Είναι κλισέ αυτό που λέω, αλλά μάλλον είναι κατάσταση του μυαλού η νεότητα. Από τη στιγμή που δεν είσαι περίεργος για κάτι, δεν είσαι νέος. Κοίτα, η ακαταστασία είναι ένα γνώρισμα της νεότητας. Ένας νέος άνθρωπος δεν ξέρει πώς να κάνει καλή αρχειοθέτηση των υλικών. Καλή αποδελτίωση. Αυτό το μαθαίνεις με τον καιρό. Βέβαια, για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή, δεν έχουν και πολλοί την ευκαιρία. Γιατί αν σ’ έχουν χτυπήσει τα κύματα της ζωής, τα 50 είναι βαριά, τα 60, 70. Τώρα μιλάς με κάποιον, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του υπερτυχερό και υπερευλογημένο. Δεν αντιμετώπισα τραγωδίες στη ζωή μου. Όχι. Ό,τι συνέβη στη ζωή μου, ακόμα και κακό, ήταν στα πλαίσια του λογικού. Αυτό το να το ξεκαθαρίσουμε.
Η τύχη που λέγαμε πριν.
Η τύχη ή η έλλειψη ατυχίας. Δηλαδή, όλα αυτά που μπορεί να τα ακούει τώρα κάποιος που να έχει πραγματικά προβλήματα, δεν ισχύουν για όλους. Και στα λέει κάποιος, ο οποίος δεν ήταν άτυχος.
Μιλώντας για μελλοντικά σχέδια, θα σου πω μια άλλη φράση σου: «Τα όνειρά μου για το σινεμά είναι τόσα πολλά που επείγουν και δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω». Αυτό είναι κάτι που το λέει ένας πολύ ‘νέος’ άνθρωπος. Αυτό δείχνει η νεότητα.
Αυτό είναι με μεγάλη αλήθεια. Ένα κομμάτι του σκοτεινού μου στρες είναι ότι οι ιδέες μου για ταινίες στριμώχνονται, τζατζαρίζονται για το ποια θα γίνει πραγματικότητα. Αυτό μου δημιουργεί μια σκοτεινή αγωνία. Αλλά όχι ότι θα κάτσω να σκάσω κιόλας. Ξέρω ότι το σινεμά μου όχι μόνο δεν θα αλλάξει τον κόσμο ή ανθρώπους, ή οποιονδήποτε άλλον αλλά δεν είναι και τόσο απαραίτητο όσο νομίζω.
Μπορεί να αλλάξει ανθρώπους.
Δεν το έχω δει ποτέ. Μπορεί να διευκολύνει την πορεία μερικών ανθρώπων ή να δείξει δρόμους. Αλλά να τους αλλάξει, αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα. Οι άνθρωποι κάνουν ψυχοθεραπείες χρόνια και δίνουν περιουσίες και δεν αλλάζουν. Θα τους αλλάξει μια ταινία;
Και δύο μοίρες να αλλάξεις την πορεία τους.
Ή μάλλον την προοπτική δύο μοιρών. Ναι είναι κάτι. Ας πούμε. Εγώ είμαι για να εκνευρίζω τους αντιπάλους μου που δεν έχω κιόλας, είμαι παρανοϊκά αισιόδοξος, γιατί εκνευρίζει αυτούς τους χλιμίτζουρες της θλίψης. Που θρηνούν χωρίς να υπάρχει λόγος. Το λέει ο Τσόρτσιλ αυτό, ότι η αισιοδοξία είναι υπερόπλο, θα νικήσουμε, όποιος και αν είναι ο πόλεμος, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος.
Οπότε, να και άλλη μια απόκλιση από τον υπαρξισμό. Το άγχος της ύπαρξης που ενέχει μελαγχολία. Οι υπαρξιστές είναι σπανίως αισιόδοξοι, μάλλον απαισιόδοξοι.
Πρακτικά, λοιπόν, για μένα δεν έχει καμία χρήση η φιλοσοφία τους. Γιατί, τι μου δίνει; Ας κρατήσουμε μόνο την ελευθερία των επιλογών, τη μερική ελευθερία των επιλογών. Μερική ελευθερία επιλογών. Μάλλον, να το πω πιο συγκεκριμένα, όταν σου δίνεται η δυνατότητα, μπορείς να επιλέξεις. Όταν σου δίνεται η δυνατότητα. Από την τύχη, από τη φύση. Από το χρήμα.
Και συνεχίζω με μια άλλη φράση σου που αποκαλύπτει μελλοντικά σου σχέδια: ‘σκοπεύω να ξεσκαρτάρω την αποθήκη του παλιού ελληνικού κινηματογράφου’.
Θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω μία εκπομπή. Ξέρεις υπάρχουν πάρα πολλές ταινίες, όχι απαραίτητα καλές, αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσες. Άλλο καλή ταινία, άλλο ενδιαφέρουσα ταινία. Οι οποίες λοιπόν ταινίες, δεν είχαν καμία τύχη. Δηλαδή, γυριστήκανε, παιχτήκανε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για μια προβολή και χάθηκαν. Και είναι στην αποθήκη του κέντρου κινηματογράφου. Και θέλω να κάνω μία εκπομπή και να παρουσιάσω στο κοινό, έναν κινηματογράφο που δεν προβλήθηκε ποτέ, που δεν είχε καμία τύχη της δεκαετίας του ’80 και του ‘90. Ας πούμε, γυναίκες σκηνοθέτιδες, όπως η Φιντά Λιάπα που έχει πάρα πολλές τέτοιες ταινίες ή η Μαρκετάκη. Ξέρεις πόσο ενδιαφέρον θα έχει; Θέλω, να ξεσκαρτάρω αυτό το αρχείο και να τους ξανασυστήσω από την αρχή.

Και βάζεις τώρα κι ένα πολύ σπουδαίο κομμάτι εδώ, το έμφυλο και το πως γυναίκες σκηνοθέτιδες δεν έχουμε πολλές. Είχαν διαχρονικά την ίδια τύχη με τους άντρες;
Καμία! Τώρα έχουμε γυναίκες σκηνοθέτιδες. Τότε μιλάμε για μια άλλη κοινωνία. Καμία ίδια τύχη δεν είχαν. Καταρχήν ήταν πολύ δύσκολο από ό,τι ξέρω να επιβληθούν και στα αντρικά συνεργεία και είχαν κάτι το ηρωικό τότε οι γυναίκες σκηνοθέτιδες. Ο ηρωισμός των Ελληνίδων γυναικών σκηνοεθετιδών!
Μιλώντας για σχέδια μελλοντικά, θέλω να μου πεις για δύο πράγματα. Το ένα είναι το κλασικό αριστούργημα.
Είναι πανέτοιμο! Θα χτυπήσει τον πλανήτη του ελληνικού σινεμά σαν ένας μετεωρίτης που έχει πάρει φόρα από το υπερπέραν. Πολύ σύντομα, μέσα στο 2026-27. Έρχεται, έχει μπει στην ατμόσφαιρά μας, αλλά τρέχει τόσο γρήγορα που είναι αόρατος ακόμα και δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε. Τώρα είμαι στη φάση του color. Επεξεργάζομαι το χρώμα με όσο πιο ελεύθερο και πιο υπερρεαλιστικό τρόπο μπορώ. Θα είναι μια έκπληξη για τα μάτια στη μεγάλη οθόνη.
Και θα είναι κωμωδία;
Θα είναι λυρική κωμωδία. Είναι η συνέχεια του «No Budget Story». Επιστρέφουν αυτοί, μετά από 30 χρόνια, με λεφτά, για να κάνουν την ταινία, αλλά αυτός έχει γίνει κριτικός κινηματογράφου. Και όλη η ταινία διαπραγματεύεται πώς αυτός ο άνθρωπος ξαναβρίσκει ένα χαρούμενο δημιουργικό του εαυτό, αδιαφορώντας για την γνώμη των άλλων.
Λείπουν όμως αρκετοί συντελεστές από το No Budget…
Ναι, πολλοί. Με την πιο δραματική απώλεια να είναι εκείνη του Δημήτρη Βογιατζή, που έπαιζε το βοηθό μου, όπου αυτοκτόνησε. Οι άλλοι φύγανε με τη σειρά τους. Η κυρία Νίτσα Ζορμπά ήταν 100 χρονών, μετά οι γονείς μου και οι γειτόνισσες μου, με μια λογική σειρά.
Ξέρεις, από τους συμπρωταγωνιστές σου στις ταινίες, ο Τάκης Σπυριδάκης ήταν κάτι αναπάντεχο και κάτι που μας πόνεσε, ως κοινό.
Ο Τάκης, είχε παίξει και στα «Φτηνά Τσιγάρα» και στα «Τέσσερα Μαύρα Κοστούμια». Ο Σπυριδάκης, στο τέλος της ζωής του, που πήγαινα στο νοσοκομείο και τον έβλεπα, με αποκαλούσε συνέχεια ‘ποιητή’. Του λέω, ρε Τάκη, γιατί με λες συνέχεια έτσι; Γιατί μου λέει, δεν πρόλαβα να σου το πω πολλές φορές, όσο συνεργαστήκαμε. Και μετά το έχασα. Αυτά σχετικά με τον Τάκη.

Ήταν και αυτός που είχε εκφράσει την αγάπη που είχες για το μπαλέτο, στα «Φτηνά Τσιγάρα».
Ο Τάκης, ναι ρε συ, επειδή μας ένωναν πολλά πράγματα, ο Τάκης χόρευε. Ήταν τρομερός χορευτής και το μπαλέτο το γούσταρε. Αλλά μου λέει, τι να πω; Λέω, θα πούμε, απλά πως γουστάρουμε το μπαλέτο. Αλλά, ο Τάκης είχε μέσα του το δαίμονα της αμφιβολίας. Είχε μια αυτοκριτική, ανελέητη, που τελικά τον πάγωνε στη δράση και στην πράξη. Αλλά ο Τάκης ήταν πολύ φίλος μου, όπως και ο Τζούμας.
Και μιλώντας για τον Τζούμα, να πούμε ότι έτσι προέκυψε στη ζωή σου το ραδιόφωνο.
Υπήρχε στα 90s, το ‘Dolce’ που μετά έγινε ‘Φίλιον’, στο Κολωνάκι. Εγώ ως νέος τους έβλεπα από μακριά αυτούς. Ήταν μυθικές φυσιογνωμίες. Και σιγά-σιγά μπήκα στην παρέα τους. Εκεί γνώρισα τον Τζούμα και επειδή ήμουν πολύ κοντά του, με ξέρανε ως φίλο του. Αλλά οφείλω να ομολογήσω, ότι η Αλεξάνδρα Δασκαλοπούλου, που έχει τον Εν Λευκώ, ήταν αυτή που είδε πάνω μου την προσωπικότητα του ραδιοφώνου που θα επένδυε. Εγώ βαθιά επηρεασμένος από τον Τζούμα. Βέβαια, με λιγότερη επιθετικότητα από τον Τζούμα. Ο Τζούμας υπήρξε ένας μονομάχος του ραδιοφώνου. Τράβαγε μαχαίρι. Αυτό πήγαινε στην εποχή εκείνη. Εγώ δεν τραβάω μαχαίρι. Βγάζω μια ρακέτα του τένις και σου πετάω το μπαλάκι. Νομίζω αρμόζει καλύτερα πλέον. Προέκυψε γιατί το ήθελε η εποχή.
“Ποτέ δεν υπολόγιζα ότι θα κάνω ραδιόφωνο”, είχες πει.
Το έχω πει αυτό όντως, όπως το είχα πει και πριν κάνω τον «νυχτερινό εκφωνητή», που επίσης ποτέ δεν υπολόγιζα πως θα κάνω. Δεν υπήρχε στον ορίζοντα της ύπαρξής μου κανένα σημάδι γι’ αυτά.

Φαντάζεσαι τώρα τη ζωή σου χωρίς;
Τη ζωή μου τη φαντάζομαι χωρίς τα πάντα. Γιατί δεν έχεις επιλογή… Αλλά δεν φαντάζομαι τη διασκέδασή μου χωρίς το ραδιόφωνο, που εκεί έχω την επιλογή. Και διασκεδάζω και στο μικρόφωνο. Έχει την πλάκα του.
Θέλω κλείνοντας να πούμε λίγα πράγματα για την ταινία που γυρίζεται στη Ζάκυνθο.
Η ταινία λέγεται «Ξένο Αίμα» και τη σκηνοθετεί ένας θρυλικός σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου, ο Τώνης Λυκουρέσης. Από τους πρώτους που οι ταινίες του μπήκαν στα δεκαπενθήμερα των σκηνοθετών στις Κάννες. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία που μου έδεσε ο Τώνης και μου εμπιστεύτηκε ένα βαθύτατα δραματικό ρόλο και μου έδωσε την ευκαιρία να παρουσιάσω μια άλλη παλέτα της δουλειάς μου ως ηθοποιός, που μέχρι τώρα δεν την έχουμε δει.

Θα κλείσω με την εξής ερώτηση. Αν μπορούσες, σαν αέρας, να προσεγγίσεις τον παλιό σου εαυτό, ο οποίος κάθεται και διαβάζει ένα βιβλίο. Σε ποια σελίδα θα φύσαγες να σταματήσει και να του χαράξει έτσι μια πορεία, ή ποιο βιβλίο θα έπεφτε από ένα ράφι ανοιχτό μπροστά του;
Νομίζω θα έπεφτε η τέταρτη διατριβή του Επίκτητου και θα άνοιγε στη σελίδα που γράφει ‘σημασία δεν έχει τι έγινε, αλλά τι εντύπωση έχεις εσύ για αυτό που έγινε’.
“σημασία δεν έχει τι έγινε, αλλά τι εντύπωση έχεις εσύ για αυτό που έγινε…”
Μου αρέσει για κατακλείδα!
Μεγάλο φινάλε!
Ρένο, σε ευχαριστώ πάρα-πάρα πολύ!
Εγώ σ’ ευχαριστώ, για τις υπέροχες ερωτήσεις!

