
Αφιέρωμα των Εκδόσεων Κέδρος
29 Μαρτίου 2026 | Δεκαπέντε χρόνια χωρίς τον κύριο Ιάκωβο
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από κείμενα και συνεντεύξεις του Ιάκωβου Καμπανέλλη από το βιβλίο “Από σκηνής και από πλατείας“. Η ανάγνωσή του ευελπιστούμε πως θα είναι για σας ό,τι ήταν και για μας: μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, συγκινητική, και απολαυστική εμπειρία, όχι μόνο αναγνωστική, αλλά σε όλα τα επίπεδα. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που κλείνεις ένα βιβλίο και εύχεσαι να μπορούσες να το μοιραστείς με όλο τον κόσμο!
ΑΠΟ ΣΚΗΝΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

[…] Πίσω από μια μισόκλειστη πόρτα πήρε το μάτι μας τον Κουν, να κρυφοκοιτάζει αυτούς που έρχονταν. Πολύ θα θέλαμε να πάμε να του μιλήσουμε, να τον δούμε κι από κοντά, αλλά δεν τολμούσαμε. Για μας ο Κουν, έστω και μισοκρυμμένος πίσω από μια πόρτα να μετράει τους θεατές του, ήταν κάτι πάρα πολύ μεγάλο για να είναι πλησιάσιμο.
[…] Όπου, λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, δύο άσχετοι τύποι που μιλούσανε δυνατά και κοιτάζανε γύρω γύρω, πότε σαν χαμένοι και πότε σπάζοντας πλάκα, κι αφού τσαλαπατήσανε τους άλλους για να περάσουν στις θέσεις τους, ήρθαν και καθίσανε ακριβώς πίσω μας. Απ’ αυτά που λέγανε καταλάβαμε ότι ο ένας απ’ τους δυο είχε κάνει λάθος κι αντί να βγάλει εισιτήρια για τον κινηματογράφο Ορφέα είχε βγάλει για το Θέατρο Τέχνης. Ο άλλος έλεγε «Ρε συ, πού μ’ έφερες, πάμε να φύγουμε», ύστερα άρχισαν ν’ αναρωτιούνται κι οι δυο τι σόι θέατρο ήταν αυτό και τι πρόκειται να δούνε. Άρχισαν να ρωτάνε τους διπλανούς αν είναι «επιθεώρηση» και πού είναι η σκηνή και η αυλαία και τελικά αποφασίσανε να δούνε λίγο και να φύγουνε. Η παράσταση άρχισε. Όμως αυτοί δεν πάψανε να μιλάνε και να σχολιάζουνε ό,τι βλέπανε. Μια συνεχής βροχή από σσσστ και σσσστ και «πάψτε τέλος πάντων» και άλλα διάφορα τέτοια τους κάνανε να σωπάσουν και αναγκαστικά να παρακολουθούν την παράσταση. Όταν έγινε διάλειμμα σηκώθηκαν κι αυτοί για να βγουν απ’ την αίθουσα και χαρήκαμε πολύ που θα καθάριζε ο τόπος απ’ αυτούς τους βάρβαρους. Και δεν παραλείψαμε βέβαια να σκεφτούμε και να τους πούμε γαϊδούρια, όρθια κτήνη, ηλίθιους, ανθρωποειδή και άλλα παρόμοια.
Τελείωσε το διάλειμμα και βλέπουμε τους δυο τύπους, λες και το κάνανε για να μας εκδικηθούνε, να ξαναεμφανίζονται και να έρχονται στις θέσεις τους. Τώρα ήταν συμμαζεμένοι, αλλιώτικοι, και το μόνο που είπε ο ένας τους όταν χαμήλωναν τα φώτα της πλατείας, «Σαν καλό είναι, για να δούμε τι γίνεται παρακάτω», το είπε σιγά…
Σ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης πράξης μείνανε προσηλωμένοι, αμίλητοι, στο τέλος της χειροκρότησαν, στο μικρό διάλειμμα που ακολούθησε τους ακούγαμε να λένε χαμηλόφωνα και μάλλον ντροπαλά ο ένας στον άλλον ότι «είναι ωραίο», ότι «είναι αλλιώτικο», ότι «παίζουνε φυσικά», ότι «σαν να ’ναι αλήθεια, ρε παιδί μου»…
Όταν τέλειωσε η παράσταση χειροκροτούσανε με μανία, φωνάζανε «μπράβο», όπως φωνάζαμε κι εμείς, και καθώς βγαίναμε, μαγεμένοι και σιωπηλοί και κλεμμένοι από τη θεία εκείνη παράσταση, ένας απ’ την παρέα μας δεν άντεξε στον πειρασμό και ρώτησε τον έναν απ’ τους δυο «τύπους» που βρέθηκε προς στιγμήν πλάι του «Σου άρεσε…;» Ο «τύπος», ο για μας τους ανύποπτους κουλτουριάρηδες της εποχής εκείνης «γαϊδούρι, όρθιο κτήνος, ανθρωποειδές, βάρβαρος, ηλίθιος», ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον φίλο μου ίσια στα μάτια και μετά από μια μικρή σιωπή απάντησε ντροπαλά «Έκλαψα…» […]

…στην πλατεία Αμερικής έβρισκα πάντα ταξί. Μιλάμε βέβαια για πριν από δεκαπέντε χρόνια. Κάθισα δίπλα στον οδηγό, ήταν ένας άνθρωπος γύρω στα πενήντα του χρόνια, και είπα… «Αγίου Κωνσταντίνου, στο Εθνικό Θέατρο». Όπως το συνηθάνε όλοι σχεδόν οι ταξιτζήδες, έτσι κι αυτός, ούτε «μάλιστα» είπε, ούτε καν κούνησε το κεφάλι του, μου ’δωσε τόσο λίγη σημασία που άρχισα ν’ αμφιβάλλω αν με άκουσε. Δεν είδα άλλωστε να στρίβει προς την οδό Αριστοτέλους, διαδρομή που συνήθιζαν άλλοι οδηγοί που με πήγαιναν στο Εθνικό. Κάποια στιγμή ξαναλέω «Συγγνώμη, ίσως να μη μ’ ακούσατε, στο Εθνικό Θέατρο πηγαίνουμε…» «Το άκουσα, κύριέ μου, το άκουσα, εκεί σας πάω». Ευχαριστημένος που όλα πηγαίνανε ομαλά συμπλήρωσα «Εντάξει, αφού ξέρετε πού είναι το Εθνικό…» Και τότε, μα πολύ ζωηρά, γυρίζει και μου απαντά: «Το Εθνικό να μην ξέρω, είναι δυνατόν, χίλιες φορές έχω πάει». Το είπε τόσο ζεστά, που με παρέσυρε και χωρίς να το καλοσκεφτώ του λέω:
«Μπράβο σας, τόσες πολλές φορές ούτε εγώ δεν έχω πάει, ούτε εγώ!»
«Συγγνώμη, κύριέ μου, γιατί νομίζω ότι εσείς αλλιώς το πήρατε, ότι δηλαδή πήγα “μέσα”…! Όχι, λάθος, “έξω” πήγα, πελάτες πήγα, μέσα δεν μπήκα ποτέ μου…»
«Γιατί όμως, δεν σας ήρθε ποτέ η περιέργεια να μπείτε κι εσείς…;»
«Τι γυρεύω εγώ εκεί μέσα…;»
«Μα θέατρο είναι, δεν πηγαίνετε ποτέ στο θέατρο…;»
«Σπάνια να πάω, κι αν πάω είναι σε καμιά επιθεώρηση, σε καμιά κωμωδία…»
«Εγώ νομίζω ότι αν τ’ αποφασίσετε καμιά φορά να πάτε και σ’ αυτό το θέατρο, θα σας αρέσει πιο πολύ…»
«Μα τώρα τι θα καταλάβω ’γώ απ’ τις φιλοσοφίες που λένε δω μέσα…!»
Άρχισα να του εξηγώ πως δεν λένε φιλοσοφίες, πως ίσα-ίσα τα έργα που λένε κάτι αληθινό και υπεύθυνο είναι τα πιο κατανοητά απ’ τον απλό άνθρωπο, πως εδώ παίζουν δεκάδες ηθοποιοί, πως θα δει ωραία σκηνικά, πως το εισιτήριο είναι φθηνότερο, πως για να υπάρχει αυτό το θέατρο πληρώνει κι ο ίδιος, αφού είναι κρατικό, πως το επιχορηγεί με τον φόρο που πληρώνει κάθε χρονιά… Φαίνεται πως δεν τα ήξερε αυτά που του είπα, ήμουνα υποθέτω και αρκετά πειστικός και τον έβαλα σε σοβαρές σκέψεις τον καημένο τον άνθρωπο. Με άκουγε με προσοχή, γύριζε και με κοίταγε με καθαρό βλέμμα και λίγο πριν φθάσουμε στο Εθνικό με ρωτάει: «Αν επιτρέπεται, είστε ηθοποιός, είστε της δουλειάς, γιατί κάτι σαν να σας ξέρω…» Είπα τι δουλειά κάνω, ποιος είμαι και είπε ότι λάθος έκανε, δεν με ξέρει, όμως μ’ έχει ακουστά. Όταν φθάσαμε στην πόρτα του Εθνικού μου πιάνει το χέρι και μου λέει: «Ε, λοιπόν, εγώ θα το κάνω, με την πρώτη ευκαιρία θα πάρω την κυρά μου και θα ’ρθούμε να δούμε…»
«Κάντε το και θα με θυμηθείτε», του είπα και τον χαιρέτησα ευχαριστημένος και με την ευχή – μέσα μου – αν τυχόν και «το κάνει» να μην πέσει σε έργο και παράσταση του είδους που διώχνουν τον κόσμο απ’ το θέατρο αντί να τον φέρνουν. Επιπλέον, σίγουρα θα ’στελνε στον διάβολο κι εμένα και τη ρητορεία μου που του χαλάσανε το «ρεπό» του.
Ύστερα από χρόνια, μπορεί και πέντε έξι, μπαίνω πάλι σ’ ένα ταξί στην πλατεία Αμερικής. Ο οδηγός, αφού ξεκινήσαμε, μου λέει: «Εγώ σας ξέρω εσάς, σας θυμάμαι, εσείς με θυμάστε…;» Δεν τον θυμόμουνα και του το είπα συνοδευόμενο μ’ ένα «συγγνώμη»…
«Εγώ όμως σας θυμάμαι», συνέχισε. «Ε, λοιπόν πήγαμε στο Εθνικό Θέατρο, μέσα, τι ωραίο πράμα ήταν αυτό που είδαμε, πα, πα, πα…! Να ’στε καλά, μα ξέρετε πώς ευχαριστηθήκαμε…! Και θα πήγαινα κι άλλες φορές, αλλά είναι άτιμη δουλειά το ταξί, δεν ορίζεις τον εαυτό σου, είσαι σκλάβος…! Όμως η γυναίκα μου, αν σας πω ότι έχει πάει και ξαναπάει, θα το πιστέψετε…; Παίρνει ή την αδερφή της ή τη μεγάλη μας κόρη και πάνε…! Μάλιστα…! Μην τον παρεξηγείτε τον κοσμάκη άμα έχει μεσάνυχτα σαν και μένα, πού να ξέρει ο κοσμάκης, μήπως του λέει και κανένας τίποτα…;»
Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πω τίποτα παραπάνω εγώ…

Η μεγάλη προσφορά του Μπρεχτ – και νομίζω πώς σ’ αυτό ανήκει ο ορισμός του επικού – είναι ότι έβαλε τέλος στη φτωχοκαπηλική τάση του ρεαλιστικού θεάτρου. Ο μαρξιστής Μπρεχτ δεν λυπάται τον φτωχό κατά τον τρόπο που να τον ευεργετεί με έναν θρήνο. Του αναλύει τα κοινωνικά του προβλήματα έτσι που ο θεατής να μπορεί να γίνει – αν θέλει – κύριος της μοίρας του. Είναι μια δυναμική θέση, που δεν μοιάζει με καμιά προηγούμενη. Είπαν για το θέατρο ότι είναι πολιτικό θέατρο. Ο ίδιος δεν το είπε ποτέ. Δεν νομίζω ότι το είπε, γιατί δεν χρειαζόταν να επισημαίνει μια ιδιότητα που μοιάζει μ’ ένα περιττό πρέπει. Δεν νοείται το θέατρο να μην είναι πολιτικό. Όταν του κολλάμε τον ορισμό είναι σαν να το ειδοποιούμε τι πρέπει να είναι.
Αν επιμένω τόσο πολύ στο ότι ο ορισμός «πολιτικό θέατρο» είναι ένας πλεονασμός, είναι γιατί έχω κιόλας διαπιστώσει ότι βλάπτει το θέατρο, την αποστολή του θεάτρου. Πολύ συχνά με κάτι τέτοιους ορισμούς, όταν μάλιστα το πολιτικό κλίμα είναι πρόσφορο, γίνεται μια κατάχρηση. Μια κατάχρηση που οδηγεί σε παρεξηγήσεις. Γιατί κάτι τέτοιοι ορισμοί είναι εκτεθειμένοι σε διαφορετικές ερμηνείες. Και είναι βέβαιο ότι, αν ερωτηθούν πέντε – ας πούμε – άνθρωποι του θεάτρου για το τι ακριβώς σημαίνει πολιτικό θέατρο, το αποτέλεσμα θα είναι μια συλλογή από υποκειμενικές απόψεις. Κι αν ερωτηθούν άλλοι τόσοι ή και περισσότεροι από το κοινό, τον κόσμο που είναι οι θεατές, τότε θα εξηγήσετε κάτι που, τώρα τελευταία, συμβαίνει αρκετά συχνά στα ταμεία των θεάτρων. Πλησιάζουν και ρωτούν αν το έργο είναι πολιτικό… Στην αρχή οι ταμίες λέγανε «βέβαια» νομίζοντας πώς αυτό είναι υπέρ. Όταν είδαν όμως να φεύγουν αυτοί που ρωτούσανε, αλλάξανε την απάντησή τους για τους επόμενους.
[…] Νομίζω πως το κομματικοποιημένο θέατρο θα ήταν η αυτοκτονία του θεάτρου. Προσωπικά πιστεύω σ’ ένα θέατρο που για όλους τους θεατές, ανεξάρτητα από την κομματική τους τοποθέτηση, είναι ένας χώρος πνευματικής και πολιτικής συνάντησης. Σ’ ένα θέατρο που θίγει τα προβλήματα στο βάθος εκείνο που ενδιαφέρει, που πονάει τους πάντες. Στις ρίζες εκείνες που δεν αποτελούν αφετηρία για διαφωνία, αλλά αρχή για διάλογο.
Νομίζω ότι η αποστολή του θεάτρου είναι να δημιουργεί στις αίθουσές του γέφυρες επαφής ανάμεσα στους αγνώστους μεταξύ τους θεατές κι όχι να μεγαλώνει τις αποστάσεις που τυχόν τους χωρίζουν. Έτσι λειτουργούσε πάντα το θέατρο, γι’ αυτό μεγαλούργησε στην αρχαία Αθήνα σαν δίδυμο με τη δημοκρατία, γι’ αυτό ξαναφανερώθηκε μέσα στο χριστιανικό καθεστώς και ξανάγινε κοινωνικό λειτούργημα, γι’ αυτό έφτασε ως την εποχή μας, χωρίς ούτε τώρα, παρά τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, παρά την πληθώρα των πληροφοριακών τρόπων, να πάψει να είναι μια ξεχωριστή, μια ιδιαίτερη ειδοποίηση για τα ανθρώπινα προβλήματα.
[…] Το κοινό του θεάτρου εξακολουθεί ακόμα να είναι ή, αν θέλετε, να μεταμορφώνεται για ένα δίωρο σε μια ανθρώπινη κοινότητα πρόσφορη να δεχτεί και να σκεφτεί τις ιδέες, τις διαπιστώσεις, τα προβλήματα που θίγονται επί σκηνής. Ένα θέατρο κομματικό, εννοώ ένα θέατρο που θα τοποθετούσε τον προβληματισμό στις θέσεις εκείνες όπου οι θεατές έχουν πολύ πριν διαφωνήσει μεταξύ τους, σε τι θα ωφελούσε; Στο να πει στους μισούς ότι έχουν δίκιο και στους άλλους μισούς ότι έχουν άδικο; Και να φύγουν από το θέατρο όπως ήρθαν;
Αν το θέατρο του Μπρεχτ είναι θέατρο που σε όλο τον κόσμο το βλέπουν όλοι, είναι γιατί ο κατ’ εξοχήν μαρξιστής Μπρεχτ λειτουργεί σαν συγγραφέας με τη δικαιοσύνη και την άπλα που λειτούργησαν οι κλασικοί συγγραφείς. Δεν είναι δογματικός ο Μπρεχτ. Δεν απομονώνει στοιχεία. Στέκει με κατανόηση απέναντι στα ανθρώπινα ελαττώματα όση και στα προτερήματα. Μέσα στα έργα του κυκλοφορούν όλες οι εκδηλώσεις της ζωής. Η καθημερινή συμπεριφορά του ατόμου δεν είναι αμελητέα, γιατί ξέρει πως από εκεί αρχίζει η διαμόρφωση της στάσης του απέναντι στη δημόσια ζωή. Ο Μπρεχτ βέβαια δεν σταματά μόνο σε διαγνώσεις. Αρκετά συχνά προτείνει λύσεις. Αλλά πριν φτάσει σ’ αυτές έχει βρέξει επί δικαίους και αδίκους. Δεν έχω να πω περισσότερα. Ξεκαθαρίζω μόνο, επειδή ίσως να ξανοίχτηκα σε παρόδους γύρω από το κεντρικό θέμα, πως αυτό που ήθελα να πω είναι τούτο δω: Ανησυχώ για τον ορισμό «πολιτικό θέατρο». Δεν νομίζω πως είναι μια απλή κι ανώδυνη κουβέντα, αλλά κάτι που κοντεύει να γίνει εντολή. Πως η εντολή αυτή έχει στενέψει σ’ έναν δογματισμό, σε ένα σημείο που λέγοντας «πολιτικό θέατρο» να εννοούμε ένα κομματικό θέατρο. Και πως ένα κομματικό θέατρο είναι μια γραμμή αντιθεατρική, στην ουσία δηλαδή μια αντιπολιτική ενέργεια.

[…] Κάποτε, λες κι ήταν απαγορευμένο, οι Έλληνες ήρωες που τους λέγανε Περικλή, Τάσο, Παντελή, Βαγγέλη, Γιάννη δεν μιλούσαν για να πουν κάπως πιο ουσιαστικά πράγματα. Έπρεπε να μιλήσουν μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, με μια γραφικότητα της μικροζωής τους· μέσα σε μια ηθογραφίτιδα κινιόντουσαν. Λες και δεν ήταν άνθρωποι όπως ο Ρόμπερτ, ο Τζων, ο Τζόζεφ, η Έβελυν… Όσοι είχαν ξενικά ονόματα ήτανε επιτρεπτό να προβληματίζονται με οτιδήποτε· όσοι είχαν ελληνικά ονόματα απαγορευότανε. Νομίζω λοιπόν ότι αυτό το πράγμα προσφέρανε η Αυλή και η Έβδομη μέρα: έκαναν αποδεκτό ότι η Μαρία, ο Ιορδάνης, ο Στέλιος κι ο Μπάμπης είναι άνθρωποι προβληματισμένοι, όσο είναι προβληματισμένοι οι άνθρωποι που ζουν στα κράσπεδα του Λονδίνου κι οποιασδήποτε μεγαλούπολης, σ’ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Πληροφορίες
“Από σκηνής και από πλατείας”
Κείμενα, Συνεντεύξεις, Ομιλίες του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Κείμενα για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη.
Μια ξενάγηση στο έργο και στη σκέψη του δημιουργού. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μας αποκαλύπτεται μέσα από δικά του κείμενα, άρθρα, ομιλίες, συνεντεύξεις, και μέσα από τρία διαφωτιστικά σχόλια των Κώστα Γεωργουσόπουλου, Κάρολου Κουν και Τάσου Λιγνάδη.
“Σκέφτομαι κάπου κάπου πόσο μοιάζει το θέατρο μ’ αυτό που κάνουμε καμιά φορά στη ζωή όταν καλούμε κάποιον με τον οποίο έχουμε μια διαφορά για «να κουβεντιάσουμε το θέμα». Και πόσο, ακόμα πιο πολύ, μοιάζει με το θέατρο μια τέτοια δράση όταν τον καλούμε για «να το ξανακουβεντιάσουμε». Τι κάνουμε τότε μ’ αυτό τον άλλο, ή μ’ αυτούς τους άλλους, αν η διαφορά είναι ανάμεσα σε πιο πολλούς; Συναντιόμαστε στο μέρος που ορίζουμε και εκεί ο καθένας έρχεται (περίπου) έτοιμος για την αντιπαράθεση. Παίρνει ή ξαναπαίρνει ο καθένας τη θέση που υποστηρίζει, αναφέρεται η προϊστορία της διαφοράς και τα συμβάντα, αν υπάρχουν και τέτοια. Κάποιοι ξαναζούν με πάθος όσα ένιωσαν κι όσα συνέβησαν, το σωστό ή το δίκιο διεκδικούνται από διάφορες θέσεις και διαφορετικές αντιλήψεις. Το επίμαχο θέμα φανερώνεται ολοένα και πιο πολύ, ενώ ταυτόχρονα φανερώνονται σε βάθος και οι αντίδικοι. Οι χαρακτήρες τους παίρνουν το είδος τους και το σχήμα τους, κι όσο πιο πολύ πασχίζει ο καθένας τους να κρίνει τον άλλο, τόσο πιο πολύ κρίνεται ο ίδιος, με κατάληξη το να βρεθούν όλοι τους ή οι πιο δραστήριοι σε μια ώρα κρίσεως. Ανελέητης μάλιστα κρίσεως, αφού ό,τι πεις είναι πια αμετάκλητα ακουσμένο κι ό,τι κάμεις αμετάκλητα ιδωμένο.”
Ι.Κ.
Έτος έκδοσης: 2023
ISBN: 978-960-04-5342-3
Σελ.: 304
Σχήμα: 14 Χ 20,6
Βάρος: 336.00 γραμ.
Μαλακό εξώφυλλο

