Γράφει η Ελπινίκη Νίνου

Μια αλληγορία δικαιοσύνης, βίας και συλλογικής μνήμης.

Υπάρχουν παραστάσεις που δεν τις παρακολουθείς· τις διασχίζεις. Σε παίρνουν από το χέρι και σε περνούν μέσα από ένα τοπίο οικείο και άγνωστο ταυτόχρονα, ένα τοπίο που θυμίζει την πραγματικότητα αλλά την υπερβαίνει. Τα Σκυλιά του Ανέστη Αζά ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: μια σκηνική εμπειρία που αγγίζει τα όρια της τελετουργίας, μετατρέποντας ένα περιστατικό βίας σε θεατρικό στοχασμό για το τι σημαίνει να αναζητάς δικαιοσύνη σε έναν κόσμο όπου η αλήθεια συχνά θάβεται — κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Κατά τη γνώμη μου, η παράσταση αντλεί την αφετηρία της από μια υπόθεση που συγκλόνισε την Ελλάδα: την κακοποίηση και τον θάνατο του χάσκι Όλιβερ στην Αράχωβα, ένα περιστατικό που αποκάλυψε όχι μόνο την ωμότητα της πράξης αλλά και τις θεσμικές καθυστερήσεις, τις παραλείψεις και την τελική αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης που απαίτησε δικαίωση και δεν την έλαβε ποτέ.

Ο Αζάς όμως δεν εγκλωβίζεται στο ρεπορτάζ. Αντίθετα, μετατρέπει το γεγονός σε δραματουργικό μύθο, μια αλληγορία για τη βία, την ατιμωρησία και τη συλλογική μας ανεπάρκεια να προστατεύσουμε τα πιο ευάλωτα πλάσματα. Στη θέση της ανθρώπινης δικαιοσύνης που δεν ήρθε ποτέ, τοποθετεί μια αγέλη σκύλων που αναλαμβάνει να αναζητήσει την αλήθεια. Και αυτή ακριβώς η αντιστροφή ―η ηθική διεκδίκηση από αυτούς που δεν έχουν φωνή― είναι το πρώτο στοιχείο μαγείας της παράστασης.

Η σκηνοθεσία του Αζά είναι εξαιρετική. Ο ρυθμός δίνει στην παράσταση μια διαρκή κίνηση που θυμίζει παλμό ζώου. Οι παύσεις, επιμελώς τοποθετημένες, λειτουργούν σαν ρωγμές όπου ο θεατής ανασαίνει, εσωτερικεύει, αναλογίζεται.

Η ροή της παράστασης δεν αφήνει στιγμή αδρανή· κάθε λεπτό είναι πλεγμένο με τα προηγούμενα και προετοιμάζει τα επόμενα. Είναι από αυτές τις σκηνοθεσίες που δεν επιδεικνύονται, αλλά επιβάλλονται — που δεν θέλουν να εντυπωσιάσουν, αλλά να σου χαράξουν κάτι μέσα σου.

Η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη και ο ηχητικός σχεδιασμός του Άγγελου Κονταξή αποτελούν δύο από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες της παράστασης, για μένα. Και δεν υπερβάλλω: εδώ η μουσική και ο ήχος δεν «συνοδεύουν» — συν-υπάρχουν, συν-δημιουργούν, συν-ερμηνεύουν.

Ο ήχος γίνεται οσμή, ανάσα, νύχια στο έδαφος, απειλή στο βάθος της σκηνής. Η μουσική μεταμορφώνεται σε οργανική παρουσία, σε παλλόμενο σώμα που κινείται παράλληλα με τους ηθοποιούς. Σε πολλές στιγμές, νιώθεις πως η παράσταση έχει τρεις διαστάσεις: κίνηση, λόγο και ήχο.

Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο ηχητικός κόσμος της παράστασης γίνεται συντελεστής στην ουσία του έργου — όχι διακόσμηση.

Όλο το σύνολο των ηθοποιών είναι εξαιρετικό, χωρίς εξαιρέσεις. Η σωματικότητα είναι εκπληκτική — μια εκφραστικότητα που δεν μιμείται απλώς ζώα αλλά ανασύρει ένα ποιητικό ενδιάμεσο: κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ζωικό, στην κίνηση της αγέλης και στη μοναξιά του ατόμου.

Ο λόγος αποδίδεται με ακρίβεια, μουσικότητα, ρυθμό. Η ομάδα λειτουργεί σαν ένα ενιαίο οργανικό σύστημα — η αγέλη αποκτά πραγματική παρουσία, συνοχή και δραματουργικό βάρος.

Όπως την βίωσα, η παράσταση φέρει έντονα αριστοφανικά στοιχεία: τη χρήση της αγέλης/χορού ως συλλογικό σχολιαστή, το χιούμορ ως όπλο απέναντι στη βία, τη σάτιρα που ψυχαγωγεί ενώ ξεσκεπάζει, τη βαθιά πολιτική διάσταση κάτω από την κωμική επιφάνεια.

Και ταυτόχρονα φέρει τις χαρακιές της αρχαίας τραγωδίας: η αναζήτηση της αλήθειας, η αδυναμία της δικαιοσύνης, η κοινωνική ευθύνη, το ανεπούλωτο τραύμα.

Αυτή η συνάντηση αρχαίας και σύγχρονης δραματουργίας — χωρίς ίχνος επιτήδευσης — δημιουργεί μια παράσταση που συνομιλεί με τη θεατρική μας παράδοση αβίαστα, σχεδόν φυσικά.

Τα Σκυλιά ανήκουν σε αυτή την κατηγορία παραστάσεων που σε μαγεύουν. Αυτές που δημιουργούν έναν αυτόνομο κόσμο και σε τραβούν μέσα του χωρίς καμία αντίσταση. Η μαγεία εδώ δεν είναι εφέ· είναι η συνάντηση όλων των παραμέτρων — σκηνοθεσίας, ήχου, ερμηνειών, ρυθμού, φωτός, κειμένου — στην τέλεια στιγμή.

Είναι η στιγμή που το θέατρο γίνεται χώρος όπου αναμετριόμαστε όχι μόνο  με την τραγική ιστορία ενός σκύλου, αλλά με την ικανότητά μας να σταθούμε απέναντι στην αδικία, την απάθεια και τη βία.

Με αφορμή την υπόθεση του Όλιβερ και με όχημα μια συγκλονιστική σκηνική γλώσσα, ο Ανέστης Αζάς δημιουργεί μια από τις πιο σημαντικές παραστάσεις της χρονιάς για μένα. Ένα έργο πολιτικό χωρίς να είναι διδακτικό, ποιητικό χωρίς να είναι ασαφές, αστείο χωρίς να χάνει στιγμή την τραγικότητά του.

Μια παράσταση που αξίζει να τη δεις — και να την κουβαλάς.

 

 

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα