Γράφει ο Κωνσταντινος Αβράμης
Τι έχει να κομίσει η Αννί Ερνώ στο θέατρο; Η σκηνική μεταφορά ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι απαραίτητο πως αντλεί την ισχύ και την επιτακτικότητά της από τα δραματικά στοιχεία ― το θέατρο από τα τέλη του 1990 και μετά έχει να επιδείξει πάμπολλα παραδείγματα δοκιμιακού ή αφηγηματικού θεάτρου μακριά από τη λογική των «συγκρούσεων», της σκηνικής δράσης και της εξέλιξης των χαρακτήρων. Κι όμως, η παράσταση στο θέατρο Θησείον μοιάζει να στερείται κινήτρου, φόρμας και, εν τέλει, πειραματισμού.
Και το παράδοξο είναι πως η καρδιά της ιστορίας της Αννί Ερνώ είναι συνταρακτική. Όχι η μακροσκοπική αφήγηση ―που απασχολεί, πιθανότατα, μόνο όσες έζησαν τα εξιστορούμενα― αλλά η συγκεκριμένη, προσωπική της ιστορία είναι άξια αφήγησης. Δεν καινοτομεί. Αλλά ανοίγει με τιμιότητα την πληγή της και επιτρέπει στο συλλογικό τραύμα να ενσταλαχτεί στο ατομικό. Το προσωπικό βίωμα της ομιλήτριας γίνεται μια ταραχτική αφήγηση από τη Δέσποινα Κούρτη. Η Αγγελική Στελάτου φέρει το σώμα που κουβαλά τα τραύματα του παρελθόντος. Η Κατερίνα Παπανδρέου και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου αγγίζουν ανεπούλωτα το κοινό με την εξωστρέφεια της νεαρής Γαλλίδας. Οι τέσσερις ηθοποιοί κατέφυγαν, εκτιμώ, σε προσωπικά καταφύγια και τεχνάσματα για να ενισχύσουν την ασθενή δραματουργία της παράστασης ― και το κατάφεραν. Ο Διαμαντής Αδαμαντίδης φέρει κάτι το υπαρκτό, απτό και γειωτικό επί σκηνής.
Όσο όμως κι αν προσπάθησαν οι ηθοποιοί, προδόθηκαν. Ο σκηνικός χώρος παρέμεινε ως και το τέλος ανεπαλήθευτος και ανασφαλής, σπατάλη σε μία δραματουργία που εδράζεται στο τίποτε, σουλατσάρει και χορεύει για να γεμίσει το δωμάτιο. Είναι ακριβώς η δραματουργική χειρονομία της λυρικής πρόζας που έδρασε εδώ υποσκάπτοντας το τόλμημα των συντελεστών: η Αννί Ερνώ παίρνει ένα περικείμενο πολιτικό, κοινωνικό (άρα θεατρικό) και το μεταπλάθει σε εσωτερική ροή, το μικραίνει για να αποτελεί πύκνωμα εντελώς μονικό (άρα αναγνωστικό). Είδαμε μία παράσταση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει μια «συνάντηση» (οι θεατές βλέπουν τους άλλους θεατές, οι αφηγήτριες μιλούν ανά στιγμές απευθυνόμενες με βλεμματική επαφή στο κοινό) ενώ το συγκεκριμένο κειμενοϋλικό επιμένει να ρέπει προς μία απομονωτική εμπειρία. Σε μια εκμαυλιστικά ατομικιστική εποχή, το θέατρο παραμένει ένα κοινωνικό συμβάν. Κι αν έχει μείνει σε αυτήν την πόλη ένα τελευταίο υπόλειμμα θεατρόφιλου κοινού που επιμένει να συναγελάζεται, ας μην προσπαθούμε να το στρέψουμε κι αυτό στην μοναχική ανάγνωση.

