Γράφει η Ελπινίκη Νίνου
«Η Δίκη» του Κάφκα σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη στο Ark.
Ένα καφκικό σύμπαν απόλυτα ζωντανό, απόλυτα εφιαλτικό, απόλυτα αληθινό.
Στο ανακαινισμένο Ark, ο Άρης Μπινιάρης δημιουργεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα και υποβλητικά καφκικά σύμπαντα που έχει δει η αθηναϊκή σκηνή τα τελευταία χρόνια. Με απόλυτη προσήλωση στο πνεύμα του Κάφκα, αλλά και με την προσωπική του σφραγίδα, συνθέτει έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μοιάζει κάθε στιγμή να λυγίζει, να παραμορφώνεται και να επιστρέφει ως εφιάλτης. Έναν κόσμο χωρίς χρώμα, χωρίς διέξοδο, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό, ακριβώς όπως η ίδια η Δίκη απαιτεί.
Ο θεατής μπαίνει σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος είναι ρευστός και ο χώρος μεταλλάσσεται. Η σκηνική σύνθεση – απέριττη αλλά διαρκώς απειλητική – σε συνδυασμό με τον εξαιρετικό σχεδιασμό φωτισμών και τη μουσική που λειτουργεί σαν δεύτερη αόρατη αφήγηση, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα διαρκούς αγωνίας. Οι φωτισμοί δεν φωτίζουν απλώς· σφραγίζουν τους χαρακτήρες, οριοθετούν τον τρόμο, αποκαλύπτουν και κρύβουν τις ίδιες στιγμές. Η μουσική, υποχθόνια, παλλόμενη, χτίζει από κάτω έναν ρυθμό που θυμίζει καρδιά έτοιμη να σπάσει.
Στο κέντρο όλων, ο Γιόζεφ Κ. του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου: μετρημένος, λεπτοδουλεμένος, βαθιά ανθρώπινος, χωρίς καμία υπερβολή. Κουβαλάει τον τρόμο ενός ανθρώπου που δεν ξέρει γιατί κατηγορείται, που προσπαθεί να αρπαχτεί από μια λογική που συνεχώς διαλύεται μπροστά του. Η ερμηνεία του δεν είναι ούτε δημόσια αγόρευση ούτε υστερία· είναι μια αργή, επώδυνη διάβρωση. Ο ηθοποιός γίνεται ο τέλειος εκπρόσωπος του καφκικού ανθρώπου, παγιδευμένου ανάμεσα στην ανάγκη για δικαίωση και στη βεβαιότητα ότι δεν θα την αποκτήσει ποτέ.
Ολόκληρος ο θίασος λειτουργεί σαν ένα καλοκουρδισμένο, οργανικό σώμα. Χωρίς εντυπωσιακά ακροβατικά ή υπερβολές, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και ασκημένη σωματικότητα, οι ηθοποιοί δημιουργούν μια συλλογική ενέργεια που τυλίγει τον ήρωα και τον θεατή. Η κίνηση είναι μελετημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια· οι μεταβάσεις, οι εναλλαγές των ρόλων, τα βλέμματα, η στάση του σώματος — όλα εκπέμπουν την αίσθηση ότι το Σύστημα έχει πολλαπλά πρόσωπα αλλά μία και μοναδική φωνή. Και αυτή η φωνή είναι αδιαπέραστη.
Ο Μπινιάρης καταφέρνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: αποδίδει το πνεύμα της “Δίκης” χωρίς να μιμείται τον Κάφκα, αλλά δημιουργώντας τη δική του, αυθύπαρκτη θεατρική γλώσσα. Ο εφιάλτης δεν μένει στη σελίδα· μεταφέρεται ζωντανός πάνω στη σκηνή και απειλεί το κοινό, το σφίγγει, το κάνει να αναπνέει με δυσκολία. Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, υπάρχει μια σχεδόν ποιητική ομορφιά, η συγκίνηση ενός ανθρώπου που παλεύει να κρατήσει την αξιοπρέπειά του σε έναν κόσμο άδικο από κατασκευής.
Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση υποβλητική, ώριμη, βαθιά καλλιτεχνική. Μια παράσταση που καταφέρνει να τιμήσει το μέγεθος του Κάφκα, να το μεταφράσει στη σύγχρονη θεατρική γλώσσα και να το παραδώσει στο κοινό σαν εμπειρία οριακά υπαρξιακή. Δεν είναι απλώς μια ωραία Δίκη· είναι μια από εκείνες τις δουλειές που μπορείς να ονομάσεις «καφκικές» χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Ένα θέαμα αυστηρό και ταυτόχρονα μαγνητικό, σκοτεινό και βαθιά ανθρώπινο.
Μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει κανείς και που δικαιώνει απόλυτα το νέο ξεκίνημα του Ark.

