Είδαμε τη Γραμμή Σκιάς

Γράφει η Τασιάνα Τσιάκου

Η Γραμμή Σκιάς με τη ματιά του θεατή.

Στην παράσταση “Η Γραμμή Σκιάς” του Τζόζεφ Κόνραντ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σίμωνα, είδαμε τη σκηνή του Rabbithole να μεταμορφώνεται σε έναν σκοτεινό, υποβλητικό θαλάσσιο κόσμο. Από τα πρώτα λεπτά υποπτεύεται κάποιος ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη αφηγηματική μεταφορά νουβέλας, αλλά για μια σκηνική εμπειρία που βασίζεται στη δημιουργία ατμόσφαιρας, χρησιμοποιώντας τα σώματα των ηθοποιών και τη ρυθμική ένταση, τους συμβολισμούς και ελάχιστους διαλόγους.

«Ναι. Ο δρόμος θα ήταν μακρύς. Όλοι οι δρόμοι που λαχταράει η καρδιά μας είναι μακρείς»· Αυτή η φράση μοιάζει να κυλάει υπόγεια σε όλη την παράσταση: Ποια είναι η πορεία ενός νεαρού καπετάνιου προς την ωρίμανση, όταν καλείται ν’ αναλάβει ευθύνες που ξεπερνούν την εμπειρία του; Μήπως η «γραμμή σκιάς» δε λειτουργεί απλώς ως λογοτεχνικό σύμβολο, αλλά ως υπαρξιακό όριο που δοκιμάζει το σώμα και το πνεύμα του;

Η σκηνοθετική προσέγγιση αποδομεί τη γραμμική αφήγηση. Ο λόγος υποχωρεί, δίνοντας χώρο σε μια πολυεπίπεδη σκηνική ατμόσφαιρα, φτιαγμένη από φωνές, υπέρτιτλους, παύσεις και έντονη σωματική έκφραση. Οι ηθοποιοί κινούνται ως ενιαίο σύνολο, αποδίδοντας την κίνηση και την ένταση της θάλασσας, αλλά και την ψυχική φθορά που επιφέρει η απομόνωση. Στιγμές όπως η σκηνή της φουρτούνας ή το ανατριχιαστικό πέρασμα από το «σημείο θανάτου» του προηγούμενου καπετάνιου, αποκτούν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Η καταχνιά, το σκοτάδι και οι υποβλητικοί ήχοι δημιουργούν ένα περιβάλλον, όπου ο χρόνος μοιάζει να διαλύεται, ενισχύοντας την αίσθηση ότι οι ήρωες βρίσκονται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η συλλογική διάσταση της παράστασης: το πλήρωμα δε λειτουργεί ως φόντο της ιστορίας, αλλά ως ένα σώμα ανθρώπων, που βιώνει κοινές καταστάσεις και δοκιμάζεται. Η ασθένεια, η απώλεια και ο φόβος αντιμετωπίζονται συλλογικά, ενώ η σκηνική σύνθεση παραπέμπει σε αρχαϊκές μορφές τραγωδίας μέσα από τη χρήση μάσκας και τελετουργικής κίνησης, σε συνδυασμό με υποβλητικούς ήχους και παράλληλη προβολή αφήγησης, που θυμίζει βωβό κινηματογράφο.

Στο κλείσιμό της, η παράσταση μοιάζει να μας χτυπάει παρηγορητικά στον ώμο: «Ελάτε. Μη νομίζετε ότι χάσατε το κουράγιο… Σύντομα θα μάθετε να κάνετε κουράγιο… Πρέπει να ζούμε ημιταχείς…». Η σκοτεινιά , η φουρτούνα , η καταχνιά και το ψυχολογικό βάρος μεταμορφώνονται σε μια κάποια υπαρξιακή αποδοχή: ο άνθρωπος καλείται να σηκώσει το κεφάλι απέναντι στις κακουχίες, με το θάνατο να παραμένει ο μόνος πραγματικός αντίπαλος, τον οποίο όμως, κανείς, πρέπει να τον αντιμετωπίζει με γενναιότητα και αξιοπρέπεια.

Τελικά, η προσέγγιση που εισπράξαμε ως σκηνική ανάγνωση της «Γραμμής Σκιάς», δε δείχνει να ενδιαφέρεται τόσο για την αφήγηση, όσο για την εμπειρία του «ταξιδιού». Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για μια παράσταση που ζητά από το θεατή να τη βιώσει, παρά να την αποκωδικοποιήσει, ακολουθώντας τους ήρωές της στο επώδυνο, μακρύ και αβέβαιο ταξίδι τους. Ταυτόχρονα όμως, φαίνεται να λειτουργεί, μ΄ένα δικό της τρόπο, ως απάντηση στο ερώτημα «πώς πρέπει να πορεύεται το άτομο και η κοινωνία σε αβέβαιους καιρούς και καταστάσεις»…

Με την ελπίδα που φέρνει η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη, ίσως;

Δείτε ακόμα