Γράφει η Φλώρα Κυρίτση
Στην καρδιά της Αθήνας, στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την παράσταση «Λαπωνία», ένα έργο των Cristina Clemente και Marc Angelet που με κέρδισε με τη ζεστασιά και την ειλικρίνειά του.
Πέρα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, αυτό που ξεχώρισε πραγματικά ήταν το ίδιο το κείμενο. Η μετάφραση και διασκευή της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ αναδεικνύεται ουσιαστική και βαθιά ανθρώπινη, που διατηρεί αναλλοίωτο το πνεύμα του έργου, αφήνοντας στον θεατή τροφή για σκέψη, αλλά και ένα γλυκό συναίσθημα.
Παράλληλα, όσο κι αν οι καιροί έχουν αλλάξει και οι προσεγγίσεις είναι πιο σύγχρονες, το γεγονός ότι η παράσταση αγγίζει τη μαγεία του Άγιου Βασίλη είναι κάτι που αξίζει προσοχή. Ίσως θα ήταν προτιμότερο τα μικρότερα παιδιά να επιλέξουν άλλες παραστάσεις, ώστε να διαφυλαχθεί αυτή η μαγεία, τόσο για εκείνα που ήδη πιστεύουν όσο και για εκείνα που βρίσκονται στο μεταίχμιο. Με έναν τρόπο, είναι μια υπενθύμιση να προστατεύουμε την αθωότητα και τη φαντασία τους, αποφεύγοντας να «την πατήσουμε» κι εμείς, όπως οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη ξεχωρίζει για τον σαφή ρυθμό της και την ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στο χιούμορ και τη δραματουργία, αναδεικνύοντας με ευαισθησία τις εναλλαγές του έργου και διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Στη συγκεκριμένη παράσταση η συνάντηση του δυναμικού κειμένου και η σκηνοθετική ματιά που ξέρει να το αφουγκράζεται δεν είναι απλώς επιτυχημένη, αλλά εμπνευσμένη. Η συνομιλία των δύο δημιουργικών αξόνων λειτουργεί με αρμονία δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που σε κερδίζει, σε αγγίζει και σε ακολουθεί ακόμη και μετά το τέλος της παράστασης. Τα σκηνικά της Αγγελίνας Παπαχατζάκη δημιουργούν έναν καλαίσθητο και λειτουργικό χώρο που υπηρετεί τη δράση. Η Ιωάννα Καλαβρού επιλέγει κοστούμια που χαρακτηρίζουν με σαφήνεια τους ρόλους και την αισθητική της παράστασης. Οι φωτισμοί του Νικορέστη Χανιωτάκη υπογραμμίζουν τις εναλλαγές της ατμόσφαιρας και ενισχύουν τη σκηνική αφήγηση. Η μουσική του Γιάννη Μαθέ συνοδεύει διακριτικά τη δράση και ενισχύει το συναισθηματικό της κλίμα.
Ο Μελέτης Ηλίας δίνει μια ζωντανή και απολαυστική ερμηνεία, ισορροπώντας με φυσικότητα ανάμεσα στο χιούμορ και τη δραματικότητα του ρόλου.Η Βίβιαν Κοντομάρη αποδίδει το χαρακτήρα της με ευαισθησία, εσωτερικότητα και σκηνική άνεση, χαρίζοντας μια βαθιά ανθρώπινη και ουσιαστική ερμηνεία. Σε ιδιαίτερα φορτισμένες στιγμές, η συγκίνησή της είναι εμφανής, φτάνοντας μέχρι και σε αληθινά δάκρυα επί σκηνής. Μια ένταση που διαπερνά τη σκηνή και αγγίζει άμεσα το κοινό, συγκινώντας βαθιά τους θεατές. Η Βάσω Λασκαράκη ξεχωρίζει για την ενέργεια και το ρυθμό της ερμηνείας της. Στις πιο έντονες στιγμές, καταφέρνει να δημιουργεί μια αίσθηση πραγματικής έντασης, μεταφέροντας με αμεσότητα και δύναμη τα συναισθήματα του χαρακτήρα της στο κοινό. Ο Σπύρος Τσεκούρας στηρίζει το ρόλο του με σταθερότητα και σκηνική ωριμότητα, παραμένοντας άψογος σε όλο το εύρος του έργου και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη συνολική ισορροπία του συνόλου.
Ως μητέρα, άρχισα να παρατηρώ αντιφάσεις, να αναγνωρίζω κομμάτια του εαυτού μου και να ταυτίζομαι με στιγμές που με έκαναν να σκέφτομαι και να νιώθω. Ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό δώρο μιας παράστασης. Δεν τελειώνει με το τελευταίο χειροκρότημα, αλλά συνεχίζει μέσα μας, γεννώντας ερωτήματα και διάλογο. Γιατί τελικά το ίδιο νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις και βλέπουμε εκείνη που μας βολεύει. Σωστό ή λάθος ίσως να μην υπάρχει καθώς, όπως το yin και yang, φως και σκοτάδι συνυπάρχουν ως δύο πλευρές της ίδιας πραγματικότητας.

