Γράφει η Ελπινίκη Νίνου

 

Μια πολιτική «Ανάσταση» στο Θέατρο Noūs – Creative space

 

Η «Ανάσταση» είναι το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα του Τολστόι, γραμμένο το 1899, και το πιο ανοιχτά καταγγελτικό. Γραμμένο στα ύστερα χρόνια της ζωής του, όταν ο συγγραφέας είχε ήδη απομακρυνθεί από την επίσημη Εκκλησία και είχε υιοθετήσει ένα ριζοσπαστικό χριστιανικό ανθρωπισμό, το έργο λειτουργεί ως κοινωνικό κατηγορητήριο: εναντίον της αριστοκρατίας, του δικαστικού συστήματος, των φυλακών, ακόμη και της θεσμικής θρησκείας.

 

Στον πυρήνα του βρίσκεται ο πρίγκιπας Νεχλιούντοφ, ο οποίος, ως ένορκος σε μια δίκη, αναγνωρίζει στο πρόσωπο της κατηγορούμενης Κατιούσα Μάσλοβα τη γυναίκα που ο ίδιος είχε αποπλανήσει και εγκαταλείψει χρόνια πριν. Η άδικη καταδίκη της και η εξορία της στη Σιβηρία λειτουργούν ως καταλύτης: όχι για μια ρομαντική επανένωση, αλλά για μια οδυνηρή ηθική αφύπνιση.

 

Η «ανάσταση» εδώ δεν είναι θαύμα. Είναι επίγνωση. Είναι σύγκρουση με την προσωπική ενοχή και με το σύστημα που τη συγκαλύπτει.

 

Στη σκηνή του Θεάτρου Noūs, η δραματουργική μεταφορά του έργου επιχειρεί — και τελικά καταφέρνει — να μετατρέψει αυτή τη στοχαστική, εσωτερική πορεία σε σκηνικό γεγονός με καθαρή πολιτική αιχμή.

 

Η παράσταση ξεκινά ελαφρώς νευρικά, σαν να δοκιμάζει τον βηματισμό της. (Ήταν και πρεμιέρα γαρ…) Πολύ γρήγορα όμως βρίσκει ρυθμό και, κυρίως, βρίσκει θέση. Μια θέση καθαρά πολιτική. Η ανάγνωση δεν περιορίζεται στη μεταφυσική διάσταση της λύτρωσης, αλλά εστιάζει στις κοινωνικές δομές που παράγουν αδικία. Χωρίς διδακτισμό, αλλά με σαφή στόχευση, η παράσταση αναδεικνύει το μηχανισμό που συνθλίβει ζωές.

 

 

Ιδιαίτερα εύστοχο το εύρημα της χρήσης καμερών στη σκηνή του δικαστηρίου. Από πρακτικής πλευράς, ξεπερνά τη σκηνική δυσκολία της «πλάτης» του κατηγορούμενου, επιτρέποντας στο κοινό να έχει οπτική πρόσβαση στο πρόσωπο. Από ουσιαστικής όμως πλευράς, λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο.
Τα κοντινά πλάνα φωτίζουν τις μικρές συσπάσεις, τις σιωπές, το βλέμμα των «αθώων» που κρίνονται ένοχοι. Το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς· αναγκάζεται να δει.

 

Εξίσου έξυπνο και λειτουργικό το σκηνικό εύρημα του τραπεζιού που μεταμορφώνεται και λειτουργεί ως όχημα μετάβασης από σκηνή σε σκηνή. Λιτό αλλά απολύτως δραματουργικό, γίνεται δικαστήριο, γραφείο δημόσιας υπηρεσίας, κρεβάτι, τραπεζαρία. Αντί για βαριές αλλαγές σκηνικών, η παράσταση επιλέγει τη μετατόπιση χρήσης — και αυτή η επιλογή της προσδίδει ροή και καθαρότητα.

 

Οι ερμηνείες κινούνται σε υψηλό επίπεδο, με ιδιαίτερη μνεία από μεριάς μου στον Σωτήρη Δούβρη, Ματουάλι Κουτουλάκη, Ασπασία Μηλιαράκη. Ο Σωτήρης Δούβρης διαχειρίζεται με μέτρο τον άξονα της ενοχής, χωρίς υπερβολές. Η Ματουάλι Κουτουλάκη προσδίδει στην ηρωίδα αξιοπρέπεια και πολυπλοκότητα, αποφεύγοντας τη μονοδιάστατη θυματοποίηση. Η Ασπασία Μηλιαράκη κινείται με ακρίβεια και σκηνική καθαρότητα, ενισχύοντας τη συνολική ένταση.

 

Η «Ανάσταση» στο Noūs δεν υπόσχεται εύκολη λύτρωση. Προτείνει μια επίπονη συνειδητοποίηση — προσωπική και συλλογική. Και αυτό, σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να δικάζει γρήγορα και να αθωώνει επιλεκτικά, είναι ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο της.

 

Δείτε ακόμα