Είδαμε την Αντιγόνη στο Θέατρο Κιβωτός

Γράφει η Ελπινίκη Νίνου

«Αντιγόνη» στο Θέατρο Κιβωτός: όταν μια νέα γενιά αποφασίζει να μη συμβιβαστεί.

Υπάρχουν στιγμές στο θέατρο που δε νιώθεις απλώς ότι παρακολουθείς μια παράσταση. Νιώθεις ότι παρακολουθείς μια γενιά να παίρνει θέση. Να διεκδικεί χώρο. Να μιλά με τη δική της φωνή. Να θυμώνει, να γελά, να ερωτεύεται, να συγκρούεται και —αν χρειαστεί— να θυσιάζεται για όσα πιστεύει.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην «Αντιγόνη» του Jean Anouilh, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή και μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Κιβωτός. Και ναι, πρόκειται χωρίς αμφιβολία για μία από τις πιο δυνατές και ολοκληρωμένες παραστάσεις της χρονιάς.

Ο Κουτλής, έχοντας ως βάση το εμβληματικό έργο του  Anouilh — γραμμένο μέσα στη γαλλική Κατοχή, ως μια βαθιά πολιτική και υπαρξιακή συνομιλία με την Αντιγόνη του Σοφοκλή — δεν επιχειρεί μια «μουσειακή» ανάγνωση του μύθου. Αντίθετα, χτίζει μια παράσταση που αναπνέει στο σήμερα. Και η μεγαλύτερη δύναμή της είναι πως δεν προσποιείται τη νεότητα — είναι φτιαγμένη από αυτήν.

Οι είκοσι ηθοποιοί της παράστασης, απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, ανεβαίνουν στη σκηνή όχι σαν «νεαροί ηθοποιοί που δοκιμάζονται», αλλά σαν ολοκληρωμένοι σκηνικοί οργανισμοί. Ο Ιωσήφ Αλί, ο Νίκος Αποστολόπουλος, η Αθηνά Βαρνάβα, ο Νίκος Βλασάκης, η Μαρίτα Γαγάνη, η Αιμιλία Γιαννούκαρη, ο Βασίλης Δημητριάδης, ο Γιώργος Εξακοΐδης, η Δανάη Καλούτσα, η Ιλιάνα Καραπασιά, η Αγνή Καρβουντζή, η Ντέμη Κλεφτάκη, η Ευαγγελία Κυργιώτη, η Κωνσταντίνα Οικονόμου, η Νεφέλη Παντερμαλή, ο Παναγιώτης Παυλίδης, ο Σοφιανός Πεσιρίδης, η Μαργαρίτα Στραβουδάκη, η Εύα Τζανακάκη και ο Γιάννης Χριστοφορίδης λειτουργούν ως ένα ενιαίο σώμα, ως χορός, ως ομάδα, ως γενιά.

Και αυτή η γενιά ξεχειλίζει από ζωή. Από ζωή ανυπότακτη. Από ζωή που δεν έχει ακόμη εκπαιδευτεί στο συμβιβασμό. Από ζωή έτοιμη, αν χρειαστεί, να καεί για όσα πιστεύει.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης: η ηλικία των ερμηνευτών δεν αποτελεί απλώς ένα casting choice· αποτελεί πολιτική δήλωση. Η Αντιγόνη αποκτά μια σχεδόν σωματική επαναστατικότητα. Δεν είναι μόνο η ηρωίδα που υπερασπίζεται το νεκρό αδελφό της· είναι μια νέα γυναίκα που μάχεται για την ίδια της την ύπαρξη, για το δικαίωμα να ορίζει η ίδια τη συνείδησή της. Και αυτή η ανάγνωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αν σκεφτεί κανείς πως από την εποχή του έργου μέχρι σήμερα, η ισότιμη θέση της γυναίκας παραμένει ζητούμενο.

Απέναντί της, ο Κρέοντας δεν παρουσιάζεται ως μονοδιάστατος τύραννος. Είναι στιβαρός, πολιτικά σκεπτόμενος, ένας άνθρωπος που κουβαλάει τη λογική της τάξης και της ισονομίας. Και εδώ η σκηνοθεσία κάνει κάτι σπάνιο: δε δαιμονοποιεί την εξουσία, αλλά της αναγνωρίζει επιχειρήματα. Η σύγκρουση, έτσι, αποκτά πραγματικό βάθος. Γιατί πράγματι, η έννοια της ισονομίας δεν είναι κάτι μικρό· είναι μια κατάκτηση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Και ακριβώς γι’ αυτό η σύγκρουση με την Αντιγόνη γίνεται τόσο ουσιαστική.

Η σκηνοθεσία του Κουτλή είναι εμπνευσμένη, ευρηματική, σωματική και βαθιά εκφραστική. Το σώμα και ο λόγος λειτουργούν σε διαρκή διάλογο, χωρίς τίποτα να μοιάζει περιττό ή επιδεικτικό. Οι πολλαπλές διανομές στους ίδιους ρόλους —ένα εύρημα που θα μπορούσε εύκολα να κουράσει— εδώ λειτουργούν υποδειγματικά. Οι εναλλαγές είναι οργανικές, οι ροές καθαρές, και τελικά η πολλαπλότητα ενισχύει αντί να αποδυναμώνει τη δραματουργία.

Η μουσική του Γιώργου Μπάτζιου είναι πραγματικά καθηλωτική, σχεδόν κινηματογραφική σε σημεία, ενώ η κινησιολογική δουλειά της Άλκηστις Πολυχρόνη χαρίζει στο ensemble πειθαρχία, ένταση και ρυθμό. Τα σκηνικά και κοστούμια της Μαριάννας Νικολάου είναι ευφυή, λειτουργικά και ταυτόχρονα εικαστικά δυνατά — ένας σκηνικός κόσμος που μοιάζει άλλοτε με πεδίο μάχης και άλλοτε με εύφορο κήπο.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτής της Αντιγόνης: ότι δε σε αφήνει να βολευτείς σε εύκολες απαντήσεις. Σε αναγκάζει να διαλέξεις πλευρά. Ή, ακόμα πιο δύσκολα, να αναγνωρίσεις ότι και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και μάλιστα, ποιο ακριβώς είναι αυτό. Και κατόπιν, πάλι να διαλέξεις πλευρά, καθώς σε τέτοιες τραγωδίες δεν υπάρχει ούτε μέση λύση, ούτε ουδετερότητα, ούτε η ευκολία του απολιτίκ.

Αν αυτή είναι η νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου, τότε έχουμε κάθε λόγο να περιμένουμε σπουδαία πράγματα.

Και αν αυτή είναι η φωνή της, τότε ευτυχώς, δεν έχει καμία διάθεση να σωπάσει. Και εμείς έχουμε κάθε υποχρέωση να φροντίσουμε να ακούγεται και να την ακούμε.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα