Η «Κουκλίτσα» χτίζει μια σκοτεινή, σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα, που όμως σε κρατά σε διαρκή επαγρύπνηση. Δεν υπάρχει άνεση θέασης· υπάρχει συνεχόμενη, υποβόσκουσα ένταση. Η σκηνοθεσία επιλέγει να τοποθετήσει τη δράση μέσα σε ένα νορβηγικού τύπου σπίτι, το οποίο όμως δεν κατοικείται απλώς — εκτίθεται. Το παρακολουθούμε απ’ έξω, σαν να κοιτάμε μια βιτρίνα. Και κάπου εκεί, το «κουκλόσπιτο» παύει να είναι σκηνικό και γίνεται μηχανισμός παρατήρησης και εγκλωβισμού.
Αυτό που κάνει την παράσταση να ξεχωρίζει είναι η μετατόπιση που επιτυγχάνει: η ουσία του Κουκλόσπιτου δεν βρίσκεται πια στον χώρο, αλλά στο σώμα της «Κουκλίτσας». Η έντονη σωματικότητα και εικαστικότητα λειτουργούν ως βασικά εκφραστικά μέσα. Οι ηθοποιοί δεν ερμηνεύουν απλώς — ενσαρκώνουν καταστάσεις. Ακόμη και οι σιωπηλές παρουσίες, όπως οι κόρες της Νόρας, αποδεικνύονται απολύτως οργανικές: δεν χρειάζονται λόγο για να είναι δραματουργικά ενεργές.
Οι ερμηνείες είναι υποδειγματικές, με απόλυτο έλεγχο του σώματος και της ενέργειας. Η ομάδα των ηθοποιών (Άρης Αρμαγανίδης, Στέλλα Βογιατζάκη, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Ελεάνα Γεωργούλη, Δέσποινα Καραγιάννη, Μαρίνα Μάλλιου, Χριστιάνα Ματέλσκα Τόκα, Κατερίνα Παπαδάκη, Φιντέλ Ταλαμπούκας) λειτουργεί αρμονικά και με θαυμαστές συνέργειες και αλληλεπιδράσεις. Η παράσταση βασίζεται σε ένα σύνολο που λειτουργεί με ακρίβεια, χωρίς περιττές εξάρσεις. Τα σκηνικά της Πουλχερίας Τζόβα και Μαρίας Πανουργιά είναι εντυπωσιακά και λειτουργικά ταυτόχρονα: το σπίτι δεν είναι απλώς χώρος δράσης, αλλά σύμβολο — ένα περίβλημα που αποκαλύπτει αντί να προστατεύει. Μαζί με τα ιδανικά κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, τη μουσική του Γιώργου Μυζήθρα, τους φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη και την κίνηση από τη Ζωή Χατζηαντωνίου, η παράσταση απογειώνεται.
Η Πανουργιά δεν «ανεβάζει» Ίψεν· συνομιλεί μαζί του. Και το κάνει με τρόπο καθαρό, χωρίς εντυπωσιοθηρία: κρατά την καρδιά του έργου — τη σύγκρουση ανάμεσα σε ρόλο και ταυτότητα — και την μεταφέρει στο σήμερα, χωρίς να την εξηγεί.
Συμπέρασμα; Η «Κουκλίτσα» είναι μια εξαιρετική παράσταση, που σε καθηλώνει με τη σκοτεινή της ατμόσφαιρα και σε κρατά σε συνεχή εγρήγορση. Με δυνατές ερμηνείες, έντονη σωματικότητα και μια εικαστική γλώσσα που υπηρετεί απόλυτα το νόημα, καταφέρνει κάτι σπάνιο: να αποδείξει ότι ο Henrik Ibsen δεν ανήκει στο παρελθόν — αλλά επιμένει να μας αφορά, όσο εξακολουθούμε να παίζουμε ρόλους που δε μας χωρούν.

