Γράφει ο Κωνσταντίνος Αβράμης
H περίπτωση των Loxodox είναι επίμονα ιδιόμορφη. Μια ομάδα που δεν έχει αφομοιωθεί από μεγάλης χρηματοδότησης φορείς, η οποία εργάζεται εδώ και χρόνια με συνέπεια και πειραματική ζέση. Στην περίπτωση του «Κουκλόσπιτου», ο Αλκίνοος Δωρής παρουσιάζει μια πολύ άρτια, λιτή σκηνοθεσία που βασίζεται στον υπαινιγμό και όχι στην κραυγή, στην ίδια την υφή της θεατρικότητας και όχι σε κρότους και εκρήξεις.
Αναλύοντας τις σχέσεις όλων των προσώπων με τη Νόρα, μέσα από έναν απροσποίητο, πλήρως γυμνωτικό καθρέφτη, η παράσταση απεκδύει το έργο από κάθε στερεότυπο και προκατάληψη. Δεν είναι ούτε η ιστορία του ενός, ούτε η ιστορία του άλλου· ούτε σαφές θύμα, ούτε σαφής θύτης. Χωρίς να αποκρύπτει τις πληγωτικές συμπεριφορές και τις υποτιμητικές τάσεις των ιψενικών χαρακτήρων, η παράσταση μας εκθέτει σε ένα σύμπαν, όπου κανείς δε στερείται ολισθημάτων.
Το εντυπωσιακό είναι πως αυτή η λεπτή ηθογραφία γεννιέται μέσα από έναν άρτια χορογραφημένο κώδικα και ένα σαφές σύστημα χειρονομιών, με συμβολισμούς ένα προς ένα, όπου κάθε ηθοποιός δείχνει το ρόλο του επαναλαμβάνοντας εμμονικά το μικρό αλλά γόνιμο λεξιλόγιο που του επιτρέπεται. Και έτσι, από ελάχιστα αντικείμενα, φτιάχνονται κόσμοι. Η σκηνή Μπέκετ γέμισε ιστορίες, με την εικαστικά ισορροπημένη χρήση των κουρτινών και την απλή, αλλά πανίσχυρη εξήγηση για την ξύλινη έδρα που αποτελεί τη μόνη επιφάνεια στην οποία τολμούν να βασιστούν.
Ποιον μπορούμε να εμπιστευτούμε και ποιες παραδοχές μας δεν έχουμε αμφισβητήσει ποτέ; Όπως διέβλεψε ο Ίψεν, όπως κατάφεραν να αναδείξουν και οι Loxodox με τις μαγικές, αριστοτεχνικά θεατρικές, ερμηνείες όλων των ηθοποιών (Γιάννης Ιωάννου, Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, Αλέξανδρος Λυκούρας, Μελισσάνθη Μαυρίδου), οι φυλακές και οι παγίδες, οι πληγές και η ασφυξία μας αναδεικνύονται ως τέτοιες μόνο εκ των υστέρων: όσο παραμένουμε παγιδευμένοι εντός τους, όλα μοιάζουν «κανονικότητα».

