Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας

Λένε πως το ταξίδι μετράει περισσότερο κι απ’ τον προορισμό. Κάπως παράλογο δεν ακούγεται όμως αυτό; Και πως να προσεγγίσεις το παράλογο; Όχι μόνο, πώς να αναμετρηθείς μαζί του, μα πρωτίστως ποιο μονοπάτι να διαβείς ως το κατώφλι του; Το παράλογο γεννήθηκε πριν 80 περίπου χρόνια και όπως θα έλεγε ο ποιητής, ήταν “ώριμο τέκνο της ανάγκης και της οργής”, ήρθε ως αγανακτισμένη αντίδραση στη φρικαλεότητα των ιμπεριαλιστικών κτηνωδιών που αιματοκυλούσαν τον πλανήτη. Το θέατρο είχε το χρέος και τα αντανακλαστικά να αποτυπώσει την καταβαράθρωση των ψευδεπίγραφων κοινωνικοπολιτικών αξιών του δυτικού κόσμου, καταργώντας ακόμη και τους ίδιους του τους κώδικες, τους κανόνες και τις συμβάσεις που ως τότε το διείπαν. Ο Μπέκετ, ο Ιονέσκο, ο Ζενέ, ο Άλμπι, ο Πίντερ, ο Πιραντέλο και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι του είδους θέλησαν με τον τρόπο αυτό να σημάνουν πανανθρώπινο συναγερμό. Στο “Περιμένοντας τον Γκοντό” το “αντι-θέατρο”, όπως πολλοί συντηρητικοί αποκαλούσαν τότε το “θέατρο του παραλόγου”, συνάντησε τις κορυφές του. Έργο εμβληματικό, σπαρακτικό, συθέμελα συντριπτικό, περιγράφει λιτά και αιχμηρά τη φρίκη που άφησε στο πέρασμά του το τέρας. Υπάρχουν πολλά πρίσματα να εξετάσεις ένα αλληγορικό έργο. Το φιλοσοφικό, το κοινωνικοπολιτικό, το μεταφυσικό. Θα μπορούσε ο Γκοντό να προϋπάρχει των αναμενόντων του ή να συνυπάρχει μαζί τους, από την πρώτη κιόλας στιγμή, έχοντας εμφωλεύσει την άυλη ύπαρξή του στην κουφάλα του δέντρου τους. Θα μπορούσε ο Γκοντό να είναι ο χρόνος που τον αφήνουμε να κυλά μέσα απ’ τα χέρια μας, επιβιώνοντας, αλλά όχι βιώνοντάς τον, “περιμένοντας άλλες μέρες”, όπως ο μοναχικός σχοινοβάτης των Κατσιμιχαίων. Θα μπορούσε ίσως ο Γκοντό να είναι η αναπόδραστη κοινή μας μοίρα; Εκείνο που περιμένουμε μια ζωή και όταν πια έρθει, τότε θα λείπουμε εμείς. Και τότε τα λόγια που βάζει ο Καζάν στο στόμα του μπεκετικού ήρωα “πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο μέρος για να πάμε” αποκτούν μια υπόσταση προφητική, σχεδόν βιβλική. Θα μπορούσε όμως ο Γκοντό να είναι και το ίδιο το σύστημα, το μουρσελικό “αυγό” που μας κρατά δέσμιους της ατολμίας μας και τότε η προτροπή του έτερου μπεκετικού ήρωα “χτύπα το, χτύπα το γερά στη ρίζα” να μετουσιώνεται σε ριζοσπαστικό απόσταγμα και πεμπτουσία μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας. Δεν έχει καμία σημασία ποια από όλες τούτες -ή αμέτρητες άλλες ισοπίθανες συλλογιστικές- προκρίνεται ως ορθότερη. Και δεν έχει σημασία διότι έτσι το θέλησε ο Μπέκετ, ο οποίος μεταξύ μας, “πρωταγωνιστεί” στο νέο θεατρικό έργο του Nicholas Kazan, “Killing Godot”,  που έρχεται να λυτρώσει τους Βλαντιμίρ και Εστραγκόν, από τη μαρτυρική τους αναμονή, ύστερα από 75 ολόκληρα χρόνια. Και μάλιστα με τρόπο ριζικό και αμετάκλητο. Σκοτώνοντας τον Γκοντό και ό,τι αυτός αντιπροσωπεύει. Ο Καζάν τοποθετεί τον ίδιο τον συγγραφέα πάνω στη σκηνή, πλάι στους ήρωές του και του δίνει το ελεύθερο να παρεμβαίνει, να συζητά μαζί τους και να τους θέτει ερωτήματα. Άλλωστε, όπως ορθά έχει τονίσει και ο Τσέχωφ, “ο ρόλος του καλλιτέχνη είναι να θέτει τα ερωτήματα, όχι να τα απαντά…”.

Θα αναρωτηθεί κανείς βέβαια, πως γίνεται να πρωταγωνιστεί ο Μπέκετ σε παράσταση του σήμερα, γνωρίζοντας πως έχει προ καιρού απελεύσει. Την απάντηση δίνει μ’ ένα έξυπνο και εντυπωσιακό εύρημα ο σκηνοθέτης (και πρωταγωνιστής) της παράστασης, ο Νίκος Καμτσής, που έρχεται να μας δείξει πως μπορούμε να αξιοποιήσουμε θετικά την τεχνολογία, χωρίς η τεχνητή νοημοσύνη να υποκαθιστά τον άνθρωπο, που απώλεσε πια κάθε ρανίδα της δικής του. Τα ευρήματα όμως δε σταματούν εκεί, καθώς εξίσου δραστήριο και ενεργό στην παράσταση είναι ως και το δέντρο, καταργώντας ακόμη και τη ριζική του ακινησία. Συνολικά, η σκηνοθετική ματιά του Καμτσή είναι αξιόλογη, άκρως ατμοσφαιρική και λυρική, αρμονικά συντεταγμένη με το κείμενο του Καζάν, που ανεβαίνει σε παγκόσμια πρώτη στη σκηνή του Θεάτρου “Τόπος Αλλού”. Το έργο του Καζάν αναδεικνύει το κινηματογραφικό γονίδιο που κυκλοφορεί στο αίμα του. Με ένα κείμενο ευφυές, καλογραμμένο και εύρυθμο, πλούσιο σε θεατρικά αυτοαναφορικά στοιχεία, προσεγγίζει με ευλαβικό σεβασμό το έργο του Μπέκετ, ενσωματώνοντας το ίδιο καυστικό χιούμορ, που προκαλεί πηγαίο γέλιο στο κοινό, διατηρώντας το χαρακτήρα της “τραγικωμωδίας”. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί και μια ακόμη καινοτομία, η εισβολή του γυναικείου φύλου στο μπεκετικό έργο, που εξέπληξε τόσο τους ήρωες, όσο και το κοινό. Αντί των γνωστών και αναμενόμενων Πότζο και Λάκι, εμφανίζεται μια νεαρή όμορφη κοπέλα με έντονο ταμπεραμέντο, που αναζητά κι αυτή εναγωνίως, όχι τον ίδιο τον Γκοντό, αλλά το σπίτι του. Τη μπριόζα αυτή πινελιά ανέλαβε να προσθέσει η περφόρμερ, Ναταλί Φλουρή, με τις φωνητικές της ικανότητες να κλέβουν τις εντυπώσεις. Στο εικαστικό αποτέλεσμα της παράστασης συνέβαλαν καθοριστικά τα απολύτως εναρμονισμένα κοστούμια της Μίκας Πανάγου και τα σκηνικά της Ιωάννας Καραγιώργου, λιτά, καθημερινά και άκρως θεατρικά. Εν κατακλείδι, οι Νίκος Καμτσής και Δημήτρης Φραγκιόγλου, συμπρωταγωνιστές και συνοδοιπόροι, πολύπειροι θεατράνθρωποι με απαράμιλλη χημεία και υποκριτική δεινότητα υφαίνουν επιμελώς το έργο, προσφέροντάς μας μια σπιρτόζικη και απολαυστική παράσταση, που πραγματικά επιβάλλεται να παρακολουθήσει κάθε άνθρωπος που αγαπά την ύψιστη έκτη τέχνη.

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα