Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμουν να τελειώσω την κριτική αυτή με τη φράση: “Το Merde! είναι μια παράσταση που πρέπει να παρακολουθήσει καθένας και καθεμιά που αγαπάει το θέατρο!”. Έπειτα σκέφτηκα, για στάσου, τι είναι θέατρο; Και έτσι άλλαξα γνώμη και αποφάσισα εν τέλει να ξεκινήσω με την κατακλείδα και δώρο μια ρητορική ερώτηση. Ποιος ο ορισμός του θεάτρου; Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε με τα εύκολα. Το θέατρο είναι τέχνη και μάλιστα…καλή, συγκεκριμένα η έκτη -όχι αξιολογικά- τώρα το ποιος, πότε, γιατί και πως κατέταξε τις τέχνες δεν είναι της παρούσης. Πάντως είναι τέχνη που υπηρετεί το κάλλος, εξ’ ου και καλή. Τι άλλο είναι; Είναι και τόπος, είδος κτηρίου, μέρος συνάντησης, έχει δηλαδή και χωρική υπόσταση. Εμπίπτει όμως και στην οικονομία, για άλλους ως επιτήδευμα και για άλλους ως εμπόρευμα. Και από ψυχολογικής σκοπιάς; Είναι σαφώς ψυχαγωγία, για κάποιους ίσως ψυχοθεραπεία και για άλλους ψυχοβγάλσιμο, όπως ο κύριος στην πρώτη σειρά που κοιμάται και τον έφερε με το ζόρι η σύζυγος, καθήμενη στα δεξιά του, ντυμένη στην τρίχα. Πάντως, ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας αναφέρει πως πρόκειται για “μίμηση πράξεως” και έστω κι αν ακόμη δεν πρόκειται περί σπουδαίας και τελείας, σίγουρα το θέατρο είναι μίμηση. Τι συμβαίνει όμως όταν το θέατρο μιμείται τον εαυτό του; Ε, τότε συμβαίνει “Merde!”. Μια παράσταση που φτιάχτηκε από ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο, για ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο, ό,τι και αν σηματοδοτεί για τον καθέναν από εμάς τούτη η τόσο σύνθετη ανθρώπινη επινόηση.
Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί μια μικρή μα πολυτάλαντη παρέα, μια κολεκτίβα εργατών του θεάτρου, που πραγματικά merde πιάνει, χρυσός γίνεται. Ο λόγος για τους Κουτλή, Μαγουλιώτη, Μουλά, Νιάρρο, Χρυσανθόπουλο. Γράφουν κείμενα και μουσικές, διασκευάζουν, μεταφράζουν και σκηνοθετούν, παίζουν και εντυπωσιάζουν με τις δουλειές τους κοινό και κριτικούς. Αλήθεια, αυτούς τους τελευταίους, τους κριτικούς, εμάς δηλαδή, τι τους χρειάζεται το θέατρο, αναρωτιέται (ορθώς) ο Suyako στο έργο του και μοιραία ομοίως θα μείνει ρητορικό και αυτό το ερώτημα. Η παράσταση «Merde!» εδράζεται πάνω σε έναν γνώριμο, μα πάντα γόνιμο θεατρικό τόπο, το ίδιο το θέατρο και τους ανθρώπους του. Με όχημα την αυτοαναφορικότητα και επιβαίνοντες το έξυπνο και πηγαίο χιούμορ, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό, το “Merde!” απεκδύει τους θεατρανθρώπους απ’ τα φτιασιδωμένα κοστούμια τους και τους καλεί να αναμετρηθούν με τις αγωνίες και τις ανάγκες τους, τις φιλοδοξίες και τις ματαιοδοξίες τους, τις λεπτές ισορροπίες και εκείνα τα αόρατα και εύθραυστα νήματα, που κρατούν το έργο όρθιο πάνω στη σκηνή. Ο Μαγουλιώτης γνωρίζοντας από μέσα το χώρο, γράφει ένα πολύ έξυπνο κείμενο, που ακροβατεί μεταξύ της σάτιρας και του ρεαλισμού, με την όποια υπερβολή να λειτουργεί απλώς ως μεγεθυντικός φακός και χρονικός επιταχυντής, ώστε να αποδοθεί σωστά η χωροχρονική κλίμακα του έργου. Ολόκληρο το κείμενο διατηρεί μια γλυκόπικρη επίγευση, με ατάκες που αβίαστα προκαλούν γέλιο στο θεατή, μα σε δεύτερο χρόνο αποκαλύπτουν μια δυσδιάκριτη λεπτή πικρία, ειδικά στα μάτια εκείνου που αγαπά και συναισθάνεται τη θεατρική συνθήκη στην ολότητά της. Η επιλογή του τίτλου “Merde!” δεν αρκείται στη γνωστή θεατρική ευχή που αντλεί τις ρίζες της απ’ τη χαριτωμένη προ αιώνων γαλλική ιστοριούλα, λειτουργεί διττά ως σχόλιο, διότι το θέατρο, για τους ανθρώπους του, είναι ακριβώς αυτό, ευχή και κατάρα!

