Γράφει ο Κωνσταντινος Αβράμης
Είδαμε την πρεμιέρα της παράστασης της Αλίκης Στενού, στο διάσημο κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη. Στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, κάθε δράση γεννιέται από το κείμενο. Ο λόγος του Δημητριάδη έχει κατανοηθεί, αφομοιωθεί και ενσαρκωθεί στο απόλυτό του. Κάθε άλμα του ειρμού δικαιολογείται. Κάθε κίνηση εκπορεύεται. Λιτός χώρος, εναργής διατύπωση μιας πρότασης απλής, αρχετυπικής. Μια καθαρή τελετουργία κάθαρσης. Κανένα υλικό της παράστασης δεν είναι άγνωστο ― καμία χρήση τους όμως δεν είναι εκ των προτέρων γνωστή ή προβλέψιμη. Η μουσική (Νίκος Τουλιάτος, Χαρά Γκρέκα) προσέφερε γενναιόδωρα, ενίοτε σε αρμονία και άλλοτε σε αντίστιξη, πάντοτε σε διάλογο με το σώμα και το λόγο. Καθαρότητα κινήσεων και χειρονομιών και αιχμηρή άρθρωση σε ένα πολυταξιδεμένο εγχείρημα που κάθε νέος σταθμός μάλλον να το μεστώνει φαίνεται. Τίποτε περιττό. Ένα καθαρό ταξίδι από τις σελίδες της μνήμης στη γύμνια της λήθης. Και μετά το τέλος, εκεί όπου ξεκινούν όλα, έρχεται το σώμα. Το σώμα που έχει λησμονηθεί, το σώμα που λησμονεί. Το σώμα που ανοίγει και κατοπτρίζει τους βομβαρδισμούς και την αχή του πολέμου. Το σώμα που τραγουδά, που εξεγείρεται, που εκτίθεται, που εκθέτει. Μια λυρική, ποιητική δουλειά για τη βαρβαρότητα και τον Άνθρωπο, που μας θυμίζει πως μετά απ’ όσα συμβαίνουν μέσα στη θεατρική αίθουσα, μετά απ’ όσα λέγονται κεκλεισμένων των θυρών, μετά πρέπει πάντοτε να ανοίγουμε το παράθυρο και να επιτρέπουμε τη διπλή διαδρομή: η πραγματικότητα εισρέει, η ποίηση εκρέει. Kι εμείς υπάρχουμε ακροβατώντας πάνω στη στενή γραμμή που διαχωρίζει τη μνήμη από τη λήθη.

