Γράφει ο Κωνσταντίνος Αβράμης
Την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου είδαμε στο ΠΛΥΦΑ τη νέα δουλειά του Σπύρου Σουρβίνου. Πρόκειται για ένα δείγμα μεγάλου, σπουδαίου αντικυβερνητικού θεάτρου, από τις παραστάσεις που σε κάθε ευνομούμενη χώρα θα είχε επιλεγεί από κάποια μεγάλη σκηνή και θα είχε μετακληθεί άμεσα προς ένταξη στο σταθερό ρεπερτόριο. Κάθε θεατρικός παραγωγός που (για οικονομικούς ή άλλους λόγους) αποφασίζει τώρα να στραφεί εναντίον του πολιτικού κατεστημένου, στο «Μόνο αλήθειες» θα βρει την θεατρική φωνή και την άρτια τεχνική που ψάχνει για το θέατρό του. Αλλά επί της ουσίας: το κείμενο, η σκηνοθεσία και οι ηθοποιοί (Μάρα Βλαχοπούλου, Ηλέκτρα Σαρρή) καταθέτουν ένα σημαντικό πολιτικό έργο, που χαράσσεται στη μνήμη των θεατών. Κατορθώνεται μία φωνή που να σχετίζεται αριστοτεχνικά με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα χωρίς ούτε στιγμή να διολισθήσει προς το κιτς. Κατορθώνεται επίσης μια ποπ αισθητική με μεγάλο βάθος, με διαρκείς εκκρεμότητες και μια εντυπωσιακή ρωγμή προς το μεταφυσικό. Ως αποτέλεσμα, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά από ζητήματα χωρίς ποτέ το έργο να μετατραπεί σε δοκίμιο ή μανιφέστο: κάθε άλλο. Εδώ έχουμε ένα θέατρο της έκθεσης, του αντιπαραδείγματος· ένα δείγμα σαρκασμού που όμως δεν λειαίνει τις απόψεις του, δεν κρύβεται πίσω από καμία ασφαλή ασάφεια.
Το κείμενο, όπως είναι διαθέσιμο από τις εκδόσεις Κύφαντα, φέρει λεπτές ποιότητες, καλοδουλεμένες αναφορές, εξαιρετική ροή πληροφοριών και άρτιο ύφος. Η διαρκώς ελευσόμενη επαναστατική πορεία θυμίζει κάτι από «το Μπαλκόνι» του Ζαν Ζενέ ή την «Τιμή της Ανταρσίας στη Μαύρη Αγορά» του Δημητριάδη. Το τέλος του γραπτού κειμένου ως σπουδή στην ενδεχομενικότητα φέρει κάτι από το σύμπαν του Αντρέ Ζιντ. Και φυσικά, παρά την λογοτεχνική τους καταγωγή, όλα όσα γίνονται φέρουν άμεση συγγένεια προς την πραγματικότητα του Δεκέμβρη του 2025.
Η σκηνοθεσία φέρει κάτι αλλόκοσμο. Συγκρούεται με το κείμενο, προσπερνά λεπτούς υπαινιγμούς ή αβρές προσημάνσεις και γεννά έναν πολύ πιο εκρηκτικό, ορμητικό σκηνικό κόσμο. Οι αποκαλύψεις εδώ γίνονται ως κύματα κι όχι ως ενδείξεις. Η μεταβάσεις από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα φέρουν στοιχεία δυστοπικού θρίλερ και, το ανεξίτηλο τέλος του έργου ρέπει μάλλον προς τη μαγεία παρά προς την ενδεχομενικότητα. Αυτό είναι το θέατρο του Σπύρου Σουρβίνου. Και είναι ένα θέατρο του παρόντος ― που οδηγεί στο μέλλον. Που επιτρέπει στον θεατή να εισέλθει στον μύθο του από έναν κόσμο γνώριμο και «πραγματικό», ανθρώπινο, για να τον παρασύρει προς ένα σύμπαν ολότελα δικό του. Οι όποιες τεχνικές ατέλειες δεν είναι άξιες αναφοράς εδώ. Ένα έργο μύησης ή μετάβασης από το ρεαλιστικό στο ποιητικό, από τη φαιδρότητα στην υπέρβαση, με ένα λεξιλόγιο που ισορροπεί αταλάντευτα ανάμεσα στους δύο κόσμους.

