Είδαμε το σπίτι στην Εθνική

Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας

Πολλές φορές ζηλεύω τους ανθρώπους που μπορούν να χωρέσουν τη ζωή τους σε ένα σακίδιο πλάτης, να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν. Σύγχρονοι νομάδες, απαλλαγμένοι από ριζικά δεσμά. Εγώ δεν είμαι ένας απ’ αυτούς και δε θα μπορούσα να γίνω. Μου είναι αδύνατον να βολέψω όλα μου τα υπάρχοντα σε ένα σακίδιο πλάτης. Και πως θα μπορούσαν άλλωστε να χωρέσουν μερικές χιλιάδες βιβλία, δίσκοι, CDs, περιοδικά, εφημερίδες, ένα τεράστιο χαρτοβασίλειο αποτελούμενο από σημειωματάρια, τετράδια, ντοσιέ γεμάτα ενθύμια, επιστολές, αποκόμματα, εισιτήρια, προγράμματα θεάτρων και φυλλάδια…  Τί γίνεται λοιπόν με εμάς, που στο διάβα της ζωής μας μαζέψαμε ένα σωρό αντικείμενα; Κάποια τα πήραμε μαζί μας, στο νέο σπίτι που στεγάζει την καινούργια μας ζωή και κάποια άλλα τα αφήσαμε πίσω, θέτοντάς τα σε παρατεταμένη εφεδρεία, στα ράφια του παιδικού μας δωματίου, στο πατρικό μας σπίτι. Αργά ή γρήγορα όλοι θα κληθούμε να αναμετρηθούμε με το παρελθόν μας -και μη γελιέστε- κανείς δεν πάει ποτέ προετοιμασμένος σε τέτοιου τύπου αναμετρήσεις…

Το έργο του Αλφρέδο Σανθόλ, “Το σπίτι στην εθνική – ένα ήσυχο μέρος”, πραγματεύεται με απλότητα, ειλικρίνεια και έξυπνο χιούμορ θέματα μνήμης, οικογενειακών δεσμών και της ανάγκης ή της αδυναμίας του ανθρώπου, να αναμετρηθεί με το παρελθόν του και αν χρειαστεί, να το αποχωριστεί και να προχωρήσει μπροστά. Η δραματουργία βασίζεται σε ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό πλαίσιο, θέτοντας στο επίκεντρο ένα παλιό σπίτι, δίπλα στην εθνική οδό και δύο αδελφές που διαφωνούν για την τύχη του πατρικού τους. Το σπίτι λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύμβολο στασιμότητας, αλλά και συναισθηματικής ασφάλειας, αναλόγως οπτικής. Η ύπαρξη της εθνικής οδού λειτουργεί καταλυτικά ως μια λογικά βάσιμη αιτία πώλησης του σπιτιού, κρύβοντας παράλληλα ως μανδύας τις πραγματικές αιτίες. Παράλληλα, ο αυτοκινητόδρομος ενεργεί και ως έναυσμα διαμαρτυρίας και αντίδρασης, απέναντι στην καταιγιστική αλλοτρίωση. Το χιούμορ γίνεται ένα εύχρηστο εργαλείο στα χέρια του δραματουργού και του σκηνοθέτη και χρησιμοποιείται ανασταλτικά, ώστε μέσω αυτού να ειπωθούν σκληρές αλήθειες και να θιγούν ζητήματα που φτάνουν σε μεγάλα βάθη και πονούν.

 

 

Η Ντέπυ Πάγκα σκηνοθετεί μια καλοστημένη και εύρυθμη παράσταση, με την ιστορία να ξετυλίγεται κρατώντας ενεργό το ενδιαφέρον του θεατή ως το φινάλε. Με σύγχρονη ματιά και φρέσκο χιούμορ, το κοινό περνά ευχάριστα, γελά αβίαστα, συγκινείται και προβληματίζεται για ζητήματα που αντλούν τις ρίζες τους σε μεγάλα ψυχικά βάθη. Ο ενιαίος σκηνικός χώρος αξιοποιείται πλήρως, ενισχύοντας την αίσθηση οικειότητας, χωρίς περιττά σκηνικά τεχνάσματα και με ελάχιστα απλά σκηνικά μέσα και καθημερινά ρούχα για κοστούμια, τα οποία επιμελήθηκε η Αριάδνη Βοζάνη. Η σκηνοθεσία της είναι λειτουργική, υπηρετώντας με συνέπεια την πλοκή και δεν αναζητά εύκολους εντυπωσιασμούς ή φαντασμαγορικά εφέ, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο κείμενο και στους ηθοποιούς. Οι επιλογές της δικαιώνονται, χάρη στο καλογραμμένο κείμενο και κυρίως χάρη στις ζωντανές ερμηνείες ενός ταλαντούχου εξαμελούς θιάσου που συμπεριλαμβάνει και την ίδια.

Οι ρόλοι αποτελούνται από τρία αδελφικά δίδυμα. Η Βάνα Πεφάνη και η Ντέπυ Πάγκα ενσαρκώνουν πειστικά τις δύο “αντιμαχόμενες” αδερφές, με μια εξαιρετική χημεία και οικειότητα, αποκύημα της πολυετούς συνεργασίας τους. Η Γαλήνη Τσεβά και ο Στέλιος Ψαρουδάκης έχουν δέσει αρμονικά στο άλλο αδερφικό δίδυμο και μάλιστα καταφέρνουν να αποπνέουν τον μεταφυσικό αέρα που απαιτεί το έργο. Όσον αφορά στο δίδυμο των Φώτη Λαζάρου και Έλιο-Φοίβου Μπέϊκο, τι να πει κανείς; Αεικίνητοι, σπιρτόζοι, ξεκαρδιστικοί με έξυπνες και σπαρταριστές ατάκες που κάνουν την παράσταση να παρακολουθείται ευχάριστα και από νεαρότερους θεατές. Ένας καθοριστικός παράγοντας που συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα είναι η έντονη και πολύ ενδιαφέρουσα κινησιολογία, την οποία επιμελήθηκαν οι Πάνος Τοψίδης και Έλιο-Φοίβος Μπέϊκο, με τον δεύτερο πραγματικά να εντυπωσιάζει επί σκηνής με τις σωματικές του ικανότητες. Κλείνοντας, ένα έργο στο οποίο κυριαρχεί ποικιλοτρόπως η έννοια του παραφυσικού, δε θα μπορούσε να στερείται ατμοσφαιρικότητας και ευτυχώς στην περίπτωσή μας δεν έλειπε, με τον ηχητικό σχεδιασμό του Μάνου Αντωνιάδη και τη μουσική επιμέλεια του Τάκη Γιαννούτσου να εναρμονίζονται με τους φωτισμούς του Βασίλη Κλωτσοτήρα, φτιάχνοντας ένα “φαντασμα”-γορικό σκηνικό περιβάλλον, στα μέτρα πάντα του δυνατού. Συμπερασματικά, πρόκειται για μια έξυπνη κωμωδία, με βαθύτερες κοινωνικές επεκτάσεις και αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για ένα ευχάριστο θεατρικό βράδυ.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα