Γράφει η Ελπινίκη Νίνου
“Ενός λεπτού σιγή” για το ταγκαλάκι
Το «Ταγκαλάκι» δεν είναι απλώς μια θεατρική παράσταση· είναι ένα σκηνικό πορτρέτο ενός από τους πιο αντιφατικούς, τρυφερούς, σκληρούς και αφοπλιστικά αληθινούς ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η θεατροποίηση της επικών διαστάσεων συνέντευξης που έδωσε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στον Αντώνη Μποσκοΐτη το 2013 λειτουργεί σαν ένα είδος μεταθανάτιας εξομολόγησης – ένα τελευταίο «άνοιγμα» του ποιητή προς τον κόσμο, απαλλαγμένο από κάθε ίχνος ωραιοποίησης.
Στο έργο, ο Χάρης Φλέουρας «μεταμορφώνεται» σε Χριστιανόπουλο: στην κίνηση, στη φωνή, στη διατύπωση, στη σκληρή ευθύτητα, στη χαρακτηριστική εκείνη ηρεμία που έκρυβε μέσα της μια διαρκή ανησυχία. Απέναντί του, ο ίδιος ο Μποσκοΐτης, ως δημοσιογράφος, εισάγει το βλέμμα του θεατή μέσα στην καρδιά της συνέντευξης: οι ερωτήσεις του δεν είναι απλώς αφορμές· είναι δραματουργικά εργαλεία που ξεκλειδώνουν τα στρώματα της προσωπικότητας του ποιητή.
Ο τίτλος, δανεισμένος από μια λέξη που σημαίνει άλλοτε το «πειραχτήρι», άλλοτε το «διαβολάκι» και άλλοτε το «κωλόπαιδο», αποδίδει με ακρίβεια τη διττή φύση του Χριστιανόπουλου. Όχι τον «διάβολο» ούτε τον προκλητικό για χάρη της πρόκλησης, αλλά εκείνον που δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς· που έλεγε την αλήθεια ωμή, που δεν ανεχόταν τα κλισέ, που συγκρουόταν, που γινόταν δύσκολος γιατί ήταν βαθιά ευαίσθητος.
Ο ίδιος ο Μποσκοΐτης αναφέρει ότι το έργο κλείνει με μια μαρτυρία του Θωμά Κοροβίνη – μια σκηνή που αποκαλύπτει ακριβώς αυτή την υφή του Χριστιανόπουλου: το πειραχτήρι που πληγώνει και πληγώνεται, ο άνθρωπος που όσο κι αν φαινόταν τραχύς, ήταν –όπως και στην ποίησή του– γεμάτος ευαισθησία για τους περιθωριακούς, τους «αποσυνάγωγους», στους οποίους ανήκε κι ο ίδιος.
Το έργο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης. Αυτό σημαίνει ότι το υλικό δεν είναι πολύ λογοτεχνικά επεξεργασμένο για να γίνει «θεατρικό»· είναι ο ίδιος ο προφορικός Χριστιανόπουλος, ο ακατέργαστος λόγος του, η αντίδραση, η στιγμιαία εξομολόγηση, το σιωπηλό σχόλιο. Ο Μποσκοΐτης αξιοποίησε συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό και μαρτυρίες ανθρώπων της Θεσσαλονίκης ώστε να μετατρέψει το διάλογο σε θεατρική πράξη χωρίς να χαθεί η υφή της αλήθειας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα υβρίδιο: ούτε ντοκιμαντέρ ούτε μονόλογος, αλλά μια μορφή προφορικού «μνημείου». Και όπως ο ίδιος αναφέρει, στόχος δεν ήταν μόνο η αναβίωση του ποιητή, αλλά και η διατήρηση του «χριστιανοπουλικού μύθου» σε μια εποχή όπου, όπως λέει, «προωθείται η σαχλαμάρα και η κενότητα».
Ο Χριστιανόπουλος υπήρξε ποιητής της απλότητας, της ευαισθησίας, των μικρών στιγμών. Από τη «Διαγώνιο» μέχρι την πεζογραφία του, από τις γραμμές για τον Θεσσαλονικιό βίο μέχρι τα οξεία του σχόλια για το λογοτεχνικό χώρο, κουβαλούσε πάντοτε μια αυστηρότητα που συχνά παρεξηγήθηκε. Η παράσταση αναδεικνύει τον τρόπο δουλειάς του, τις εμμονές και τις αγωνίες του, τις συγκρούσεις του με το λογοτεχνικό περιβάλλον, την άρνησή του να μιλήσει για την ομοφυλοφιλία του όταν του ζητούσαν ως «κλισέ», τη βαθιά του κατανόηση για τους περιθωριακούς και τους μόνους.
Η θεατρική πράξη μεταφέρει όλη αυτή τη συναισθηματική υφή: ο Χριστιανόπουλος εμφανίζεται ως ποιητής, άνθρωπος, χαρακτήρας και μυθικό πρόσωπο μαζί – ένας άνθρωπος που είχε πλήρη συνείδηση των αντιφάσεών του.
Ο Χάρης Φλέουρας, με μια ερμηνεία που εντυπωσίασε ακόμη και τους στενούς φίλους του ποιητή, γίνεται φορέας αυτής της πολυπλοκότητας. Με ελάχιστα μέσα, με τη φωνή και το σώμα του, φέρνει στη σκηνή έναν Χριστιανόπουλο ζωντανό, οικείο και τρομακτικά αληθινό.
Η μουσική του Γιώργη Χριστοδούλου, με το τραγούδι σε στίχους Θωμά Κοροβίνη και ερμηνεία Παντελή Θεοχαρίδη, λειτουργεί ως ποιητικός υπόγειος παλμός της παράστασης – ένας φόρος τιμής στον Θεσσαλονικιό μύθο.
Το «Ταγκαλάκι» είναι ένα έργο που δεν θεοποιεί τον Χριστιανόπουλο ούτε τον εξιδανικεύει. Τον δείχνει όπως ήταν: ευφυή, σκληρό, ευαίσθητο, τρυφερό, αντιφατικό. Τον δείχνει ποιητή.
Και γι’ αυτό λειτουργεί τόσο δυνατά: γιατί επιβεβαιώνει ότι ο Χριστιανόπουλος δεν χρειάζεται μνημεία (άλλωστε και ο ίδιος έλεγε πως απεχθάνεται τα βραβεία), αλλά φωνή. Και η παράσταση αυτή του τη δίνει – με τρόπο απλό, άμεσο και βαθιά συγκινητικό.
Κλείνοντας, παραθέτω το αγαπημένο μου ποίημα του ποιητή:
“Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;”

