Γράφει η Ελπινίκη Νίνου
Υπάρχουν παραστάσεις που σε οδηγούν. Σου δίνουν πλοκή, κορυφώσεις, συναισθηματικά στηρίγματα. Και υπάρχουν κι εκείνες που σου ζητούν κάτι πιο δύσκολο: συγκέντρωση και εμπιστοσύνη. Το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ, όπως παρουσιάζεται φέτος στο Θέατρο Ιλίσια σε σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου με συμπρωταγωνιστή τον Γιώργο Χρυσοστόμου και συμμετοχή των Δημήτρη Ντάσκα και Φραγκίσκη Μουστάκη, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Το έργο του Μπέκετ δεν αφηγείται μια ιστορία με τη συμβατική έννοια. Δεν υπάρχει δράση που εξελίσσεται· υπάρχει φθορά που αποκαλύπτεται. Ένας κόσμος που έχει σχεδόν τελειώσει. Ένα παιχνίδι που βρίσκεται στο ύστατο στάδιό του – όπως στο σκάκι, όταν τα κομμάτια έχουν λιγοστέψει και η κατάληξη μοιάζει αναπόφευκτη.
Η συγκεκριμένη παράσταση δεν επιχειρεί να «εξηγήσει» τον Μπέκετ. Δεν τον ψυχραίνει, δεν τον κάνει φιλοσοφικό δοκίμιο επί σκηνής. Αντίθετα, επιλέγει να τον διαπεράσει από το σώμα. Από την αναπνοή. Από το νεύμα. Από τη σιωπή. Και αυτή η επιλογή είναι καθοριστική.

Οι ηθοποιοί παίζουν με απόλυτη ακρίβεια. Δεν χάνεται ούτε σίγμα, ούτε βλέμμα, ούτε η παραμικρή παύση. Στον Μπέκετ, ο ρυθμός είναι αρχιτεκτονική. Αν χαθεί, καταρρέει το οικοδόμημα. Εδώ, η μουσικότητα του λόγου υπηρετείται με πειθαρχία και ταυτόχρονα με μια βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία. Ο Χαμ και ο Κλοβ δεν είναι σύμβολα. Είναι σώματα κουρασμένα, εγκλωβισμένα, εξαρτημένα. Και μέσα σε αυτή την εξάρτηση γεννιέται το παράδοξο χιούμορ του έργου – ένα χιούμορ που δεν ελαφραίνει, αλλά οξύνει.
Η παράσταση απαιτεί από τον θεατή να μείνει παρών. Να αφεθεί χωρίς να «κρατιέται» από μια αφήγηση. Να εμπιστευτεί ότι οι συντελεστές κάπου θα τον πάνε, ακόμη κι αν αυτό το «κάπου» δεν είναι λύση αλλά συνειδητοποίηση. Κι αυτή η εμπιστοσύνη τελικά ανταμείβεται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εξής: ένα τόσο απαιτητικό έργο καταφέρνει να γεμίσει ένα μεγάλο θέατρο. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο. Όταν καλλιτέχνες με ισχυρό ρεύμα και αναγνωρισιμότητα επιλέγουν να επενδύσουν αυτό το κεφάλαιο σε έναν συγγραφέα δύσκολο, μη εμπορικό, υπαρξιακά αμείλικτο, τότε η επιλογή αποκτά σχεδόν πολιτισμική διάσταση. Δεν εξαργυρώνουν τη δημοφιλία τους σε κάτι ασφαλές· τη ρισκάρουν για να φέρουν τον Μπέκετ σε ένα ευρύτερο κοινό. Κι αυτό έχει βάρος.
Το «Τέλος του παιχνιδιού» στο Ιλίσια δεν είναι μια παράσταση που σε κερδίζει με ευκολία. Σε κερδίζει με επιμονή. Με ακρίβεια. Με συνέπεια. Και κυρίως με μια σπάνια πίστη στο ίδιο το υλικό.
Σε έναν θεατρικό κόσμο που συχνά αναζητά την άμεση ανταπόκριση, αυτή η παράσταση επιλέγει κάτι πιο απαιτητικό: να σταθεί μέσα στη σιωπή και να σε κοιτάξει κατάματα.
Και τελικά, αυτό το βλέμμα είναι που μένει.

