Γράφει ο Κωνσταντίνος Αβράμης
Εδώ είναι ο τόπος όπου, μέσα από τις πιο μύχιες και σκοτεινές εικόνες, γεννιέται η αισθητική του χορού και του θεάτρου για τα χρόνια που έρχονται. Η Αντωνία Οικονόμου και η ομάδα της δημιουργεί ανθρώπινα θραύσματα, μικρούς θύλακες όπου τα πρόσωπα της παγιδεύονται και αυτό παγιδεύονται, σε μια εικαστική δημιουργία υφασμένη από το υλικό των εφιαλτών.
Με ευθείες αναφορές στο έργο καλλιτεχνών όπως ο Φράνσις Μπέικον και ο Ντέιβιντ Λίντς, το «the great nothing» μας εισάγει από την αρχή σε ένα σύμπαν αλλοιωμένο, απειλητικό και ανοίκειο ― που μέσα στην ανοικειότητά του καταφέρνει να γεννά μία τρομακτικά γνωστή μοναχικότητα. Εδώ είναι ένα τοπίο εγκαταλελειμμένων ερειπίων: άνθρωποι που έφυγαν, αυτόχειρες και απόντες, doppelgänger και πορτρέτα ανθρώπων βυθισμένων στην απελπισία. Ένα εξπρεσιονιστικό ξεγύμνωμα όπου οι φωτισμοί (Βαγγέλης Μούντριχας), η μουσική (Δημήτρης Καλαμαράς) και ο σχεδιασμός ήχους (Σήλια Τσιούφη) αποκαλύπτουν την πραγματική, εσωτερική όψη που παραμένει αθέατη και ανομολόγητη.
Μία καταβύθιση στο ερεβώδες, με σπάνια εικαστική και χορογραφική αρτιότητα. Ένα δείγμα χορού που θα μπορούσε κάλλιστα να εκπροσωπεί την ελληνική δημιουργία στο εξωτερικό, αναδεικνύοντας τόσο την τεχνική όσο το όραμα μιας σπουδαίας ομάδας. Όλοι οι performers (Άγγελος Πρεκατσουνάκης, Παύλος Λυκούδης, Μαίρη Χανδρινου και η ίδια η Αντωνία Οικονόμου) κατορθώνουν να σωματοποιήσουν έναν πόνο που τόσο συχνά εξοβελίζουμε από τον δημόσιο διάλογο. Χωρίς να προσφέρουν μια εύκολη και ex machina λύτρωση· χωρίς να υποτάσσονται στον συνήθη ρυθμό· εκπαιδεύουν το attention span των θεατών και κάθε φορά που νομίζουμε πως ανακαλύψαμε το απλοϊκό σχήμα που συνέχει το όλον, γελούν μαζί μας.
Μέσα στην ερεβώδη προφητικότητά του, το «the great nothing» γίνεται αβίαστα παροντικό. Όχι η μοναξιά του παρελθόντος, μα τα κάδρα ενός δωματίου εικονικής πραγματικότητας. Ο σκηνικός χώρος (Έκτορας Καραβάς) αποτελεί ένα αισθητικό επίτευγμα που επιτρέπει στην ανθρωπινότητα να επανακτήσει τις «οθόνες», τον χώρο και τον χρόνο. Όσο οι παραγωγές υψηλού κόστους επιμένουν να επαφίενται στην εύκολη, ανέξοδη και ανέμπνευστη τεχνητή νοημοσύνη, στα Τζάμια Κρύσταλλα μπορεί κανείς να βρει μια αξιοπρόσεκτη έρευνα, σπάνιας ενάργειας, που αντλεί όλο το δέος που προκαλεί από μία και μόνο διφυή πηγή: την τεχνική και το όραμα των δημιουργών της.

