Το καινούργιο δίκτυο υδροδότησης απαιτούσε να κλείσουν τα λουτρά για περίπου μια δεκαετία. Αναγκαστικά αυτό θα σταματούσε την παραγωγή του τουριστικού προϊόντος και τον προσπορισμό των ιδιοκτητών της επιχείρησης. Άραγε, πόσο καιρό παύσης της παραγωγής μπισκότων και μείωσης κερδοφορίας να απαιτούσε η αλλαγή σωληνώσεων μεταφοράς προπανίου; Είναι κάτι που δε θα μάθουμε ποτέ, καθώς σε λίγα μόλις κλάσματα του δευτερολέπτου το κόστος πληρώθηκε άπαξ, όχι σε ευρώ, αλλά σε αδικοχαμένες ανθρώπινες ζωές, ανάλογες εκείνων που θα μολύνονταν απ΄τα «ιαματικά» λουτρά του ιψενικού έργου.
Είναι πραγματικά τραγικό και αξιολύπητο, το να εκθειάζει η ανθρωπότητα τον αδιαμφισβήτητα και αυταπόδεικτα διαχρονικό χαρακτήρα του ιψενικού έργου, επιβεβαιώνοντας την ίδια της την αποτυχία, καθώς σχεδόν 150 χρόνια μετά τη συγγραφή του, οι ανθρώπινες κοινωνίες σε τίποτα δε διαφέρουν (τουλάχιστον προς το καλύτερο) από εκείνες που καυτηρίαζε ο ‘πατέρας του ρεαλισμού’. Η αποφορά της σήψης του δυτικού κόσμου επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Κοινωνίες και θεσμοί όπου η διαφθορά, ο τυχοδιωκτισμός, η καιροσκοπία και η συγκάλυψη αποτελούν τα βασικά δομικά τους στοιχεία. Στο επίκεντρο όλων η κερδοφορία. Η δε ανθρώπινη ζωή ουδεμία αξία έχει, όταν μπαίνει στην κερδοσκοπική πλάστιγγα. Η βιομηχανία πρέπει να δουλεύει ακατάπαυστα. Τίποτα και κανείς δε μπορεί να διαταράξει το αδιάλειπτο της λειτουργίας της, με όποιο πιθανό κόστος. Αυτά καταδείκνυε ο Ίψεν στον Εχθρό του Λαού πριν ενάμιση αιώνα, με σκοπό να προφυλάξει τις επόμενες γενιές από τα λάθη του παρελθόντος. Αυτός είναι ο διδακτικός χαρακτήρας του θεάτρου.
Σαφώς θα μπορούσαμε να κάνουμε μια τεράστια συζήτηση για το πολυεπίπεδο αριστούργημα του Νορβηγού συγγραφέα, καθώς φέρει προ των ευθυνών του καθέναν και καθεμία από εμάς. Αφενός η συνιδιοκτησία των δημοτικών λουτρών και αφετέρου τα επιμέρους διακριτά καιροσκοπικά συμφέροντα που θίγονται συνηγορούν στη λαϊκή συνενοχή, είτε εκφράζεται άμεσα με αποδοχή, είτε εμμέσως με παθητική ανοχή. Παράλληλα, στο μικροσκόπιο του Ίψεν μπαίνουν η ελευθερία και η ανεξαρτησία του τύπου, η διαφθορά και τα μικροπολιτικά συμφέροντα της εξουσίας και η «ηθική» των αγορών. Ο Τόμας Οστερμάιερ πιάνει ένα νήμα που η άκρη του χάνεται πίσω στους αιώνες και προχωρά ένα βήμα μπροστά, διασκευάζει και φέρνει την παράσταση στο σήμερα, χωρίς να στερήσει κάτι απ’ την ουσία του έργου, συνδιαλεγόμενος με μία νέα γενιά (σ.σ. Ζ;), που πιθανώς ένα κλασικό ιψενικό ανέβασμα δε θα την αφορούσε και δε θα την προσκαλούσε στο θέατρο. Ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν αρκείται στη συμπερίληψη ενός νεότερου κοινού, αλλά καταργώντας τον τέταρτο τοίχο υπερθεματίζει κάνοντας το κοινό μέρος της παράστασης και του ιψενικού έργου.
Η μετατροπή των ηρώων από κλασικούς θεατρικούς ρόλους εποχής, σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας του σήμερα επιτυγχάνει ευκολότερα τη μέθεξη και την επικοινωνία του μηνύματος του έργου. Σε αυτό φυσικά συμβάλλουν τα κοστούμια της Νατάσσας Παπαστεργίου και τα σκηνικά των Νατάσσα Τσιντικίδη και Katharina Ziemke, με τη δεύτερη να επιμελείται τη ζωγραφική του σκηνικού. Αξίζει να αναφέρουμε πως στην επιβλητική σκηνή του θέατρου Κνωσός η εναλλαγή των σκηνικών χώρων γίνεται πολύ έξυπνα, με ολόκληρη την κατασκευή να αποτελείται ουσιαστικά από μαυροπίνακες, που με μια κιμωλία γράφονται και σβήνονται σε πραγματικό χρόνο, δημιουργώντας κόσμους μπροστά στα μάτια του θεατή. Η τεχνική αυτή που θυμίζει μπρεχτική σκηνοθετική ορμήνια χαίρει ευρείας αποδοχής στο θέατρο της εποχής μας, γεγονός που εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό την ευελιξία των παραστάσεων. Μία ακόμα τάση της εποχής που δίνει τεράστια δυναμική στο τελικό εικαστικό αποτέλεσμα είναι η ζωντανή μουσική που συνήθως παίζεται από τους πολυτάλαντους ηθοποιούς μας, όπως συμβαίνει και στον εχθρό του λαού.
Και μιλώντας για τους ηθοποιούς, εδώ ο Οστερμάιερ φαίνεται πως έχει επιλέξει εξαιρετικά το έμψυχο δυναμικό της παράστασης, καθώς ο θεατής φεύγει από την αίθουσα ξεχνώντας πως είδε ηθοποιούς να παίζουν. Στο τέλος ο Κωνσταντίνος Μπιμπής έχει μετουσιωθεί σε Τόμας Στόκμαν, ο Μιχάλης Οικονόμου στον αδερφό του και δήμαρχο Πίτερ Στόκμαν κ.ο.κ. Στους γυναικείους ρόλους, η Άλκηστις Ζιρώ και η Λένα Παπαληγούρα μας χάρισαν δύο συμπαγείς και πειστικότατες ερμηνείες, όπως και στους ανδρικούς, όπου ο Ιερώνυμος Καλετσάνος προβιβάζεται από βυρσοδέψη σε βιομήχανο, αποδίδοντας άριστα τον ‘αέρα’ και την έπαρση που πηγάζουν του πλούτου του, οι Στέλιος Δημόπουλος και Ιάσονας Άλυ μας αποδεικνύουν τη χημεία και το πολυτάλαντο των δυνατοτήτων τους, υποκριτικά και μουσικά και ο Μιχάλης Οικονόμου φοράει το πραγματικά κομμένο και ραμμένο για εκείνον δημαρχιακό κοστούμι και φτιάχνει μια πολιτικάντικη περσόνα βγαλμένη από το χθεσινοβραδινό τηλεοπτικό πάνελ του δελτίου ειδήσεων.
Τέλος αξίζει μια ειδική μνεία στο ρόλο του Κωνσταντίνου Μπιμπή, που υπό τις οδηγίες του Οστερμάιερ, αλλάζει κάπως την οπτική του Τόμας Στόκμαν όπως τη γνωρίζαμε και από τον αδέκαστο, μαχόμενο επιστήμονα, ο οποίος πασχίζει να αποκαλύψει την αλήθεια ηρωικά και με κάθε κόστος, συναντούμε έναν αρχικά καλοπροαίρετο και αγαθό καθημερινό άνθρωπο, αρκετά πράο και έκπληκτο όσο ανακαλύπτει σταδιακά τη σήψη του συστήματος, καταλήγοντας ‘ηττημένος’ σε έναν μονόλογο που τον φέρνει μεν αντιμέτωπο με όλους και με όλα, ωστόσο βρίσκεται ‘τσαλακωμένος΄ και κρυμμένος πίσω από ένα βήμα που λειτουργεί περισσότερο ως ασπίδα. Ο λόγος του δεν έχει δυναμική και διδακτικό χαρακτήρα, αλλά ούτε και συγκατάβαση. Ένα προφίλ που ταιριάζει αρμονικά στη νεότερη γενιά, που έχει αποκηρύξει εκ προοιμίου το διδακτισμό και τον πατερναλισμό, έστω και αν δεν έχει καταφέρει, ακόμα τουλάχιστον, να αντιτάξει τα δικά της προτάγματα ή τις όποιες εναλλακτικές προτάσεις για να συνεχίσει η κοινωνία. Ο Μπιμπής πάντως ενσαρκώνει άψογα το χαρακτήρα που επιχειρεί να σκιαγραφήσει απ’ την αρχή ο Οστερμάιερ και προτάσσει έστω και ακροθιγώς το μανιφέστο μιας νέας εποχής, που με την άνοδο της ΑΙ, πατά σε δύο βάρκες, στο παλιό και στο νέο που δεν έχει όμως γεννηθεί ακόμα, το διάστημα που ορθώς ο Αντόνιο Γκράμσι αποκαλεί «εποχή των τεράτων».