Είδαμε τον Μισάνθρωπο στο Θέατρο Φιλίπ

Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας

 

Το θέατρο είναι μια από τις σπουδαιότερες επινοήσεις του ανθρώπου, καθώς λειτουργεί κατοπτρικά, φέρνοντας τον αντιμέτωπο με την ίδια του την οντότητα, αναγκάζοντας τον να σηκώσει το βλέμμα και να κοιτάξει κατάματα το είδωλό του, που προβάλλεται πάνω στη σκηνή, πότε αφιλτράριστο και πότε ρετουσαρισμένο, ανάλογως της αιτιακής απόδοσης στην οποία στοχεύει ο συγγραφέας. Ο Μολιέρος, ένας απ’ τους καυστικότερους θεατρικούς συγγραφείς, δε μπορεί παρά να καυτηριάσει τη “διαφωτισμένη” υποκρισία της παρισινής αριστοκρατίας του 17ου αιώνα, μιας κοινωνικής κάστας, που βουτηγμένη στο ψέμα και στην υπεροψία βαυκαλίζεται πλάθοντας απατηλές αυταπάτες, κυνηγώντας μοναχά τις εντυπώσεις, δρώντας αποκλειστικά προς ένα αέναο και ματαιόδοξο θεαθήναι. Το ψέμα αποτελεί εδώ δομικό συστατικό του συστήματος, χωρίς να λειτουργεί οφελιμιστικά, αλλά υπηρετώντας την αμφιμονοσήμαντη κολακεία. Μοναδική παραφωνία αποτελεί ο ανυπότακτος Άλκυστος, που εμμένει στην ειλικρίνεια και στην αλήθεια, έλκοντας τελικά τη δυσαρέσκεια της ομήγυρής του, ένας τηρουμένων των αναλογιών συνεχιστής του Τίμωνα του Αθηναίου. Ο Άλκυστος όμως δεν επιζητά ματαίως μόνο την ειλικρινή φιλία των συνανθρώπων του, αλλά ταλανίζεται από κάτι βαθύτερο, ενστικτώδες και πανίσχυρο, τον έρωτά του για τη Σελημένη, μια πανέμορφη νεαρή γυναίκα που πρεσβεύει όλα όσα εκείνος μισεί. Η Σελημένη είναι η αιτία που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς η παρουσία της σαγηνεύει τα αισθητήρια όργανά του και θολώνει την κρίση του, την ώρα που εκείνος πασχίζει να σφίξει το ζωνάρι των παρωπίδων του και να συνεχίσει να βαδίζει ακλόνητος στο δρόμο της αρετής. Τα βήματά του θα τον οδηγήσουν στην αυτοεξορία του, μακριά απ΄τους πειρασμούς, με το πνεύμα αμόλυντο, μα ταυτοχρόνως μοναχικό, σε μια καταναγκαστική και αναπόδραστη εμμένεια.

 

 

Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης παίρνουν στα χέρια τους τη μετάφραση του κλασικού μολιερικού κειμένου από τον Γιάγκο Ανδρεάδη, τη διασκευάζουν έμμετρα και τη μετατρέπουν σε ένα έργο έξι προσώπων και 1600 στίχων. Το αποτέλεσμα διακατέχεται από ρυθμό και μουσικότητα, ένα διαλεκτικό γαϊτανάκι που περιπλέκει τα νήματα έξι εκπροσώπων, όχι μόνο της γαλλικής ελίτ της εποχής, αλλά κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας που επενδύει στην επιτήδευση και στην ανούσια αμετροέπεια, γνωρίσματα και των σημερινών μας κοινωνιών, που καθιστούν το έργο διαχρονικό, 360 χρόνια μετά τη συγγραφή του. Η Ιόλη Ανδρεάδη, με τη βοήθεια των μινιμαλιστικών σκηνικών της Δήμητρας Λιάκουρα, μας εισάγει σε μια στοιχειωμένη γκαλερί, που έξι ολόσωμα πορτρέτα ζωντανεύουν και τότε το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Λόγια και πράξεις αιώνων, συμπεριφορικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται, κινούμενα σπειροειδώς κατά μήκος των χωροχρονικών αξόνων. Οι χαρακτήρες ξεπαγώνουν και παίρνουν εκ νέου πνοή, όντας όμως σε μια μεταβατική κατάσταση, κάπου ανάμεσα στην άχρονη ύπαρξη και στην αιώνια ανυπαρξία. Σε αυτό συμβάλλουν οπτικά και οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, που όταν εστιάζουν στο υπόβαθρο, μετατρέπουν την υλική υπόσταση των ηρώων σε σκιώδεις προβολές τους στη σκηνική πραγματικότητα. Τα υπέροχα και επιβλητικά κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη αποτελούν το μόνο πρόδηλο χρονικό στοιχείο του έργου, ωστόσο προσφέρουν απλόχερα ένα αίσθημα ευμάρειας στους χαρακτήρες. Τέλος, η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Γιώργου Παλαμιώτη, ντύνει μελωδικά τον έμμετρο λόγο και ηγείται των ψυχολογικών μεταπτώσεων της διάθεσης του κοινού, ανάλογα με τη σκηνική δράση.

 

 

Ερμηνευτικά, συναντούμε ένα δυνατό υποκριτικό σύνολο (Ελιάνθη η Στεφανία Καραγιάννη, Ορόντης ο Στάθης Κόκκορης,  Φιλήντας ο Αστέρης Κρικώνης, Αρσινόη η Μαρσέλα Λένα, Σελιμένη η Νάντια Μαργαρίτη και Άλκυστος ο Γεράσιμος Γεννατάς), που φέρει εις πέρας τις σκηνοθετικές οδηγίες, με ζωντανές ερμηνείες και σαφή έμφαση στη ρέουσα κινησιολογία. Ειδική μνεία χρήζει ο Γεράσιμος Γεννατάς, που πρωταγωνιστεί για πέμπτη φορά σε σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη, αποδεικνύοντας πως υπάρχει μεταξύ τους μια σκηνική χημεία και ένας κοινός θεατρικός κώδικας, που επιτρέπει στο σκηνοθετικό όραμα να πραγματωθεί πλήρως έχοντας στη διάθεσή του ένα υποκριτικό πολυεργαλείο. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε επί σκηνής του νεοσύστατου και φρεσκοανακαινισμένου Θεάτρου Φιλίπ, ενός παλιού κινηματογράφου που είχε την τύχει να διασωθεί και να συνεχίσει να προσφέρει στην τέχνη, αντί να εμπορεύεται στα ράφια του κονσέρβες τεχνητής τροφής ή νοημοσύνης.

 

Δείτε ακόμα