“Το όνομά μου είναι Rachel Corrie” στο Θέατρο ELIART
ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑΣ
Η πρώτη επαφή με το έργο δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική. Ήταν βαθιά ανθρώπινη. Σε μια
περίοδο όπου η πραγματικότητα μας φέρνει καθημερινά αντιμέτωπους με εικόνες βίας,
πολέμου και απώλειας, νιώσαμε την ανάγκη να σταθούμε και να ακούσουμε μια φωνή που
αρνήθηκε να συνηθίσει αυτό που έβλεπε.
Τα λόγια της Ρέιτσελ κουβαλούν μια αλήθεια που δύσκολα αγνοείται. Διαβάζοντάς τα, είχαμε
την αίσθηση ότι συναντάμε έναν άνθρωπο που μπροστά στα τέρατα της εποχής του δεν
επέλεξε να σκληρύνει ούτε να θεωρήσει τη βία φυσιολογική. Αντίθετα, διατήρησε με θάρρος
την τρυφερότητά του. Μια τρυφερότητα που δεν είναι αδυναμία αλλά στάση ζωής και μορφή
αντίστασης.

Αυτό που μας απασχόλησε από την αρχή δεν ήταν μόνο η ιστορία της αλλά ο τρόπος που
κοιτά τον κόσμο. Η Ρέιτσελ δεν είναι απλώς ακτιβίστρια. Είναι μια βαθιά ποιητική φύση, σαν
να διαθέτει ένα δεύτερο βλέμμα παράλληλο με την πραγματικότητα. Η φαντασία της δεν
λειτουργεί ως διαφυγή αλλά ως τρόπος κατανόησης και επιβίωσης. Μέσα από αυτήν
μεταπλάθει έναν κόσμο που τη συνθλίβει σε κάτι που μπορεί να αντέξει.
Η προσέγγιση του έργου ξεκίνησε από την ανάγκη να διατηρηθεί αυτή η φωνή ζωντανή,
χωρίς να εξιδανικευτεί ή να απομακρυνθεί από την ανθρώπινη διάστασή της. Αναζητήσαμε
έναν τρόπο παρουσίασης που να μην παρεμβάλλεται ανάμεσα στον λόγο και στον θεατή. Η
επιλογή της σκηνικής λιτότητας προέκυψε ως φυσική συνέπεια αυτής της ανάγκης. Ένα
σώμα, μια φωνή, μια παρουσία.

Κατά τη διάρκεια των προβών το ζητούμενο δεν ήταν η μίμηση αλλά η αναζήτηση της
αλήθειας της στιγμής. Να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο αυτή η φωνή μπορεί να υπάρξει
ζωντανά στη σκηνή. Δοκιμές στον ρυθμό, στη σιωπή, στις παύσεις. Πώς ακούγεται ένα
κείμενο όταν λέγεται. Πώς διατηρείται η οικειότητα ενός ημερολογίου μπροστά σε κοινό.
Σταδιακά το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από την ερμηνεία στην εμπειρία. Δεν αναζητούσαμε
τι σημαίνει το κείμενο αλλά πώς βιώνεται. Πώς μια σκέψη περνά μέσα από το σώμα και
φτάνει στον θεατή χωρίς να χάνει την ευθραυστότητά της. Η σιωπή, η αναπνοή και η
παρουσία απέκτησαν την ίδια σημασία με τις λέξεις.
Το έργο δεν δίνει απαντήσεις. Δεν ζητά συμφωνία. Ζητά παρουσία.
Αυτό προσπαθήσαμε σε όλη τη διάρκεια της δουλειάς αυτής. Να σταθούμε απέναντι σε μια
φωνή που συνεχίζει να μιλά με καθαρότητα και ευαισθησία. Να την ακούσουμε χωρίς να τη
μετατρέψουμε σε σύμβολο ή σε σύνθημα.
Σε κάθε παράσταση συναντιόμαστε με τη Ρέιτσελ και σε κάθε παράσταση μας καλεί να ζούμε
με παρουσία και όχι απλώς υπάρχοντας.


