Επιμέλεια συνέντευξης: Ελπινίκη Νίνου
Η διαθήκη που δε γράφεται σε χαρτί
Συνέντευξη της Άννας Ετιαρίδου και του Κώστα Δελακούρα με αφορμή την παράσταση «Η Διαθήκη» στο θέατρο Βαφείο – Λάκης Καραλής.
Υπάρχουν διαθήκες που γράφονται σε χαρτί — και άλλες που εγγράφονται σιωπηλά μέσα μας. Δεν έχουν υπογραφές ούτε συμβολαιογράφους· έχουν βλέμματα, σιωπές, φράσεις που ειπώθηκαν πάνω από ένα οικογενειακό τραπέζι ή δεν ειπώθηκαν ποτέ. Έχουν ρόλους που φορέσαμε πριν ακόμη μάθουμε να μιλάμε.
Η «Διαθήκη» της Άννας Ετιαρίδου, σε σκηνοθεσία Κώστα Δελακούρα, δεν αφηγείται μια ιστορία κληρονομιάς με τη στενή έννοια. Μιλά για το αόρατο ενθύμιο που αφήνει η μία γενιά στην επόμενη· για την εξουσία που βαφτίζεται αγάπη, για τα τραύματα που περνούν ως «κανονικότητα», για τη δύσκολη ενηλικίωση που απαιτεί να κοιτάξεις τους γονείς σου στα μάτια και να τολμήσεις να μιλήσεις.
Με αφορμή την παράσταση, συνομιλήσαμε με τη συγγραφέα και τον σκηνοθέτη για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και την κυριαρχία, για τη σκηνική λιτότητα που αποκαλύπτει αντί να κρύβει, και για τη «διαθήκη» που όλοι κουβαλάμε — είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι.

Άννα Ετιαρίδου
Στη «Διαθήκη» η κληρονομιά δεν έχει τη μορφή περιουσίας, αλλά μοιάζει με ένα αόρατο φορτίο που βαραίνει την ψυχή. Τι είναι τελικά αυτό που,περνά από γενιά σε γενιά; Τραύμα, εξουσία, ενοχή ή ένας συγκεκριμένος—ίσως στρεβλός— τρόπος αγάπης;
Είτε το θέλουμε είτε όχι, όλοι μας είμαστε το αποτέλεσμα της παιδαγωγικής των γονιών μας. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι την ενηλικίωσή μας, εξαρτόμαστε από τους γονείς μας για την επιβίωση, την εκπαίδευση και την προετοιμασία ν’ αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Όμως, γονείς και παιδιά δεν συμβιώνουν στην οικογενειακή εστία επί ίσοις όροις. Η εξουσία ανήκει στους γονείς, εκείνοι δίνουν το στίγμα της λειτουργίας της οικογένειας και τα παιδιά – μικρά, ανήμπορα και χωρίς γνώση για το πώς είναι ο κόσμος στον οποίον έχουν έρθει –λατρεύουν τους γονείς τους σαν μικρούς θεούς και περιμένουν από εκείνους τα πάντα. Οπότε, καταλαβαίνουμε πόσο τα παιδιά, από τη γέννησή τους, βρίσκονται στο έλεος των γονιών. Από εκεί και πέρα, ανάλογα με τον γονιό, κληροδοτούνται όλα αυτά που φέρουμε όλοι σαν προσωπικότητες, είτε καλά είτε κακά.
Η οικογένεια στο έργο σας λειτουργεί και σαν μικρογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας. Πόσο συνειδητά ενσωματώνετε πολιτικά χαρακτηριστικά μέσα στις οικογενειακές σχέσεις; Είναι η πατρική και μητρική εξουσία μια αντανάκλαση ευρύτερων μηχανισμών κυριαρχίας;
Νομίζω πως ναι, αν μιλάμε για εξουσία. Οι γονείς όμως που αγαπούν τα παιδιά τους δεν ασκούν εξουσία. Δημιουργούν ένα πλαίσιο προστασίας, είναι τρυφεροί, μαθαίνουν στα παιδιά τουςτον κόσμο και τα μυστήριά του, καθορίζουν τα όρια ασφαλείας ώστε τα παιδιά να μην νιώθουν ανασφάλεια στο χάος, με λίγα λόγια νοιάζονται. Στα κράτη αντιθέτως, σπανίως βλέπουμε από τις κυβερνήσεις ενδιαφέρον για τους πολίτες και την ευζωία τους. Αντίθετα, η πολιτική και οι αντιπρόσωποί της ασχολούνται μόνο με τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα αγνοώντας και πολλές φορές βλάπτοντας τους πολίτες. Είναι, λοιπόν, σαν τους «κακούς γονείς» που βάζουν τις δικές τους ανάγκες πιο πάνω από τις ανάγκες των παιδιών, κληροδοτώντας τους τραύματα που θα κουβαλούν σαν μια «βάρβαρη και άδικη διαθήκη».
Οι χαρακτήρες σας κινούνται ανάμεσα στο συγκεκριμένο και στο αρχέτυπο. Σας ενδιέφερε περισσότερο να εμβαθύνετε σε ψυχολογικά πορτρέτα ή να φωτίσετε «τύπους» που όλοι αναγνωρίζουμε — σχεδόν με μια οδυνηρή οικειότητα — μέσα στην ελληνική οικογένεια;
Όλοι οι ήρωες του έργου είναι άνθρωποι που έχω δει, έχω παρατηρήσει, έχω «γνωρίσει». Αυτό που μ’ ενδιέφερε αρχικά ήταν να εμβαθύνω στην ψυχοσύνθεση του καθενός, να κατανοήσω τους «δαίμονες» που κρύβουν όλοι τους κάτω από τον ρόλο που παίζουν μέσα στην οικογένεια, να «σκύψω» πάνω από τα συναισθήματα και τις συγκρούσεις τους. Φυσικά, από τη στιγμή που ανέβηκε το έργο, πολλοί θεατές με πλησιάζουν και μου λένε πως ταυτίστηκαν με κάποιον ήρωα ή αναγνώρισαν καταστάσεις είτε στη δική τους οικογένεια είτε σε άλλες. Προσωπικά, θα προτιμούσα αυτά που περιγράφονται στο έργο να μην είναι οικεία σε τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Από την άλλη, το θέατρο υπάρχει για να σηκώνει την κουρτίνα και ν’ αποκαλύπτει την αλήθεια. Από αυτήν την άποψη, χαίρομαι που οι θεατές μας αναγνωρίζουν αυτήν την αλήθεια.
Κώστας Δελακούρας
Η παράσταση επιλέγει να μιλήσει «χωρίς φτιασίδια», με μια ωμότητα που δεν χαρίζεται. Πώς μεταφράζεται αυτή η επιλογήσκηνοθετικά; Ακολουθήσατε έναν αυστηρό ρεαλισμό ή αφήσατε ρωγμές όπου μπορεί να εισχωρήσει το συμβολικό;
Το έργο το διάβασα πρώτη φορά μόνος μου. Όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση δύο σκέψεις ρίζωσαν στο κεφάλι μου, Πόσο αληθινό είναι το κείμενο, αυτός ο ανελέητος ρεαλισμός των χαρακτήρων είναι μοναδικός, μα έχει και μια άλλη «υπόσταση το έργο» και πρέπει να την ανακαλύψω! Αυτή η αίσθηση παρέμεινε μέσα μου σε όλη την διάρκεια των αναγνώσεων και των συζητήσεων και με τους άλλους ηθοποιούς. Δεν ξέρω αν είναι βαρύ αυτό που θα πω, αλλά με έναν τρόπο το έργο -έχει δισυπόστατους ήρωες μέσα σε μια ρεαλιστική πλοκή- όπως και η αρχαία τραγωδία. Η μάνα, ο πατέρας, τα παιδιά, είναι άνθρωποι μα την ίδια στιγμή είναι και σύμβολα. Και γι’ αυτό η αγωνία μου στις πρόβες ήταν ότι πρέπει να παίξουμε ρεαλιστικά, αλλά ο σκηνικός διάκοσμος πάνω στη σκηνή πρέπει να έχει μια διαφορετική αρχετυπική υπόσταση. Γι’ αυτό και έχω βάλει τις δύο πολυθρόνες, η μάνα που είναι ο θρόνος, ο πατέραςπου έχει πιο μικρή καρέκλα και τα σκαμπό που παίζουν το ρόλο των μικρών, του παιδικού σκαμνιού, σε μια σκηνή άδεια, γιατί το σκηνικό από μόνο του είναι η ίδια η οικογένεια.
Το οικογενειακό τραπέζι είναι ένας τόπος σχεδόν μυθικός στο ελληνικό φαντασιακό— χώρος αγάπης αλλά και πεδίο σιωπηλών πολέμων. Πώς το διαχειρίζεστε σκηνικά, ώστε να αποφύγετε το αναμενόμενο και να αναδείξετε τη σύγκρουση που υποβόσκει;
Με την λιτότητα πάνω στην σκηνή. Ξέρετε μέσα στιςοικογένειες οι άνθρωποι πολλές φορές αντιμετωπίζονται είτε ως πράγματα (που έχουν την θέση τους και τον διακοσμητικό τους χαρακτήρα μέσα στο σπίτι) είτε ως «κούκλες που μιλάνε» που τους έχουν δοθεί συγκεκριμένοι «ρόλοι» και πρέπει να τους παίξουν (χωρίς να έχουν περιθώριο να εκφράσουν κάτι διαφορετικό). Οτιδήποτε έξω από τις νόρμες της οικογένειας, ακρωτηριάζεται! Ο σκηνικός διάκοσμος είναι τα ίδια τα μέλη της οικογένειας.
Στην περίπτωσή σας, η σκηνοθετική ματιά και η σκηνική παρουσία συμπίπτουν. Πώς βιώνετε αυτή τη διπλή ιδιότητα; Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην απόσταση του δημιουργού και στην έκθεση του ηθοποιού;
Είναι μία σχιζοφρένεια ευθύνης και έκθεσης! Δεν μπορώ να βάλω κάπου την λέξη ισορροπία, όταν κάτι πάει καλά, είσαι πολύ χαρούμενος και αισιόδοξος, και όταν κάτι δεν προχωράει, είσαι απελπισμένος. (γέλια) Στις πρόβες κυριαρχεί ο ρόλος του Σκηνοθέτη, δεν γίνεται αλλιώς, στις παραστάσεις όμως απολαμβάνω την ιδιότητα του ηθοποιού. Τίποτα δεν με κάνει περισσότερο αισιόδοξο και χαρούμενο από μια καλή παράσταση!
Κοινές Ερωτήσεις
Η «Διαθήκη» μοιάζει με μια τελετή αποκάλυψης, όπου τα ανείπωτα παίρνουν επιτέλους φωνή. Υπάρχει, τελικά, χώρος για λύτρωση ή πρόκειται για μια αναμέτρηση χωρίς κάθαρση; Τι θα θέλατε να κουβαλήσει ο θεατής φεύγοντας — και πόσο πιστεύετε ότι αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτή τη σκληρή οικογενειακή τοιχογραφία;
Άννα: Αυτό που θα ήθελα να πάρει μαζί του ο κάθε θεατής είναι να καταλάβει ότι μέσα στην οικογένεια τα πραγματικά ευάλωτα μέλη είναι τα παιδιά. Όσο κι αν παραπονιούνται οι γονείς για το πόσο δύσκολος είναι ο ρόλος τους και πόσο παιδεύονται μέσα σ’ αυτόν τον ρόλο, θέλω να καταλάβουν ότι είναι πολύ σημαντικό το να μεγαλώνει κανείς ανθρώπους. Δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνεται «ελαφρά τη καρδία». Είναι ένα σοβαρό έργο, μία παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα, μία «διαθήκη». Γιατί αυτά που θα δώσει ένας γονιός στο παιδί του, αυτά ακριβώς θα του επιστραφούν όταν το παιδί γίνει ενήλικας. Ας φροντίσουν λοιπόν οι γονείς η διαθήκη που θα κληροδοτήσουν να είναι δίκαιη.
Κώστας: Το πιο δύσκολο πράγμα τον κόσμο είναι να είσαι αληθινός μπροστά στους γονείς σου, όμως πάντα μια αναμέτρηση εμπεριέχει μια ελάχιστη ή μια μέγιστη κάθαρση. Είναι ένα δύσκολο στάδιο ενηλικίωσης και ανακάλυψης του δικού σου εαυτού, μα πρέπει να βρεις το κουράγιο να το ζήσεις κι ας πονάει. Αλλοίμονο στους ανθρώπους που δεν αμφισβήτησαν ποτέ τους γονείς τους. Νιώθω πως πολλοί θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα στο έργο και στους ήρωες του, γιατί όλοι έχουμε μέσα μας την προσωπική μας διαθήκη, αυτό το ενθύμιο από την μαμά και τον μπαμπά. Αυτό όμως που θα ήθελα να πάρουν οι θεατές από την παράσταση είναι μια αμφιβολία, μια εσωτερική αγωνία για το ποια «διαθήκη» αφήνουν στους δικούς τους ανθρώπους!
Ως μέλος και η ίδια της «Περιπλάνησης», δεν μπορώ να μην σταθώ σε αυτό. Το θεατρικό εργαστήρι πώς συνομιλεί —αν συνομιλεί— με τη φιλοσοφία της «Διαθήκης»; Είναι για εσάς ένας τόπος αναζήτησης και επεξεργασίας προσωπικών και συλλογικών τραυμάτων; Και τι σημαίνει «περιπλάνηση» σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν αυστηρά χαραγμένα και προκαθορισμένα;
Άννα: Επειδή για μένα η Περιπλάνηση είναι μία μεγάλη οικογένεια και με κάποιον τρόπο νιώθω λίγο σαν να είμαι η «μητέρα» αυτής της οικογένειας, πάντα προσπαθώ αυτό το καλλιτεχνικό σπίτι να είναι ο χώρος όπου ο καθένας θα νιώθει την ασφάλεια να είναι ο εαυτός του, να εκφράσει άφοβα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να μπορεί να «παίξει», να δοκιμάσει, να «περιπλανηθεί», να δημιουργήσει μαζί με τους υπόλοιπους έναν κόσμο πιο ανθρώπινο από τον κόσμο εκεί έξω. Αυτή τη «διαθήκη» θέλω να κληροδοτήσω στους μαθητές μου.
Κώστας: Κάθε σπουδαίο έργο μας αφήνει μια «Διαθήκη»! Το Θέατρο είναι ένας συναισθηματικός κόσμος φιλοσοφίας και αλήθειας, μας θέτει ερωτήματα, την ίδια στιγμή που αγγίζει τις πιο εύθραυστες πτυχές της ψυχής μας, Το Θέατρο είναι μια κιβωτός συλλογικής μνήμης και εμπειρίας και γι’ αυτό μας εξηγεί τον κόσμο πέρα από τις κατασκευασμένες προκαταλήψεις μας. Εγώ -όπως ξέρεις- πάντα λέω στους μαθητές μου πως ο ηθοποιός είναι το ζωντανό μουσείο των συναισθημάτων της ανθρωπότητας γι’ αυτό και «περιπλάνηση» σημαίνει αναζήτηση του καινούριου, σημαίνει περιπέτεια, ακραία συναισθήματα, συντροφικότητα, έξαρση της ψυχής και κάθαρση!

