Κουβεντιάζοντας με την Πέννυ Μπαλτατζή

Κουβεντιάζοντας με την Πέννυ Μπαλτατζή

για τη Μαίρη Λίντα, τον Μανώλη Χιώτη

και την παράσταση «MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές»

 

Επιμέλεια συνέντευξης: Ελπινίκη Νίνου

 

Λίγο πριν από την πρεμιέρα της μουσικοθεατρικής παράστασης «MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές», η Πέννυ Μπαλτατζή μάς μιλά για τη συνάντησή της με τη Μαίρη Λίντα, σε μια συζήτηση που φωτίζει όχι μόνο τη νέα σκηνική πρόταση της Ιόλης Ανδρεάδη, αλλά και τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο.

Το πρωτότυπο θεατρικό έργο της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή και τη μουσική του Μανώλη Χιώτη με έναν τρόπο που υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής βιογραφίας. Πάνω σε ένα «μαγικό πάλκο», όπου η πραγματικότητα συνδιαλέγεται με το όνειρο και οι φωνές των ζωντανών και των απόντων συναντιούνται ισότιμα, η παράσταση παρακολουθεί σταθμούς της ζωής του σπουδαίου δημιουργού, αναζητώντας όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα αλλά και τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων που σημάδεψαν τη διαδρομή του. Με ζωντανή ορχήστρα και τραγούδια που έχουν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, η παράσταση φιλοδοξεί να μετατρέψει τη μουσική σε δραματουργία και τη μνήμη σε ζωντανή θεατρική εμπειρία.

Σε αυτή τη σκηνική σύνθεση, η Πέννυ Μπαλτατζή ενσαρκώνει τη Μαίρη Λίντα, μια από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού πεντάγραμμου και αδιαχώριστη συνοδοιπόρο του Μανώλη Χιώτη, τόσο στη σκηνή όσο και στη ζωή. Χωρίς να αναλώνεται σε βιογραφικές λεπτομέρειες ή στην αναζήτηση της εξωτερικής ομοιότητας, η ηθοποιός και τραγουδίστρια περιγράφει τη δική της διαδρομή προς την ουσία ενός εμβληματικού προσώπου.

Μιλά για τη γενναιοδωρία, την αντοχή και την αγάπη της Μαίρης Λίντα, για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ερμηνεία και τη μίμηση, για τη δύναμη των τραγουδιών του Μανώλη Χιώτη και για τη συγκίνηση μιας παράστασης όπου η μνήμη, ο έρωτας και ο χρόνος συνυπάρχουν πάνω στη σκηνή.

Μέσα από τις απαντήσεις της αποκαλύπτεται μια καλλιτέχνιδα που δεν αναζητά να «υποδυθεί» έναν θρύλο, αλλά να συνομιλήσει μαζί του. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική αφετηρία για ένα έργο που φιλοδοξεί να μετατρέψει μια σπουδαία μουσική διαδρομή σε ζωντανή θεατρική εμπειρία.

 

 


Ποιό ήταν το πρώτο στοιχείο της προσωπικότητας της Μαίρης Λίντα που σας συγκίνησε ή σας εξέπληξε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας;

Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ότι πίσω από τη λάμψη της, υπήρχε μια γυναίκα με απίστευτη γενναιοδωρία. Συχνά θυμόμαστε τους μεγάλους καλλιτέχνες μόνο μέσα από τις επιτυχίες τους. Εγώ ανακάλυψα μια γυναίκα που αγάπησε πολύ, που πίστεψε βαθιά σε έναν άνθρωπο, που αφιερώθηκε, που άντεξε. Με συγκίνησε η δύναμη με την οποία επέλεγε να συνεχίζει, ακόμα κι όταν η ζωή της ζητούσε να αφήσει πίσω κομμάτια του εαυτού της. Εκεί συνάντησα περισσότερο τη Μαίρη Λίντα παρά στις ηχογραφήσεις της.

Η παράσταση δεν φαίνεται να είναι μια συμβατική βιογραφία, αλλά μια ποιητική ανάγνωση της ζωής του Μανώλη Χιώτη. Πώς επηρεάζει αυτό τον τρόπο που χτίσατε τον ρόλο σας;

Αυτό ήταν για μένα ένα μεγάλο δώρο. Δεν κλήθηκα να αναπαραστήσω μια γυναίκα. Κλήθηκα να αναζητήσω την ανθρώπινη αλήθεια της. Το θέατρο δεν είναι μουσείο. Δεν με ενδιαφέρει να αντιγράψω μια φωνή ή μια κίνηση. Με ενδιαφέρει να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι αυτή η ψυχή αναπνέει ξανά μπροστά μας. Η ποίηση της παράστασης μάς επέτρεψε να μιλήσουμε περισσότερο για τη μνήμη, την απώλεια, τον έρωτα και τον χρόνο παρά για τα γεγονότα.

Ποιά ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να ερμηνεύσετε τραγούδια τόσο βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του ελληνικού κοινού;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να ξεχάσω ότι είναι γνωστά. Αν σκεφτώ το βάρος της ιστορίας τους, θα παραλύσω. Προσπάθησα να τα τραγουδήσω σαν να γεννιούνται εκείνη τη στιγμή, σαν να ειπώθηκαν πρώτη φορά από μια γυναίκα που αγαπά, που χάνει, που θυμάται. Όταν ένα τραγούδι πάψει να είναι «ιστορικό» και γίνει προσωπική εξομολόγηση, τότε μπορεί να αγγίξει ξανά τον θεατή.

 

Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες όπου αισθανθήκατε ότι “συναντήσατε” πραγματικά τη Μαίρη Λίντα ως άνθρωπο;

Νομίζω πως δεν συνέβη σε μία συγκεκριμένη στιγμή. Ήρθε σιγά σιγά. Σαν να άνοιγε μια μικρή χαραμάδα κάθε μέρα. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχα πάψει να σκέφτομαι «πώς θα το έλεγε η Μαίρη Λίντα» και άρχισα να σκέφτομαι «τι νιώθει αυτή η γυναίκα». Εκεί ένιωσα ότι άρχισε ένας πραγματικός διάλογος μαζί της.

 

Η σχέση του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα υπήρξε ταυτόχρονα καλλιτεχνική και προσωπική. Πώς αποτυπώνεται αυτή η σύνθετη δυναμική πάνω στη σκηνή;

Νομίζω πως αυτή είναι η καρδιά της παράστασης. Όταν δύο άνθρωποι δημιουργούν μαζί, οι ρόλοι μπερδεύονται. Δεν υπάρχει μόνο θαυμασμός· υπάρχει εξάρτηση, σύγκρουση, ανάγκη, φόβος, βαθιά αγάπη. Η δημιουργία είναι ένας πολύ απαιτητικός τόπος. Και πολλές φορές ζητά από τους ανθρώπους να θυσιάσουν κομμάτια του εαυτού τους. Δεν βλέπουμε δύο θρύλους. Βλέπουμε δύο ανθρώπους που προσπαθούν να αγαπηθούν, ενώ ταυτόχρονα υπηρετούν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους.

Η Ιόλη Ανδρεάδη μιλά για ένα σκηνικό όνειρο όπου συνυπάρχουν οι ζωντανοί και οι νεκροί. Πώς βιώσατε αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση;

Με συγκίνησε βαθιά γιατί πιστεύω πως έτσι λειτουργεί και η μνήμη. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά. Συνεχίζουν να κατοικούν μέσα μας, να συνομιλούν μαζί μας, να επηρεάζουν τις αποφάσεις μας. Στη σκηνή δεν αισθάνομαι ότι αναπαριστούμε το παρελθόν. Αισθάνομαι ότι του επιτρέπουμε να επιστρέψει για λίγο στο παρόν.

Αν η Μαίρη Λίντα μπορούσε να παρακολουθήσει την παράσταση, τι θα ελπίζατε να σας πει στο τέλος;

Δεν θα ήθελα να μου πει ότι της έμοιαζα, άλλωστε δεν ήταν αυτό που θα ήθελα να κάνω ή να μιμηθώ. Αυτό θα ήταν το λιγότερο σημαντικό. Θα ήθελα να μου πει: «Με κατάλαβες». Για μένα αυτή είναι η ουσία της υποκριτικής. Όχι η ομοιότητα. Η κατανόηση. Το να «μπω» μέσα σ’ αυτό το ταξίδι και να το αφήσω να με «αγιάσει», να μεταβολίσω κάθε τι που μπορώ μέσα του.

Τι πιστεύετε ότι έχει να πει σήμερα η ιστορία του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα σε έναν νέο άνθρωπο;

Ότι οι μεγάλοι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ μόνο οι επιτυχίες τους. Ήταν οι αμφιβολίες τους, οι πληγές τους, τα λάθη τους, οι έρωτές τους. Ζούμε σε μια εποχή που όλοι δείχνουμε το λαμπερό κομμάτι της ζωής μας. Η ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων μάς θυμίζει ότι πίσω από κάθε λάμψη υπάρχει ένας άνθρωπος που φοβάται, αγαπά και προσπαθεί. Και ίσως αυτό να είναι το πιο διαχρονικό μήνυμα της παράστασης: ότι τελικά δεν μας σώζει η επιτυχία. Μας σώζει η δυνατότητά μας να αγαπάμε, να συγχωρούμε και να συνεχίζουμε να δημιουργούμε, ακόμα κι όταν η ζωή μάς έχει ραγίσει.


 

 

Λίγο πριν ανοίξει η αυλαία, η Πέννυ Μπαλτατζή μάς προσφέρει μια σπάνια ματιά όχι μόνο στη δημιουργική διαδικασία πίσω από την παράσταση, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης συναντά έναν άλλο, πέρα από τον χρόνο και τον μύθο. Με αυτή τη σκέψη, την ευχαριστούμε θερμά για τη συζήτησή μας και της ευχόμαστε, μαζί με όλους τους συντελεστές του «MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές», μια παράσταση γεμάτη συγκίνηση, έμπνευση και όμορφα θεατρικά ταξίδια.

Δείτε ακόμα