Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο Παλκοσένικο τη σκηνοθέτιδα Λίνα Αλτιπαρμάκη και να κουβεντιάζουμε μαζί της με αφορμή την παράσταση “Το Φίλεμα” του Μάνου Κουνουγάκη, η οποία ανεβαίνει από τις 10 Οκτωβρίου κάθε Παρασκευή στις 21.00 στο Θέατρο Άβατον.

Καλησπέρα Λίνα, ελπίζω να μη σε πειράζει να μιλάμε στον ενικό. Θέλεις να μας μιλήσεις για το πώς προέκυψε η σκηνοθεσία στην πορεία σου;
Η σχέση μου με τη σκηνοθεσία ξεκίνησε από την εκπαίδευση, συγκεκριμένα από τις θεατρικές ομάδες Γυμνασίου και Λυκείου, στο σχολείο όπου εργάζομαι ως καθηγήτρια Αγγλικών. Όσο κι αν έχει ‘κλείσει τον κύκλο της’, η εμπειρία αυτή υπήρξε πολύτιμη και θα την κρατάω πάντα μέσα μου σαν μία από τις σημαντικότερες στιγμές στη σχέση μου με το θέατρο.
Τι είναι το “Φίλεμα”, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά; Πες μας δύο λόγια για την παράσταση.
Το ‘Φίλεμα’ είναι ένα έργο το οποίο, με αφορμή πραγματικές μαρτυρίες από τη ναζιστική Κατοχή στην Κρήτη, θέτει ερωτήματα για όλες αυτές τις αντικρουόμενες έννοιες που συνθέτουν τελικά την ανθρώπινη φύση, το καλό και το κακό, το καθήκον, την εκδίκηση και τη συγχώρεση. Ο Γιόζεφ, ο οποίος ανήκει σε ένα ‘κατώτερο’ είδος, θεωρεί χρέος του να κάνει το τραπέζι στους κατακτητές, η γυναίκα του, Άννα, προσπαθεί να διαχειριστεί την εσωτερική σύγκρουση που της προκαλεί αυτό το ‘παράλογο’ φίλεμα. Οι κατακτητές και ο ντόπιος συνεργάτης τους εμφανίζονται απολύτως αφοσιωμένοι στο καθήκον τους, την κάθαρση της ανθρώπινης φυλής κι όμως, βλέπουμε και στους δικούς τους χαρακτήρες τραύματα, εσωτερική πάλη και υπερβάσεις.

Επηρεάστηκε η σκηνοθετική προσέγγισή σου από το γεγονός πως το έργο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα;
Σαφώς. Παρόλο που και το ίδιο το έργο και η απόδοσή του στην παράστασή μας ξεφεύγει αισθητά από τη σφαίρα του ρεαλισμού, βασίζεται ταυτόχρονα σε ένα γνώριμο τραυματικό βίωμα, όχι ιδιαίτερα παλιό ή μακρινό. Η συνθήκη αυτή, κατά τη γνώμη μου, δημιουργεί και την ανάγκη για μια σκηνοθετική προσέγγιση ‘αφοσιωμένη’ στους χαρακτήρες και το συναίσθημά τους, τις σχέσεις μεταξύ τους και φυσικά τη σχέση τους με την ιστορία του έργου.
Με τον συγγραφέα του έργου σας συνδέει φιλική σχέση. Πως λειτούργησε η συνθήκη αυτή στη θεατρική απόδοση του έργου;
Η φιλική μου σχέση με τον Μάνο Κουνουγάκη, καθώς και η φιλική σχέση που είτε είχε είτε απέκτησε ο ίδιος με τους ηθοποιούς της παράστασης, λειτούργησε, πιστεύω, εξαιρετικά καλά. Η ιστορία του ‘Φιλέματος’ αποτελεί για τον συγγραφέα ένα κομμάτι της δικής του προσωπικής ιστορίας, της οικογένειας και του τόπου καταγωγής του. Φέροντας αυτό το στοιχείο -μαζί με τη στήριξη και την εμπιστοσύνη του στη δουλειά μας- στις πρόβες και τις παραστάσεις, η παρουσία του συνέβαλε ουσιαστικά και πολύ θετικά στη θεατρική απόδοση του έργου.
Στην παρούσα συγκυρία, με την ακροδεξιά στροφή που παρατηρείται σε όλο τον πλανήτη, πόσο σημαντική θεωρείς την ύπαρξη θεατρικών έργων με αντιφασιστικό χαρακτήρα;
Θεωρώ πως το θέατρο, στην παρούσα παγκόσμια συγκυρία, έχει το χρέος να μην σωπαίνει, να μην τηρεί καμία ουδέτερη στάση από φόβο μην χαρακτηριστεί ‘πολιτικό’ ή ‘στρατευμένο’. Το θέατρο, ως τέχνη, έχει πολιτικά στοιχεία από τη φύση του. Είναι πολύ σημαντικό σήμερα να βλέπουμε και να διαβάζουμε τέτοια έργα και να θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, πως ο φασισμός, η έννοια της ‘ανώτερης’ φυλής, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δεν τελείωσαν με τους Ναζί και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το μη ρεαλιστικό, άχρονο στοιχείο του ‘Φιλέματος’ μας θυμίζει αυτό ακριβώς: Ο φασισμός, ο ρατσισμός, το μίσος προς τον Άλλον, αλλάζουν πρόσωπο, μεθόδους, εκπροσώπους. Είναι όμως εδώ, και το θέατρο, στο βαθμό που μπορεί να προκαλέσει σκέψεις και να επηρεάσει συνειδήσεις, οφείλει να μιλήσει γι αυτό.

Το έργο έχει ήδη παρουσιαστεί στις Κυκλάδες, στην Κρήτη και στην Αθήνα. Πώς επηρεάζει η εγγύτητα στον τόπο όπου διαδραματίζεται η ιστορία εσάς ως συντελεστές και το κοινό; Έχεις παρατηρήσει κάποια διαφορά σε σχέση με το ανέβασμα της παράστασης στην Κρήτη;
Δυστυχώς δεν είχα τη χαρά να παρακολουθήσω τα ανεβάσματα της Πάρου και της Κρήτης, πιστεύω όμως πως σίγουρα το τοπικό στοιχείο παίζει σημαντικό ρόλο για κοινό και συντελεστές, αν και όλα τα μέρη φέρουν το δικό τους τραύμα από τη ναζιστική Κατοχή. Για την Κρήτη συγκεκριμένα, που είναι εν μέρει και η ‘πατρίδα’ του έργου, μπορώ να φανταστώ την παράσταση να επιδρά διαφορετικά, να προκαλεί ένα πιο ιδιαίτερο συναίσθημα, σε ένα κοινό που έρχεται αντιμέτωπο με μαρτυρίες και πρόσωπα που έχουν παίξει κάποιο ρόλο στην ιστορία του τόπου.
Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Ετοιμάζεις κάτι μετά το “Φίλεμα”;
Υπάρχουν σκέψεις και συζητήσεις, όχι όμως κάτι που μπορώ να πω με σιγουριά ακόμα. Ειδικά εφόσον η αυλαία του Φιλέματος δεν έχει πέσει ακόμα, κυριολεκτικά και συναισθηματικά.
Στο Παλκοσένικο έχουμε τη συνήθεια να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες που συνέβησαν είτε πάνω στη σκηνή, είτε γύρω από αυτή. Έχεις κάποια που θυμάσαι και θες να μοιραστείς μαζί μας;
Δεν νιώθω πως μπορώ να επιλέξω μία συγκεκριμένη ιστορία, από τα πιο θερμά χειροκροτήματα και τις όμορφες σχέσεις μεταξύ των συντελεστών μέχρι τα πιο κωμικά -και γνώριμα- απρόοπτα επί σκηνής και εκτός αυτής, είμαι σίγουρη πως θα τα θυμάμαι όλα με την ίδια χαρά και συγκίνηση.


