Κουβεντιάζοντας με τη Σοφία Καζαντζιάν και τον Μάριο Ιορδάνου

Επιμέλεια Συνέντευξης: Ελπινίκη Νίνου

Στο σκοτεινό υπόγειο της ύπαρξης, εκεί όπου τα απορριμμένα βιβλία και οι ξεχασμένες φωνές ψιθυρίζουν ακόμη, γεννιέται η «Κατσαρίδα Κ.» των Σοφίας Καζαντζιάν και Μάριου Ιορδάνου. Ένα έργο που ξεκινά από τον Κάφκα, περνά μέσα από τον Νίτσε, τον Καμύ και τον Ίψεν, και φτάνει τελικά σ’ εμάς, σ’ εκείνο το σημείο του εαυτού που παλεύει ανάμεσα στην αποδοχή και στην εξέγερση. Μια παράσταση για την «φυλακή της κανονικότητας» και για την ανάγκη να αναπνεύσουμε έξω απ’ αυτήν. Με αφορμή την επιστροφή της στο Θέατρο Αργώ, συζητήσαμε με τους δύο δημιουργούς για το καφκικό χιούμορ, για το χάος που γεννά άστρα, για τον φόβο που μεταμορφώνεται σε τέχνη και για την ακαταμάχητη επιμονή να παραμένεις άνθρωπος — ακόμη κι όταν όλα γύρω σου επιμένουν πως είσαι μια κατσαρίδα.

 

Σοφία και Μάριε, ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας για αυτή τη συνέντευξη. Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. «Η Κατσαρίδα Κ.» – ένα γράμμα, ένα πλάσμα, μια ταυτότητα που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Γιατί το “Κ.”; Τι σημαίνει αυτή η ελλειπτικότητα; Μιλάμε για τον Κάφκα, για κάθε “Κ.” άνθρωπο ή για κάτι βαθύτερα προσωπικό;

Σοφία: Αρχικά, μιλάμε φυσικά για τον Κάφκα, όπως και για κάθε “Κ” εκεί έξω, που μπαίνει σε μία διαδικασία προσωπικής μεταμόρφωσης χωρίς επιστροφή κι ας ξέρει πως αυτός ο δρόμος είναι ένας δρόμος δύσκολος, μοναχικός, επώδυνος. Είναι ρήξη με το Εγώ που οι άλλοι σου έχουν “φορέσει”. Είναι αποδοχή του χάους μέσα σου, γιατί όπως έλεγε ο Νίτσε “Πρέπει να έχεις χάος μέσα σου, για να γεννήσεις ένα αστέρι που χορεύει”. Όσο για το αν είναι κάτι προσωπικό, ναι είναι πάντα κάτι προσωπικό. Κάθε έργο τέχνης είναι μία εξομολόγηση. Και η Κατσαρίδα Κ. είναι μία εξομολόγηση.

 

«Μια κατσαρίδα ξυπνά … μεταμορφωμένη σε Κάφκα». Αντιστρέφετε το εμβληματικό μοτίβο της “Μεταμόρφωσης”. Πότε γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι σας τράβηξε περισσότερο η ειρωνεία, ο πόνος ή η ανάγκη να δώσετε φωνή σε ένα πλάσμα που όλοι αποστρέφονται;

Μάριος: Ο Κάφκα είναι ένας δημιουργός που αγαπάμε και οι δύο πάρα πολύ. Έχουμε ασχοληθεί με το έργο του και έχουμε ανεβάσει παράσταση για αυτόν και στην Πράγα. Η κατσαρίδα στην παράστασή μας είναι το καταλληλότερο πλάσμα για να κάνει αυτό το καφκικό ταξίδι μέσα από όλο το έργο του Φραντς Κάφκα. Κι αυτό γιατί η κατσαρίδα που όλοι βλέπουν με αποτροπιασμό είναι επιστημονικά το τελειότερο πλάσμα. Κι εδώ έρχεται το καφκικό παράλογο. Μήπως το τέλειο είναι στην ατέλεια; Μήπως η τελειότητα όπως ορίζεται έξω από εμάς είναι βαρετή; Μήπως τα κάγκελα της φυλακής μας τα κουβαλάμε μέσα μας; Μήπως προσπαθούμε να βρούμε έναν εαυτό και μετά να υπερβούμε έναν εαυτό, ενώ τελικά δεν υπάρχει εαυτός για να βρεις;

 

Στο έργο περνούν μπροστά μας σκιές από τον «Πύργο», τη «Δίκη», τον «Καλλιτέχνη της Πείνας». Πώς επιλέξατε τα αποσπάσματα που θα ενωθούν σε αυτό το θεατρικό σώμα; Υπήρξαν κομμάτια που αγαπήσατε αλλά δεν χώρεσαν;

Σοφία: Το κείμενο είναι δικό μας, εμπνευσμένο και βασισμένο στο πνεύμα, τις ιδέες, το έργο και τη ζωή του Φραντς Κάφκα. Ο Πύργος για παράδειγμα δίνεται στην Κατσαρίδα Κ. ως ένας σκηνικός αποσυμβολισμός, που “συναντά” επί σκηνής τους Βρυκόλακες του Ίψεν. Η Δίκη ξεφεύγει από το απρόσωπο σύστημα και γίνεται τελικά δίκη του ίδιου του εαυτού για τις επιλογές του να συμβιβαστεί ή και να επαναστατήσει. Ο καλλιτέχνης της πείνας είναι μία κραυγή ελευθερίας ενός πλάσματος εγκλωβισμένου σε έναν κόσμο που δεν τον χωράει. Κάθε κομμάτι έρχεται να συμπληρώσει το καφκικό παζλ που θέλαμε να συνθέσουμε επί σκηνής.

 

 

Στην παράσταση υπάρχουν ίχνη Νίτσε, Ίψεν, Καμύ, Ντοστογιέφσκι. Πώς μπήκαν αυτοί οι στοχαστές στον κόσμο του Κάφκα; Τους είδατε ως συνοδοιπόρους ή ως φαντάσματα που στοιχειώνουν τη σκέψη του;

Μάριος: Κάθε έργο μας έχει στα θεμέλιά του ιδέες του Νίτσε, του Κάφκα και πολλών άλλων που μας έχουν επηρεάσει. Και όλα αυτά τα σπουδαία πνεύματα είχαν ένα κοινό. “Δεν χωρούσαν πουθενά” και δεν ήθελαν να χωρέσουν, γιατί ήξεραν ότι οι πολλοί κάνουν πάντα λάθος.

 

Από τους «Μαύρους Πίνακες» μέχρι την «Κατσαρίδα Κ.» έχετε διανύσει μια διαδρομή με έντονη ταυτότητα. Ποιο είναι το κοινό νήμα που συνδέει όλα αυτά τα έργα; Κι αν κοιτάξετε πίσω, τι νιώθετε ότι έχει αλλάξει περισσότερο στη δική σας ματιά πάνω στον φόβο, την ενοχή, την ελευθερία;

Σοφία: Τα έργα μας είμαστε εμείς, μία πτυχή του εαυτού μας και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αυτό που αλλάζει είναι η μορφή που αυτό παίρνει ως προς το είδος, τη γραφή, το σκηνικό αποτέλεσμα. Μπορεί να είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, μία κωμωδία, ένα σενάριο, ένα βιβλίο ή μία θεατρική παράσταση. Επειδή είμαστε και ηθοποιοί, για εμάς δεν υπάρχει πνευματικός ή ψυχικός περιορισμός ως προς το είδος. Είναι ακριβώς όπως οι ρόλοι. Μπορεί ο ίδιος ηθοποιός να ερμηνεύσει τα πάντα, αλλά όλοι οι ρόλοι του έχουν αφετηρία τον ίδιο.

 

Στην καρδιά του έργου υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν χωράει πουθενά. Αν μπορούσατε να απευθύνετε μια φράση σε όσους νιώθουν έτσι, τι θα τους λέγατε;

Μάριος: Ευτυχώς υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν άνθρωποι που δεν χωράνε πουθενά. Για να χωρέσεις κάπου πρέπει να στριμωχτείς και να πάρεις τη θέση και το σχήμα που θα σου δώσουν.

 

Ο Κάφκα είχε ένα σκοτεινό, λεπτό χιούμορ και στο έργο σας αυτό δεν λείπει. Θυμάστε μια στιγμή στις πρόβες ή στις παραστάσεις που το κοινό γέλασε εκεί που δεν το περιμένατε;

Σοφία: Ο Κάφκα πίστευε ότι γράφει κωμωδίες, αλλά δεν έχω δει να ανεβαίνει ποτέ το έργο του και με αυτή την ανάγνωση. Εμείς έχουμε δημιουργήσει μία παράσταση με άκρως καφκικό χιούμορ και αυτό σημαίνει άλλες φορές ένα χιούμορ που σε κάνει να γελάς, άλλες ένα πικρό χιούμορ και άλλες ένα χιούμορ στον τρόπο που βλέπεις τελικά σε αυτή την κατσαρίδα τον ίδιο σου τον εαυτό να προσπαθεί να βγει από μία φυλακή της οποίας δεν έχει τα κλειδιά. Αν η Κατσαρίδα Κ. έγραφε ένα «γράμμα στον πατέρα» του σύγχρονου θεάτρου, τι θα του έλεγε; Θα τον ευχαριστούσε, θα τον κατηγορούσε ή απλώς θα του ζητούσε να την αφήσει να ζήσει;

Μάριος: Δεν θα έγραφε γράμμα σε κανέναν πατέρα, γιατί έχει βαρεθεί τους “πατέρες” αυτού του κόσμου. Η Κατσαρίδα Κ. ανοίγει διάλογο με τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί ο Κάφκα είναι τελικά η Κατσαρίδα Κ. και η Κατσαρίδα Κ. ο Κάφκα και γιατί σε αυτό το ταξίδι δεν έχουν σημασία οι άλλοι. Υπάρχεις μόνο εσύ και αυτή η κατσαρίδα – που όπως λέμε στο έργο – σου ροκανίζει το μυαλό. Το μόνο βλέμμα που έχει σημασία είναι το δικό σου βλέμμα προς τα μέσα κι όχι το εσωτερικευμένο βλέμμα των άλλων. Το μόνο ταξίδι που αξίζει είναι αυτό προς τα μέσα, γιατί κάτω είναι η πηγή κι ας φωνάζουν πολλοί πως κάτω είναι η κόλαση.

 

Ποιο είναι το αγαπημένο σας έργο του Κάφκα και γιατί; Σας αγγίζει περισσότερο το υπαρξιακό του σκοτάδι ή η ακρίβεια με την οποία περιγράφει το ανθρώπινο παράλογο;

Σοφία: Δεν είναι ένα έργο αγαπημένο. Είναι ο Κάφκα αγαπημένος από το Α ως το Ω. Είναι ευγνωμοσύνη που κάποια πλάσματα όπως αυτός, ο Νίτσε, ο Καμύ, ο Ντοστογιέφσκι… ή – μιας και ανέφερες τους “Μαύρους Πίνακες” – ο Γκόγια, οι καταραμένοι ποιητές, ο Μπετόβεν… πέρασαν από αυτόν τον κόσμο.

 

Και τέλος, μοιραστείτε μαζί μας μια αγαπημένη, αξέχαστη θεατρική στιγμή, πάνω ή κάτω από τη σκηνή· κάτι που δεν θα ξεχάσετε ποτέ και που ίσως σας υπενθυμίζει γιατί συνεχίζετε να κάνετε θέατρο.

Μάριος: Κάθε στιγμή δημιουργίας είναι μοναδική. Από τις στιγμές που γράφαμε στους “Μαύρους Πίνακες” τις τελευταίες σελίδες και είχαμε γεμίσει και οι δύο το πληκτρολόγιο με δάκρυα έως τη στιγμή που η Σοφία χορεύει στη σκηνή ως Μιλένα λέγοντας με το σώμα της μέσα σε λίγα λεπτά όσα έλεγαν τα γράμματα του Κάφκα και της αγαπημένης του σε λέξεις.

 

 

Η «Κατσαρίδα Κ.» δεν είναι απλώς μια θεατρική μεταφορά του Κάφκα, αλλά μια κατάδυση στο εσωτερικό του σύγχρονου ανθρώπου — εκεί όπου η ευαισθησία συναντά τη σκληρότητα και το σκοτάδι γίνεται καθρέφτης. Η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου συνεχίζουν να δημιουργούν ένα θέατρο εξομολογητικό και αφοπλιστικά προσωπικό, όπου κάθε ρόλος είναι μια μορφή λύτρωσης και κάθε λέξη, μια πράξη αντίστασης.

 

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα