Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί στη συντροφιά του την αγαπημένη ηθοποιό Ανθή Σαββάκη και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση «Η Μουγγή Καμπάνα» του Θανάση Τριαρίδη, στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Ανθή σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θα θέλαμε να σε γνωρίσουμε λίγο καλύτερα. Πότε ξεκίνησε η αγάπη σου για το θέατρο; Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσες ήταν υποστηρικτικό ως προς την επιλογή σου αυτή;
Καλώς σας βρήκα και ευχαριστώ για την φιλοξενία. Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου από πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα μου είναι φιλόλογος και θεατρόφιλη και μας πήγαινε (εμένα και τον αδερφό μου) κάθε καλοκαίρι στο θέατρο. Ήμουν τυχερή γιατί γεννήθηκα στη Βέροια όπου παρουσιάζονταν κάθε καλοκαίρι πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος. Αλλά και τον χειμώνα δεν χάναμε την επαφή μας γιατί ακούγαμε φανατικά “το Θέατρο της Δευτέρας”. Το θέατρο για μένα, λοιπόν, ήταν εξαρχής κάτι γοητευτικό και μαγικό που συνέβαινε κάτω από τα αστέρια το καλοκαίρι και μέσα στην φαντασία μου τον χειμώνα. Μετά ήρθαν οι σχολικές θεατρικές ομάδες, οι πανεπιστημιακές – όσο φοιτούσα στην Αγγλική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη – μετά ήρθε ένα μεταπτυχιακό πάνω στις Σύγχρονες Πρακτικές για Περφόρμανς στο Λονδίνο και μετά οι σπουδές μου στο Θέατρο Τέχνης. Ευτυχώς, η οικογένειά μου με στήριξε πολύ, όχι χωρίς κάποια μικρή ανησυχία για το μέλλον μου, αλλά ήταν πάντα δίπλα μου έμπρακτα και γενναιόδωρα.
Είχες κάποιο plan-b σε περίπτωση που δε μπορούσες να βιοποριστείς από το θέατρο;
Ναι, όπως σας είπα σπούδασα Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μια σχολή που αγάπησα πολύ. Εάν δεν είχα την λαχτάρα για το θέατρο θα ήμουν πολύ ευτυχισμένη με έναν από τους ενδιαφέροντες κλάδους της Σχολής μου.Θυμάμαι με είχε γοητεύσει πολύ η Φωνητική / Φωνολογία. Αλλά γενικά στην ζωή μου δεν φοβάμαι την σκληρή δουλειά, δεν πιστεύω δηλαδή ότι εάν τα πράγματα δυσκόλευαν τόσο πολύ στο θέατρο ή στην χώρα, ότι δεν θα έβρισκα κάτι άλλο να κάνω για να βιοποριστώ εδώ ή στο εξωτερικό.
Τι αγαπάς, τι μισείς και τι θα ήθελες να ήταν αλλιώς;
Αγαπάω τους ανθρώπους και την αλλαγή των εποχών, μισώ την αγένεια και θα ήθελα η γενιά μου να μην πρέπει να δουλεύει δύο και τρεις δουλειές για να επιβιώνει με αξιοπρέπεια.

Ποιο θεωρείς πως είναι το σημαντικότερο πράγμα που σου έχει προσφέρει το θέατρο στη μέχρι τώρα πορεία σου;
Το θέατρο και οι άνθρωποί του μου έχουν προσφέρει δυνατές συγκινήσεις και πολύτιμα μαθήματα ζωής. Χάρη στο θέατρο έχω αποκτήσει μεγαλύτερη αυτογνωσία, ευαισθησία για τον πλησίον μου, έχω πάρει παραδείγματα προς μίμηση και προς αποφυγή, και γενικά πλουτίζω συνεχώς ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος.
Μαζί με την Ηλέκτρα Σαρρή, τον Μάριο Κρητικόπουλο και τη Σόνια Καλαϊτζίδου αποφοιτήσατε από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και δημιουργήσατε την ομάδα «Rodez». Το όνομα αυτό είναι μια σαφής αναφορά στην πόλη Rodez στην οποία βρισκόταν η ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλεύτηκε ο Αντονέν Αρτώ. Πως οδηγηθήκατε σε αυτή την επιλογή;
Ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που μου έχει κάνει το θέατρο και οι σπουδές μου σε αυτό είναι το ότι γνώρισα αυτούς τους τρεις υπέροχους ανθρώπους και καλλιτέχνες, που πια έχω την τιμή να τους αποκαλώ και φίλους μου. Όταν αποφοιτήσαμε από την σχολή έκανα παρέα μόνο με την Ηλέκτρα. Την πιάνω μια μέρα και της λέω: έχω μια ιδέα για μια παράσταση, θες να κάνουμε μια ομάδα και να δημιουργούμε μαζί το θέατρο που θέλουμε να βλέπουμε; Συμφώνησε και αμέσως αρχίσαμε να ψάχνουμε ονόματα ανθρώπων που εμπιστευόμαστε και θαυμάζουμε. Η Σόνια και ο Μάριος ήταν οι πρώτοι που σκεφτήκαμε. Όλως περιέργως στην σχολή δεν κάναμε καθόλου παρέα αλλά η εργατικότητα και το ήθος τους μας ταίριαζαν. Έτσι δημιουργήθηκε το 2019 η Ομάδα Rodez. Ομολογώ πως εγώ ευθύνομαι και για το όνομα. Σπάγαμε το κεφάλι μας όλοι να βρούμε κάτι που να μας εκφράζει, κάτι δυναμικό και πειραματικό. Εκεί που ξεφύλλιζα τα βιβλία μου από το μεταπτυχιακό αναζητώντας έμπνευση, έπεσε το μάτι μου πάνω στο αγαπημένο μου βιβλίο για το έργο και την ζωή του Αντονέν Αρτώ.
«The Road to Rodez / Ο δρόμος για την Ροντέζ» ήταν ο τίτλος από το κεφάλαιο που με είχε συναρπάσει πιο πολύ από όλα. Ο Αρτώ κλεισμένος στην ψυχιατρική κλινική, με παραληρηματικές κρίσεις και αγωγές με ηλεκτροσόκ, στον ελάχιστο χρόνο που ένιωθε ο εαυτός του κατάφερε να συγγράψει υπέροχη ποίηση καθώς και μανιφέστα για ένα καινούργιο θέατρο, παράγοντας έτσι ένα έργο ορόσημο όχι μόνο για το παγκόσμιο θέατρο αλλά και για τις τέχνες γενικότερα. Αυτή η φλόγα της δημιουργίας, αυτή η αναρχία, η τόλμη, το απόλυτο δόσιμο στην τέχνη, αυτά είναι που ονειρευόμαστε και εμείς. Έτσι για να τον τιμήσουμε και να μην ξεχάσουμε ποτέ τους στόχους μας υιοθετήσαμε αυτό το όνομα.
Πριν λίγες μέρες έκανε πρεμιέρα η παράσταση «Η Μουγγή Καμπάνα», ένα επίκαιρο έργο του Θανάση Τριαρίδη, που ενέχει τραγικά στοιχεία. Οι «Ευλογημένοι» κάτοικοι του χωριού διαπράττουν ύβρι και φυσικά επέρχεται η τιμωρία. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για την παράσταση;
Η παράσταση είναι βασισμένη στην υπέροχη ομώνυμη νουβέλα του Θανάση Τριαρίδη. Γραμμένη το 2002 παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρη καθώς πραγματεύεται διλήμματα που βασανίζουν τους ανθρώπους από τις απαρχές του πολιτισμού: τι θα πει δικαιοσύνη και τι αγάπη; Ποιος είναι ο θύτης, ποιος το θύμα και ποιος ορίζει την τιμωρία; Τι ρόλο παίζει η πίστη και ο Θεός στα ανθρώπινα; Τι είναι συγχώρεση και τι θυσία; Τι είναι υπακοή και τι ύβρις; Η παράστασή μας ανήκει στο αφηγηματικό θέατρο, όπου όλοι οι ηθοποιοί/αφηγητές καλούνται να παίξουν/παρουσιάσουν επί σκηνής πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Το ίδιο το κείμενο μας οδήγησε εκεί: όπως η νουβέλα του Θανάση Τριαρίδη καταπιάνεται με πανάρχαια ερωτήματα έτσι και η σκηνοθεσία του Μάριου Κρητικόπουλου και του Πάνου Αποστολόπουλου επιστράτευσε τις απαρχές της θεατρικής τέχνης για να την παραστήσει. Σκεφτείτε πως – στις σπηλιές ακόμη – οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από την φωτιά για να ακούσουν την τρομακτική αλλά και διδακτική ιστορία όσων είχαν γυρίσει μόλις από το κυνήγι. Εάν δεν υπήρχαν αυτές οι αφηγήσεις των παθημάτων των κυνηγών ώστε να μοιραστεί η γνώση , η φυλή δεν θα επιζούσε. Τόσο σημαντικές ήταν αυτές οι αφηγήσεις. Έτσι κι εμείς, προσκαλούμε το κοινό στο θέατρο για να τους αφηγηθούμε ένα μεσαιωνικό παραμύθι θυσίας και αίματος με την ελπίδα, φεύγοντας, να σκεφτούν κάτι πολύτιμο και για τη δική τους τη ζωή.

Έχει αξία η μεταμέλεια όταν συμβαίνει για τους λάθος λόγους, δηλαδή όχι επειδή είναι ειλικρινής, αλλά με σκοπό να αποφευχθεί απλώς το κακό;
Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι όταν η μεταμέλεια δεν είναι ειλικρινής ακόμη κι αν αποφευχθεί «το κακό», σύντομα θα ξεσκεπαστεί και τότε θα έρθει ένα μεγαλύτερο κακό. Οι άνθρωποι δεν μπορούμε να φοράμε μάσκες για πολύ καιρό. Κάποια στιγμή τις πετάμε εξουθενωμένοι. Και τότε έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλα αυτά που κρύβαμε κάτω από το χαλί.
Ο Θανάσης Τριαρίδης ως συγγραφέας αφορμάται από αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Στο έργο του αυτό, η γενοκτονία που διέπραξαν οι κάτοικοι του χωριού μοιάζει να παραλληλίζεται με εκείνη που διαπράττει το Ισραήλ δεκαετίες τώρα απέναντι στους Παλαιστινίους. Υπάρχει τέτοια συνάφεια; Ποιος είναι ο πυρήνας του έργου;
Το έργο του κ. Τριαρίδη είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο, αν όχι προφητικό. Προσωπικά πιστεύω ότι σε σημεία συγγενεύει με τους χρησμούς της Πυθίας ή με τις παραβολές του Χριστού. Επειδή μιλάει με σύμβολα που ανακυκλώνονται θαρρείς ανά τους αιώνες, ο θεατής θα βρει συνάφεια με πρόσφατα γεγονότα όπως οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι γενοκτονίες, τα πραξικοπήματα, οι πανδημίες κ.α. Σκοπός της παράστασής μας είναι μέσα από μια καθαρή και ειλικρινή αφήγηση να εμπνεύσουμε όλους αυτούς τους συνειρμούς στο θεατή χωρίς να του κουνήσουμε ποτέ διδακτικά το δάχτυλο.
Φέτος πρωταγωνιστούσες και στον “Άγριο Σπόρο” του Γιάννη Τσίρου που ολοκληρώνει τις παραστάσεις του την Κυριακή των Βαΐων και παράλληλα ξεκίνησε τώρα το ταξίδι της η “Μουγγή Καμπάνα”. Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Ετοιμάζεις κάτι για το καλοκαίρι ή για τη νέα σεζόν;
Η φετινή χρονιά για μένα ήταν πολύ γεμάτη. Είμαι ευγνώμων που συνεργάστηκα με εξαιρετικούς καλλιτέχνες πάνω σε αυτό το τόσο δυνατό κείμενο της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής. Η συνεργασία μου με την σκηνοθέτη Σοφία Καραγιάννη, με τον συγγραφέα του έργου Γιάννη Τσίρο και φυσικά με τους συντρόφους μου στην «μάχη» Ηλία Βαλάση και Δημήτρη Μαμιό με γέμισε αγάπη, γνώσεις και ανανέωσε την πίστη μου και τον θαυμασμό μου για το θέατρο και τους ανθρώπους που το υπηρετούν. Ο «Άγριος Σπόρος» μας κλείνει γι’ αυτήν την σεζόν στις 5 Απριλίου και θα ανέβει για 4 παραστάσεις στην Θεσσαλονίκη στο Θέατρο FARGANI (15-16 & 22-23 Απριλίου). Η «Μουγγή Καμπάνα» μας θα συνεχίσει κάθε Δευτερότριτο μέχρι τις 19 Μαΐου στις 21:30 στο Υπόγειο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης. Όσο για τα επόμενα σχέδιά μου, δεν μπορώ να τα αποκαλύψω γιατί είναι ακόμη στα σκαριά!


