Επιμέλεια Συνέντευξης: Ελπινίκη Νίνου
Σε μια ήσυχη αυστραλιανή γειτονιά, ένα παιδί εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω του ένα κόκκινο φόρεμα, μια κούκλα κι ένα αίνιγμα. Ο κόσμος του Matt Cameron δεν είναι ρεαλιστικός· είναι ονειρικός, διαστρεβλωμένος, λυρικός — ένας καθρέφτης που θρυμματίζεται σε δεκάδες πρόσωπα. Δύο ηθοποιοί, δεκάδες φωνές, ένα ζευγάρι γονείς που αναζητά τη Ρούμπι και μαζί της την ίδια την αλήθεια. Η σκηνοθέτιδα Ειρήνη Δερμιτζάκη μάς μιλά για τον παράδοξο, ποιητικό κόσμο του Ruby Moon και το πώς η θεατρική πράξη γίνεται τελετουργία μνήμης και φαντασίας.
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τη σκηνοθέτιδα Ειρήνη Δερμιτζάκη και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση “Ruby Moon”
που ανεβαίνει κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα.
Κυρία Δερμιτζάκη, καλώς ήρθατε και σας ευχαριστούμε για τον χρόνο σας. Το Ruby Moon είναι ένα έργο που κατοικεί ανάμεσα σε δύο κόσμους – το παραμύθι και τον εφιάλτη, το φως και τη σκιά. Πώς επιλέξατε να κινηθείτε πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή;
Το όριζε το έργο, αλλά είναι και ο τρόπος που βλέπω τον κόσμο. Εφιαλτικό και παραμυθένιο. Τρυφερό και σκληρό. Αυτή η αλληλουχία που υπάρχει στις ζωές μας επηρεάζει και τη σκηνοθετική μου αντίληψη.
Δύο ηθοποιοί ενσαρκώνουν ολόκληρη τη γειτονιά· μια κοινωνία μέσα σε δύο σώματα. Πώς δουλέψατε αυτή τη μετάβαση, το συνεχές «πέρασμα» από το ένα πρόσωπο στο άλλο;
Μέσα από αυτοσχεδιασμούς με τους ηθοποιούς, τον Αλέξανδρο Καναβό και την Αγγελική Παναγιωτοπούλου, ψάξαμε να βρούμε το οικείο και το ξένο. Τι είναι αυτό που έχουν οι ήρωες και κάτι μας θυμίζει, μας τρομάζει, μας εμπνέει ή όχι εμπιστοσύνη. Δεν μπήκαμε στη διαδικασία της μεταμφίεσης. Πιο πολύ τι γεννάει το σώμα του ηθοποιού με ενδιαφέρει. Ποιο περπάτημα, ποια φωνή, ποια στάση σώματος.
Κάθε γειτονιά του έργου μοιάζει να κρύβει μια μικρή αποκάλυψη. Ποια ήταν η δική σας προσωπική “Ρούμπι”, το σημείο που σας συγκίνησε περισσότερο;
Η παιδική αθωότητα και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να τη βλάψει, και καλά οι ξένοι, αλλά τι γίνεται με τους γονείς; Εγώ μεγάλωσα σε ένα χωριό της Κρήτης, το Πισκοκέφαλο. Είχαμε πάντα πόρτα ανοικτή στο σπίτι, και γυρνάγαμε στους δρόμους και παίζαμε μέχρι αργά. Νιώθαμε ασφαλείς, αλλά ήμασταν; Όχι πάντα. Η εξαφάνιση ενός παιδιού είναι τραγωδία, αλλά εδώ μοιάζει και με αλληγορία. Για εσάς, τι χάνεται στ’ αλήθεια — το παιδί ή η αθωότητα που το περιβάλλει; Το παιδί χάνεται και μαζί του όλη η παιδική αθωότητα. Για αυτό νομίζω μιλάει κυρίως το έργο. Έτσι το διάβασα εγώ. Για την παιδικότητα του ανθρώπου. Τα αθώα χρόνια, που δεν είναι για όλους και όλες μας ρόδινα.

Αναφέρετε ότι αξιοποιείτε στοιχεία σωματικού και “φτωχού” θεάτρου. Πώς μεταφράζεται αυτή η λιτότητα σε ποίηση επί σκηνής;
Δυο καλοί και διαθέσιμοι ηθοποιοί είναι αρκετοί για να φτιάξεις έναν ολόκληρο κόσμο. Μερικά αντικείμενα, ένα απλό σκηνικό, όλα μπορούν να μεταμορφωθούν μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς. Σίγουρα συναινούν και η μουσική με τους φωτισμούς, ακόμα και ο τεχνικός μας που ρυθμίζει βίντεο και φώτα. Αν με ρωτάτε μια μέρα θα ήθελα να κάνω μια παράσταση, μόνο με ηθοποιούς άντε και ένα δυο αντικείμενα. Και όλα να συντονίζονται μέσα από εκείνους. Εκείνοι να πατάνε το πλέι για τη μουσική ή να ανάβουν μια λάμπα για να φωτιστούν. Στο θέατρο ψάχνω τι μπορεί να μου δώσει το λίγο. Δεν μ’αρέσουν οι φιοριτούρες.
Ο κόσμος του Ruby Moon έχει κάτι από τους πίνακες του Hopper και τους εφιάλτες του Lynch. Πώς γεννήθηκε η εικαστική ατμόσφαιρα αυτής της «ήσυχης» φρίκης;
Ξεκινά από το κείμενο. Μετά ήρθε η δική μου σκηνοθετική προσέγγιση, οι εικόνες που δημιούργησαν οι ηθοποιοί, η μουσική της ΜELATONINI, τα σκηνικά της Νόνας Σόντη, οι φωτισμοί του Γ. Αγιαννίτη, τα βίντεο, κ.λπ. Όλοι οι συντελεστές έβαλαν την πινελιά τους, δουλάψαμε ομαδικά, με σεβασμό στις ιδέες όλων.
Η παράσταση εντάσσεται στο φιλόδοξο εγχείρημα 6 Έργα – 1 Σκηνικό: Η Χώρα. Πώς συνδιαλέγεται το Ruby Moon με το κοινό σκηνικό και τη θεματική αυτής της ενότητας; Μιλήστε μας λίγο για αυτήν την πρωτοβουλία.
Ήταν ιδέα της κυρίας Μαργαρίτας Δαλαμάγκα, που είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια του Αγγέλων Βήμα, η οποία επέλεξε και μετέφρασε και τα έργα. Αν και εγώ ανακαλύπτω την ανάγκη για το σκηνικό μέσα από τις πρόβες, μου άρεσε αυτή η ιδιαιτερότητα. Και πώς τελικά σε κάθε παράσταση το ίδιο σκηνικό μπορεί και δείχνει τόσο διαφορετικό.

Σήμερα, όπου η αλήθεια συχνά θολώνει πίσω από φήμες και οθόνες, το Ruby Moon ακούγεται σχεδόν προφητικό. Πόσο σύγχρονο είναι, τελικά, αυτό το παραμύθι;
Είναι και θα είναι δυστυχώς. Αν κι η δική μου λογική δεν το χωράει, πώς μπορεί κάποιος και βλάπτει μικρά παιδιά; Αδιανόητο κι όμως συμβαίνει. Ό,τι κι αν κάνουμε σαν κοινωνία, δύσκολα μπορούμε να προστατεύσουμε κάποιον που δεν μπορεί να προστατευτεί από μόνος του. Είμαστε πολύ απασχολημένοι με τον εαυτό μας, για αυτό και αδιαφορούμε για το τι μπορεί να γίνεται στη διπλανή μας πόρτα.
Το έργο ταξιδεύει από την Αυστραλία στην Ελλάδα, από μια ήπειρο σε μια άλλη κουλτούρα. Πιστεύετε ότι ο φόβος για το “χαμένο παιδί” είναι κοινός τόπος όλων των κοινωνιών;
Σίγουρα στη δυτική, σύγχρονη κοινωνία, έχει παρόμοιο αντίκτυπο. Για αυτό και κινητοποιούνται όλοι οι υπεύθυνοι πιο γρήγορα. Ακόμα όμως και η κοινωνία μας έχει ανισότητες. Πολλές φορές δίνεται προτεραιότητα στα λευκά παιδιά, ενώ παιδιά προσφύγων ή μεταναστών ή από άλλες φυλές και εθνότητες ή χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Αν η μικρή Ρούμπι μπορούσε να εμφανιστεί στο τέλος, έστω για μια στιγμή, τι θα ήθελε, πιστεύετε, να πει σε εμάς τους θεατές;
Νομίζω όσα λέει και το έργο ολόκληρο.
Σας ευχαριστούμε και πάλι. Καλοτάξιδη η παράστασή σας!
Στο Ruby Moon, η Ειρήνη Δερμιτζάκη μάς οδηγεί σε ένα θεατρικό σύμπαν όπου η αλήθεια μοιάζει με καθρέφτη που ραγίζει — και μέσα από τις ρωγμές του αντανακλάται η παιδική μας μνήμη, η ευθραυστότητα της αθωότητας, η ανθρώπινη ανάγκη να εξηγήσουμε το ανεξήγητο. Η παράστασή της, με τη λιτότητα και την ποιητική της δύναμη, μάς θυμίζει πως το θέατρο μπορεί ακόμη να ψιθυρίζει ιστορίες εκεί όπου οι λέξεις φοβούνται να ειπωθούν.
Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.


