Επιμέλεια συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη χαρά να φιλοξενεί τη σκηνοθέτιδα Ελένη Παργινού και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση “Στο εσωτερικό“του Maurice Maeterlinck, που ανεβαίνει από Πέμπτη ως Κυριακή, στο χώρο “BIOS – exploring urban culture“, σε σύλληψη και σκηνοθεσία δική της.
Χαίρομαι πολύ που έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε λίγα παραπάνω για εσάς, τη δουλειά και τον τρόπο σκέψης σας. Τι είναι για σας η ομάδα Kentro; Πόσον καιρό δουλεύετε μαζί, τι είναι αυτό που σας ενώνει;
Η ομάδα kentro δημιουργήθηκε το 2016 από εμένα και τον Κωστή Φραντζή με σκοπό να αποτελέσει το πλαίσιο εκείνο που θα μας επέτρεπε να αναπτυχθούμε, εξελιχθούμε και να “ορίσουμε” τους εαυτούς μας καλλιτεχνικά. Εξελικτικά, εμπλουτίστηκε με περισσότερους ανθρώπους και καλλιτεχνικές ανάσες που είτε βρισκόμαστε σε μόνιμη βάση συνεργασίας με κάποιους, είτε επιστρέφουμε σε συνεργασίες κατά καιρούς, για εμάς αποτελούν έναν οικείο καλλιτεχνικό πυρήνα.
Δε θα μπορούσα παρά να αναφερθώ και στο πρόσφατο περιστατικό που είδε το φως της δημοσιότητας. Κάθε καλλιτεχνική διαδικασία έχει κάποιες προϋποθέσεις ― κοινωνικές, οργανωτικές, οικονομικές, ψυχολογικές. Τι εμπόδια υπάρχουν στο να είμαστε πραγματικά συμπεριληπτικοί κατά τη διαδικασία παραγωγής ενός έργου;
Συμπεριληπτικοί είμαστε και οφείλουμε να είμαστε πάντα σε κάθε έκφανση της ζωής μας και της τέχνης. Κάθε καλλιτεχνική και μη διαδικασία διέπεται από τον αξιακό κώδικα που κάθε ομάδα και πρόσωπο φέρει ώστε, διασφαλίζοντας πάντα και στο ακέραιο εργασιακά δικαιώματα, να παραμένουμε σε κάθε περίπτωση συμπεριληπτικοί, φροντιστικοί και ανθρώπινοι, δικαιώνοντας την συλλογική μας σκέψη.

Το κείμενο του Μαίτερλινκ είναι ένα πραγματικά βαθύ, συμβολιστικό και ουσιαστικό έργο. Ποια πτυχή του σας τράβηξε περισσότερο την προσοχή; Τι σας έκανε να θέλετε να το ανεβάσετε;
Όταν διάβασα πρώτη φορά το συγκεκριμένο έργο, πριν δύο περίπου χρόνια, νομίζω αναγνώρισα τρεις βασικούς άξονες, με τους οποίους ήθελα πολύ να ασχοληθώ. Η εικαστικότητα που αναγνωρίζει κανείς εύκολα στην γραφή του συγγραφέα και η λογοτεχνικότητα που αποδίδει στις εικόνες του ηταν για μένα από τις γοητευτικότερες προκλήσεις του σύμπαντός του. Γνήσιος συμβολιστής ο συγγραφέας, προσπαθούσε να ανανεώσει την θεατρική πρακτική και να προτείνει κάτι εντελώς νέο, απομακρυνόμενος από την περιοριστική ευκρίνεια μιας φωτογραφικής απεικόνισης της καθημερινότητας, που στην εποχή του κυριαρχούσε. Η σημαντική επιδραστικότητα που άσκησε σε σύγχρονες δραματουργίες όπως αυτή του Μπέκετ, ήταν κι αυτό ένα στοιχείο που με απασχόλησε. Το Μπεκετικό σύμπαν ήταν άλλωστε και για εμάς ένα φίλτρο ανάγνωσης του έργου. Ο φιλοσοφικός στοχασμός, οι μεγάλες και διαφορετικές στην ποιότητά τους εδραιωμένες σιωπές, μια ελλειπτικότητα στον λόγο, έτσι όπως εμείς την εντοπίσαμε, ήταν υλικά τα οποία αισθάνθηκα οικεία να εξερευνήσω. Και τέλος, αυτή η terra incognita (άγνωστη γη), όπως ο ίδιος την ονομάζει για να μιλήσει για ένα “εξώλογο”, για ό,τι μας υπερβαίνει και αδυνατούμε να αντιληφθούμε. Στο Εσωτερικό έχει να κάνει με τον τρόπο που παρατηρείται και αναγνωρίζεται το φαινόμενο του θανάτου και της σημασίας του για την ζωή μας. Κατ΄εμέ, απαντά στον κόσμο του ασυνειδήτου και την συνειρμικότητα της σκέψης, έτσι όπως αυτά αποτυπώνονται και εκφράζονται στον καμβά της καθημερινότητα μας ή/και της σκηνής.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους θεατρικούς χώρους της πόλης, το BIOS φέρει μια σαφή αισθητική ταυτότητα και μια πρακτική ελευθερία. Πως αξιοποιείτε τον χώρο στην παράσταση; Πως συνδιαλέγεται το «μέσα» με το «έξω» στη δουλειά σας;
Η σκηνή του BIOS έχει αδιαμφισβήτητα την δική της ξεχωριστή ταυτότητα στην πόλη και είναι επιφορτισμένη με τις ζωές παλαιότερων και πολύ σημαντικών καλλιτεχνικών διαδικασιών και έργων. Από την άλλη, η δομή και η κατασκευή της, ως εναλλασσόμενη, προτάσσοντας αυτή την τάση προς ουδετερότητα, μας έδωσε σημαντική ελευθερία για να εγγράψουμε πάνω σε αυτήν και τον δικό μας σκηνικό κόσμο. Η στόχευσή μας ήταν να αποδοθεί ένας “ου τόπος”, όπου το “μέσα” και το “έξω” καταργούνται ως αυστηρός δυισμός, προκειμένου να ανακαλύψουμε εκ νέου τα ρευστά όρια του “έσω” και “έξω” ως ευρύτερες έννοιες ενός εσωτερικού μας κόσμου και ενός εξωτερικού, ως παρατηρητές και παρατηρούμενοι ταυτόχρονα.
Κάφκα, Μπύχνερ, Λούλα Αναγνωστάκη, Μαίτερλινκ. Πως σκιαγραφείς αυτήν τη δεκαετή διαδρομή;
Η επιλογή ενός έργου κάθε φορά, νομίζω πως γίνεται με κάποια κριτήρια πότε συνειδητά, πότε ασυνείδητα. Για μένα αυτά τα κριτήρια έχουν να κάνουν αρκετά με το σημείο της προσωπικής μου εξέλιξης στο οποίο βρίσκομαι κάθε φορά, μιλώντας για την πρακτική του θεάτρου, τους τρόπους δηλαδή και τα εργαλεία που χρησιμοποιώ, προσπαθώντας να αρθρώσω μια σκηνική γλώσσα. Κι από την άλλη, πάνω σε τι προβληματίζομαι, με τι ακριβώς συνδέομαι, συγκινούμαι και θέλω να συνομιλήσω ή να αντιπαρατεθώ μαζί του. Κι έτσι κάπως, οι επιλογές αυτές γίνονται μάλλον κι ένα είδος προσωπικού χάρτη.

Έχοντας μεγαλώσει στη Νέα Σμύρνη, θέλω να σε ρωτήσω ποια είναι η σχέση σου με την πόλη. Τροφοδοτεί τα έργα σου ή διαχωρίζεις την καθημερινότητα από το θέατρο;
Έχω μεγαλώσει και κατάγομαι από τα Επτάνησα και το γεγονός ότι την πρώτη μας δουλειά επιλέξαμε να την απευθύνουμε πρώτα στην περιφέρεια κι έπειτα στην Αθήνα, νομίζω πως είναι ενδεικτικό για την δραστηριότητα και την ταυτότητα της ομάδας, έτσι όπως τελικά διαμορφώθηκε και συνεχίζει να διαμορφώνεται ανάμεσα σε κέντρο και περιφέρεια με έντονο το ενδιαφέρον μας για το τι συνιστά ουσιαστική καλλιτεχνική αποκέντρωση και ποιες αντοχές, αντιστάσεις, δυνάμεις και ικανότητες χρειάζεται να καλλιεργηθούν ώστε να προσφέρει κανείς πραγματικά από και για την κοινότητα και την πόλη. Η “πόλη” είναι κάτι που μας απασχολεί πάντα και έχει πολλές φορές ορίσει τις δράσεις μας ως ομάδα αλλά και την στόχευση της δραστηριότητάς μας γενικότερα.
Τι έπεται του εσωτερικού; Ποιο είναι το επόμενο ζήτημα που χρειαζόμαστε να τεθεί επί σκηνής (αλλά δεν το ξέρουμε ακόμη);
Δεν γνωρίζω ακόμη τι έπεται αυτής της παράστασης, πάντως τα θέματα που αναδεικνύει το Εσωτερικό νιώθω πως δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη για μένα.

