Συνέντευξη: Εύη Τσάφου
από το Harvest Day στο θεατρικό «ταξίδι» του Vis Momenti
Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Σολδάτος
Ο Κωνσταντίνος Σολδάτος κουβεντιάζει με την Εύη Τσάφου, σκηνοθέτιδα, δασκάλα υποκριτικής και υπέυθυνη μαζί με τον Πάρι Σκαρτσολιά για το θεατρικό εργαστήρι Vis Momenti με αφορμή την παράσταση Harvest Day που ανέβηκε στις 26, 27 και 28 Ιουνίου στο Θέατρο εν Αθήναις.
Η παράσταση ήταν εμπνευσμένη από το σκοτεινό, ανατρεπτικό και ενίοτε σοκαριστικό σύμπαν του Lars von Trier (Dogville). Το κείμενο του Δανού σκηνοθέτη το οποίο είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία το 2003 με πρωταγωνίστρια την Nicole Kidman, μίλησε για τον ρόλο της κοινότητας, το πως αντιμετωπίζει αυτή έναν ξένο, το πως διαπραγματεύεται την έννοια της ενοχής, την έννοια της εξουσίας (στα πλαίσια των μικρόκοσμων) καθώς και τα όρια της ανθρώπινης καλοσύνης. Μέσα από τη δουλειά μιας θεατρικής ομάδας, αναπτύχθηκε και η παράσταση Harvest Day. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση της παράστασης, δεν έχει μόνο το ίδιο το έργο αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτό ζωντάνεψε και αποδόθηκε μέσα από μια πολυπληθή θεατρική ομάδα, αποτελούμενη από ανθρώπους που συμμετέχουν στο εργαστήριο του Vis Momenti. Στο πλαίσιο αυτό, θα μιλήσουμε με την Εύη Τσάφου όχι μόνο για την παράσταση αλλά και για τη διαδικασία της πρόβας, τη δυναμική της ομάδας, τη διδασκαλία της υποκριτικής και το όραμα του Vis Momenti καθώς και για όσα έρχονται.

Εύη, με αφορμή την πρόσφατη παρουσίαση του Harvest Day στο Θέατρο εν Αθήναις, θα θέλαμε να μας «μεταφέρετε» το πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγκεκριμένη παράσταση καθώς και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στο σύμπαν του Dogville του Lars von Trier;
Η ιδέα για το Harvest Day υπήρχε στο μυαλό μου εδώ και αρκετά χρόνια. Αλλά όταν αποφασίζεις να αναμετρηθείς με ένα τόσο μεγάλο έργο και ένα τόσο ισχυρό καλλιτεχνικό σύμπαν, πρέπει πρώτα να έχει ωριμάσει μέσα σου. Χρειάζεται, επίσης, να έχεις δίπλα σου την κατάλληλη ομάδα, ανθρώπους που μπορούν να σηκώσουν το βάρος μιας τέτοιας δημιουργίας και να μοιραστούν το ίδιο όραμα. Στην αρχή υπήρχε το δίλημμα αν θα επιλέγαμε μια κωμωδία ή ένα δράμα. Από τη στιγμή που αποφασίσαμε να κινηθούμε προς το δράμα, το Dogville του Lars von Trier ήταν για μένα μονόδρομος. Ετσι γράψαμε ένα νέο έργο εμπνευσμένο στου Trier το Harvest Day ώστε να χωρέσει ο κόσμος μας! Για μένα, ο σκοπός του θεάτρου δεν είναι να δώσει απαντήσεις, αλλά να μετακινήσει εσωτερικά τον θεατή. Να τον κάνει να αμφισβητήσει, να αναρωτηθεί, να φύγει διαφορετικός από ό,τι μπήκε στην αίθουσα .Το Harvest Day μιλάει για τη σχέση του ανθρώπου με την εξουσία, την κοινότητα και την ευθύνη. Με απασχόλησε έντονα το πώς μια κοινωνία μπορεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, να περάσει από την αλληλεγγύη στη βία, από τη συμπόνια στην εκμετάλλευση. Δεν με ενδιέφερε να αφηγηθώ μια ιστορία καλών και κακών. Με ενδιέφερε να εξερευνήσω τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το θύμα από τον θύτη και να θέσω ένα ερώτημα που αφορά όλους μας: πόσο εύκολα μετακινούμαστε ηθικά όταν οι συνθήκες μας το επιτρέπουν;
Το Harvest Day προσπαθεί να καταπιαστεί με ζητήματα που αφορούν την κοινότητα (συλλογικότητα;), την αποδοχή του ξένου (του μέτοικου), την ενοχή, την εξουσία καθώς και τα όρια της ανθρώπινης καλοσύνης. Ποιο ήταν για εσάς το βασικό ερώτημα, αυτό που θα θέλατε (αν θέλατε) να αναρωτηθεί ο θεατής;
Το βασικό ερώτημα που θα ήθελα να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Harvest Day είναι: «Εγώ τι θα έκανα;». Για μένα, το θέατρο δεν υπάρχει για να δίνει απαντήσεις, αλλά για να μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα. Ένα ακόμη ερώτημα που διαπερνά την παράσταση είναι αν η κεντρική ηρωίδα είναι τελικά θύμα ή θύτης. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν είναι μονοδιάστατοι. Οι συνθήκες, ο φόβος, η ανάγκη για αποδοχή και η εξουσία μπορούν να μετακινήσουν ακόμη και τις πιο σταθερές μας ηθικές βεβαιότητες.Και ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα από όλα είναι αυτό που αφορά τους υπόλοιπους: όταν γινόμαστε μάρτυρες της βίας, η σιωπή είναι απλώς συνενοχή ή είναι κάτι ακόμη χειρότερο; Πόσες φορές επιλέγουμε να μη μιλήσουμε επειδή μας βολεύει, επειδή φοβόμαστε ή επειδή πιστεύουμε ότι «δεν είναι δική μας υπόθεση»; Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη ευθύνη μιας κοινότητας.
Όταν ένα τόσο ιδιαίτερο κινηματογραφικό και δραματουργικό «υλικό» μεταφέρεται στη σκηνή, χρειάζεται αναπόφευκτα η με κάποιο τρόπο να ξαναγεννηθεί. Πώς προσεγγίσατε τη διασκευή του Harvest Day (Dogville) ώστε να αποκτήσει τη δική του θεατρική ταυτότητα;
Εδώ μπορώ να απαντήσω με απόλυτη σιγουριά ότι το Harvest Day δεν είχε στόχο να μεταφέρει το Dogville στη σκηνή. Αντίθετα, στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε ένα αυτόνομο θεατρικό έργο. Εύχομαι, μάλιστα, όσοι ήρθαν περιμένοντας μια σκηνική αναπαραγωγή του Dogville να μην απογοητεύτηκαν, γιατί αυτό που είδαν ήταν μια εντελώς διαφορετική πρόταση. Από το πρωτότυπο κρατήσαμε μόνο τον βασικό δραματουργικό πυρήνα – θα έλεγα περίπου το 20% της ιστορίας και του κειμένου. Όλα τα υπόλοιπα γεννήθηκαν μέσα από τη διαδικασία της διασκευής και της συλλογικής δημιουργίας. Αναζητήσαμε μια διαφορετική θεατρική γλώσσα, όπου το σώμα, η κίνηση, η μουσική και η σιωπή έχουν την ίδια βαρύτητα με τον λόγο. Δεν μας ενδιέφερε να αναπαραστήσουμε έναν κόσμο ρεαλιστικά, αλλά να δημιουργήσουμε μια εμπειρία που λειτουργεί συμβολικά και συναισθηματικά. Σκηνοθετικά, ο άξονας της παράστασης ήταν το σώμα, με έντονες επιρροές από το σωματικό θέατρο και γκροτέσκες πινελιές. Οι κάτοικοι του χωριού λειτουργούσαν ως μία ενιαία μάζα, θυμίζοντας τον χορό της αρχαίας τραγωδίας. Κάθε φορά μεταμορφώνονταν όλοι μαζί, σαν να γίνονταν ο ίδιος άνθρωπος μέσα από διαφορετικά πρόσωπα. Αυτή η επιλογή έκρυβε έναν έντονο συμβολισμό για τις μικρές κοινωνίες, όπου η ατομική ευθύνη συχνά χάνεται μέσα στη συλλογικότητα και η στάση του ενός γίνεται στάση όλων.Ένα ακόμη βασικό σύμβολο της παράστασης ήταν ο άργιλος. Καθ’ όλη τη διάρκειά της «λέρωνε» σταδιακά την πρωταγωνίστρια, μέχρι που στο τέλος γινόταν όμοια με τους κατοίκους του χωριού. Ήταν μια εικόνα που συμβόλιζε τη σταδιακή αλλοίωση, την αφομοίωση, αλλά και το πώς κανείς δεν μένει αλώβητος όταν βρίσκεται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο βίας και εξουσίας.
Η ομάδα της παράστασης ήταν αρκετά πολυπληθής. Πώς δουλέψατε με τόσους συμμετέχοντες και πώς καταφέρατε να βρει ο καθένας τη θέση του μέσα στο σύνολο και στην σκηνή του θεάτρου εν Αθήναις;
Όταν δουλεύεις με μια μεγάλη ομάδα, πρέπει πρώτα να δημιουργήσεις μια κοινότητα. Ήθελα οι ηθοποιοί να μη λειτουργούν ως μεμονωμένες μονάδες, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει, κινείται και σκέφτεται μαζί.Ο βαθμός δυσκολίας ήταν ακόμη μεγαλύτερος, γιατί μιλάμε για ερασιτέχνες ηθοποιούς. Αυτό, όμως, δεν το είδα ποτέ ως μειονέκτημα. Η διαδικασία βασίστηκε στην εμπιστοσύνη, στην πειθαρχία και στη συνέπεια. Δουλέψαμε αρκετές ώρες πάνω στο σώμα, στον ρυθμό και στην αίσθηση του συνόλου, ώστε ο καθένας να καταλάβει ότι σε αυτή την παράσταση ακόμη και η πιο μικρή κίνηση επηρεάζει τον διπλανό του.Δεν με ενδιέφερε να υπάρχουν μόνο πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες ρόλοι. Ήθελα όλοι να είναι εξίσου απαραίτητοι. Ακόμη και όταν κάποιος την στιγμή που δεν είχε λόγο, είχε ενεργή παρουσία και ευθύνη πάνω στη σκηνή. Για μένα, το σύνολο ήταν ο πραγματικός πρωταγωνιστής της παράστασης.Ίσως το πιο όμορφο στοιχείο αυτής της διαδρομής ήταν ότι, όσο χτιζόταν η παράσταση, χτιζόταν ταυτόχρονα και η ομάδα. Στο τέλος δεν είχαμε απλώς ανθρώπους που ανέβαιναν μαζί στη σκηνή, αλλά μια κοινότητα που είχε μάθει να εμπιστεύεται, να ακούει και να στηρίζει ο ένας τον άλλον. Και πιστεύω πως αυτή η αίσθηση έφτανε μέχρι και τον θεατή.

Χρειάστηκε να γίνουν προσαρμογές στους χαρακτήρες, στη δομή ή ακόμα και στην απόδοση του κειμένου, ώστε να «χωρέσει» η μεγάλη ομάδα του εργαστηρίου μέσα στην παράσταση;
Ναι, όπως ανέφερα και προηγουμένως, αλλάξαμε το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου. Όχι μόνο για να μπορέσει να ενσωματωθεί οργανικά η μεγάλη ομάδα, αλλά γιατί εξαρχής δεν ήθελα η παράσταση να βασίζεται στην έννοια του ενός πρωταγωνιστή.
Οι συμμετέχοντες του εργαστηρίου δεν έχουν όλοι ως βασικό τους επάγγελμα την υποκριτική αλλά είναι άνθρωποι που έρχονται στο σανίδι έχοντας διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες. Τι σημαίνει αυτό για εσένα ως δασκάλα και σκηνοθέτιδα και πως το διαχειρίστηκες όλο αυτό;
Κανείς από τους συμμετέχοντες δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Στην ομάδα έχουμε καθηγητές, λογιστές, υπαλλήλους γραφείου και ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους. Όλοι τους έρχονται στο Vis Momenti γιατί αγαπούν το θέατρο. Μετά από μια απαιτητική καθημερινότητα επιλέγουν να αφιερώσουν τον χρόνο, την ενέργεια και την ψυχή τους σε κάτι που τους εκφράζει. Και μόνο αυτό είναι βαθιά συγκινητικό.Ως δασκάλα και σκηνοθέτιδα, θεωρώ ότι η ευθύνη μου είναι να τους βοηθήσω να ανακαλύψουν τις δυνατότητές τους, να ξεπεράσουν τους φόβους τους και να νιώσουν ασφαλείς πάνω στη σκηνή.Πιστεύω βαθιά ότι ο καθένας μπορεί να κάνει θέατρο, αρκεί να βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον και να δουλέψει με συνέπεια. Αυτό που έκανε το τελικό αποτέλεσμα να μοιάζει επαγγελματικό δεν ήταν η προηγούμενη εμπειρία τους, αλλά η αφοσίωση, η πειθαρχία και η ειλικρίνειά τους απέναντι στην ομάδα και στη διαδικασία.Νομίζω πως αυτό ήταν τελικά και το μεγαλύτερο κέρδος. Δεν είδα ανθρώπους που απλώς έμαθαν έναν ρόλο. Είδα ανθρώπους που ξεπέρασαν προσωπικά όρια, εμπιστεύτηκαν ο ένας τον άλλον και έγιναν μια πραγματική ομάδα. Για μένα, αυτή είναι η ουσία ενός θεατρικού εργαστηρίου και ίσως η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου ως δασκάλα.
Σε μια δουλειά που γεννιέται μέσα από θεατρικό εργαστήριο πιθανότατα υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην εκπαιδευτική διαδικασία και στο τελικό αποτέλεσμα. Πώς διαχειρίστηκες αυτή τη διπλή πρόκληση;
Στο Vis Momenti όλα τα θεατρικά εργαστήρια, ανεξάρτητα από τον καθηγητή που τα διδάσκει, έχουν ως στόχο να καταλήξουν σε μια παράσταση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η παράσταση είναι ο μοναδικός σκοπός. Εξίσου σημαντική είναι η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε εκεί. Στη δική μου μέθοδο, από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο δεν ασχολούμαστε με κάποιο συγκεκριμένο έργο. Δουλεύουμε πάνω σε θεατρικές μεθόδους, ασκήσεις, παιχνίδια και αυτοσχεδιασμούς, ώστε να δημιουργήσουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και μια ομάδα που να μπορεί να λειτουργήσει ως σύνολο. Πιστεύω ότι αυτή η περίοδος είναι καθοριστική, γιατί χτίζει τις βάσεις πάνω στις οποίες θα στηριχθεί όλη η παράσταση. Στα τέλη Δεκεμβρίου γίνεται η διανομή των ρόλων και ξεκινάει η επόμενη φάση. Τα πρώτα μαθήματα είναι αφιερωμένα στο «τραπέζι», όπως λέμε στο θέατρο: διαβάζουμε το έργο, αναλύουμε το κείμενο, κατανοούμε τους χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μόνο όταν νιώσω ότι όλοι έχουν αντιληφθεί τον κόσμο του έργου, περνάμε στις πρόβες επί σκηνής.Από εκεί και πέρα, η διαδικασία εξελίσσεται σταδιακά μέχρι τον Ιούνιο, όταν συνήθως παρουσιάζονται οι παραστάσεις. Έτσι, η εκπαιδευτική διαδικασία και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά. Το ένα γεννιέται μέσα από το άλλο.
Η παράσταση είχε μια μεγάλη ομάδα επί σκηνής και ηθοποιούς που λειτουργούσαν παράλληλα ως προς τους ρόλους όπως αυτού της Grace. Πώς οργανώσατε σκηνοθετικά αυτή τη σύνθεση ώστε να υπάρχει ρυθμός και συνοχή στην αφήγηση;
Από την αρχή δεν με ενδιέφερε η παράσταση να στηρίζεται σε έναν μόνο ηθοποιό ή σε έναν μόνο πρωταγωνιστικό ρόλο. Γι’ αυτό και ο ρόλος της Grace μοιράστηκε σε πέντε διαφορετικές ηθοποιούς. Δεν ήταν μια λύση που προέκυψε από την ανάγκη του εργαστηρίου, αλλά μια συνειδητή σκηνοθετική επιλογή. Οι αλλαγές από τη μία Grace στην άλλη είχαν κάτι το μυσταγωγικό, σχεδόν τελετουργικό. Κάθε νέα είσοδος σηματοδοτούσε και ένα νέο στάδιο της ηρωίδας. Η επόμενη Grace εμφανιζόταν κάθε φορά πιο φθαρμένη, πιο διαλυμένη και πιο παραδομένη στη βία και στους μηχανισμούς του χωριού. Έτσι, η εσωτερική της διαδρομή αποτυπωνόταν όχι μόνο υποκριτικά, αλλά και μέσα από τη διαδοχή των σωμάτων. Για να λειτουργήσει αυτό, ήταν απαραίτητο και οι πέντε ηθοποιοί να παρακολουθούν ολόκληρη τη διαδικασία των προβών. Έπρεπε να γνωρίζουν με ακρίβεια σε ποιο σημείο της ψυχικής διαδρομής παραλάμβανε η καθεμία τον χαρακτήρα, ώστε η μετάβαση να είναι οργανική και ο θεατής να αισθάνεται ότι βλέπει την ίδια γυναίκα να εξελίσσεται. Δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι όλο αυτό γεννήθηκε μέσα σε ένα θεατρικό εργαστήριο. Για μένα ήταν σημαντικό όλοι οι μαθητές-ηθοποιοί να έχουν ουσιαστική συμμετοχή και την ευκαιρία να εκφραστούν δημιουργικά. Αυτό, πολλές φορές, απαιτεί μεγαλύτερη δουλειά από τον σκηνοθέτη και ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να σε αναγκάζει να κάνεις καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς. Στο Harvest Day, όμως, πιστεύω ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Αυτή η επιλογή όχι μόνο δεν αφαίρεσε κάτι από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά τελικά το ενίσχυσε, γιατί εξυπηρέτησε απόλυτα τη φιλοσοφία και τη θεματική της παράστασης.
Τώρα που οι τρεις παραστάσεις ολοκληρώθηκαν, τι κρατάτε περισσότερο από αυτή τη διαδρομή; Υπήρξε κάποια αντίδραση από πλευράς κοινού, κάποιο σχόλιο ή κάποια στιγμή που σας έμεινε;
Αυτό που κρατάω περισσότερο είναι οι άνθρωποί μου. Η εξέλιξή τους, η εμπιστοσύνη που χτίστηκε μεταξύ μας και η στιγμή που τους είδα να ανεβαίνουν στη σκηνή χωρίς φόβο, με πίστη ο ένας στον άλλον και σε αυτό που είχαμε δημιουργήσει μαζί. Για μένα, αυτό ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία.Και φυσικά δεν φτάσαμε εκεί μόνο μέσα από όμορφες στιγμές. Υπήρξαν εντάσεις, αμφισβήτηση, ανασφάλεια, εξάντληση. Όμως πιστεύω πως χωρίς όλα αυτά δύσκολα γεννιέται κάτι αληθινό και ουσιαστικό. Αυτές οι δυσκολίες ήταν που τελικά μας έδεσαν ως ομάδα. Από την πλευρά του κοινού, με συγκίνησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι πολλοί δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως επρόκειτο για μια παράσταση θεατρικού εργαστηρίου. Μας είπαν ότι αυτό που είδαν είχε την ποιότητα μιας ολοκληρωμένης θεατρικής παραγωγής και αυτό ήταν μια πολύ μεγάλη επιβράβευση για όλους μας. Αυτό που θα θυμάμαι περισσότερο, όμως, είναι οι άνθρωποι που έφυγαν από την παράσταση σιωπηλοί. Εκείνοι που χρειάστηκαν χρόνο για να μιλήσουν ή που ήρθαν μετά να μοιραστούν μαζί μου τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Εκεί ένιωσα ότι η παράσταση πέτυχε τον σκοπό της. Ότι κατάφερε να τους αγγίξει και να τους μετακινήσει, έστω και λίγο. Αν τελικά κρατάω μία εικόνα από όλο αυτό το ταξίδι, είναι η τελευταία υπόκλιση. Αγκαλιαστήκαμε με δάκρυα στα μάτια και αποχαιρετήσαμε τη θεατρική μας χρονιά. Γιατί σαν παρέα νομίζω θα συναντηθούμε για καλοκαιρινά κοκτέιλ!

Μετά το Harvest Day, ποια είναι τα επόμενα βήματα για το Vis Momenti; Υπάρχουν νέες ομάδες, νέες παραστάσεις ή κάποια σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείς;
Στο Vis Momenti έχουμε ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζουμε τη νέα σεζόν με ακόμα περισσότερα τμήματα και διαφορετικές θεατρικές προσεγγίσεις. Το τμήμα της Δευτέρας, που φέτος δοκιμάστηκε στο σωματικό θέατρο, την επόμενη χρονιά θα κάνει μια στροφή προς την κωμωδία και τον ρεαλισμό. Παράλληλα, δημιουργείται ένα νέο τμήμα αποκλειστικά αφιερωμένο στο σωματικό θέατρο, το οποίο θα αναλάβω κι εγώ. Ο Σταυριανός Κιναλόποιυλος θα συνεχίσει για δεύτερη χρονιά το τμήμα Ψυχολογικού Θεάτρου, ενώ ο Πάρις Σκαρτσολιάς θα συνεχίσει το τμήμα Υποκριτικής και Αυτοσχεδιασμού και, για πρώτη φορά, θα αναλάβει και την ομάδα νέων. Παράλληλα, συνεχίζεται το τμήμα φωνητικής με την Ελένη Αλιφράγκη, ενώ επανέρχεται και το τμήμα ορθοφωνίας. Φυσικά, θα συνεχιστούν και τα μαθήματα κουβανέζικων χορών και commercial dance, ενώ θα δημιουργηθούν νέα παιδικά και εφηβικά τμήματα. Η φιλοσοφία μας είναι κάθε μέρα να υπάρχει ένας διαφορετικός δάσκαλος-σκηνοθέτης και μια διαφορετική θεατρική προσέγγιση, ώστε οι μαθητές να μπορούν να επιλέξουν το τμήμα που τους ταιριάζει καλύτερα και γιατί όχι και δεύτερο! Και επειδή μας αρέσουν και οι εκπλήξεις… ετοιμάζουμε και κάτι ακόμα πολύ μεγάλο για τη νέα χρονιά. Προς το παρόν θα το κρατήσω μυστικό, για να υπάρχει και λίγη αγωνία μέχρι να έρθει η στιγμή να το ανακοινώσουμε.
Το θεατρικό «σπίτι» της Εύης Τσάφου και του Πάρι Σκαρτσολιά βρίσκεται στην οδό Τιμοξένους 10 στον Νέο Κόσμο. Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από τα μαθήματα, τις δράσεις, τις νέες παραστάσεις καθώς και για εγγραφή στα επιμέρους εργαστήρια της σχολής, βρείτε τους στο Instagram, ή επικοινωνήστε στο 698 123 3834.

