Επιμέλεια Συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας
Σήμερα στο Παλκοσένικο έχουμε τη μεγάλη χαρά να φιλοξενούμε την εκλεκτή σκηνοθέτιδα Κωνσταντίνα Νικολαΐδη και να κουβεντιάζουμε μαζί της, με αφορμή την παράσταση “Η Παναγία των Παρισίων” την οποία διασκεύασε και σκηνοθέτησε και που ανεβαίνει κάθε Σάββατο και Κυριακή στο “Θέατρον – Κέντρο Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος”.
Κωνσταντίνα σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θέλω να σε ρωτήσω πώς προέκυψε στη ζωή σου το θέατρο, οι προσλαμβάνουσες που έλαβες από την οικογένειά σου ήταν σχετικές;
Από 5 ετών έχω φωτογραφίες και βίντεο με παραστάσεις που ετοίμαζα και παρουσίαζα στους γονείς μου και σε οικογενειακούς φίλους μαζί με την αδερφή μου. Έγραφα τα κείμενα, διάλεγα τα κοστούμια, έκανα φωτισμούς με πορτατίφ, την κινησιολογία, το σκηνικό, όλα. Οπότε θα έλεγα ότι η σκηνοθεσία ήταν ένα έμφυτο μέσο έκφρασης στην περίπτωσή μου.
Συνηθίζεις να επιλέγεις κλασσικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που δεν είναι αμιγώς θεατρικά και απαιτούν πολύ κόπο, ώστε να διασκευαστούν για τη σκηνή και καταφέρνεις να δημιουργείς υπέροχες παραστάσεις. Τι είναι αυτό που σε τραβάει σε αυτά και πώς αποφασίζεις ποιο έργο θες να το παραστήσεις στο θέατρο;
Όταν διαβάζω ένα έργο το νιώθω κατευθείαν αν θέλω να το σκηνοθετήσω. Νιώθω την έμπνευσή του. Θέλω να με κυριεύσει αλλιώς δεν το κάνω. Πραγματικά κανένα απολύτως έργο με όσα έχω καταπιαστεί μέχρι στιγμής δεν το έκανα απλώς για να το κάνω. Καθένα από αυτά, πραγματικά καθένα από αυτά, θέλησα διακαώς διαβάζοντάς το να δημιουργήσω μέσα απ’ αυτό. Είναι κάτι που το έχω σαν αρχή μου. Πρέπει να το θέλω πολύ, αλλιώς δεν το κάνω. Προτιμώ να λέω “όχι” σε προτάσεις, παρά να ασχοληθώ με ένα κείμενο που δεν με έχει έλξει ολοκληρωτικά. Δε σκηνοθετώ ώστε “σε δουλειά να βρισκόμαστε” και γι’ αυτό δίνομαι απόλυτα σε κάθε νέα δημιουργία μου, την πιστεύω και τη στηρίζω μέχρι τέλους.
Πώς αναπληρώνεις τη δημιουργική σου φαρέτρα, ούτως ώστε να επιστρέφεις κάθε χρόνο με τόσες νέες ιδέες στο θέατρο;
Το έργο και οι ηθοποιοί είναι η βασική μου έμπνευση. Με άλλα λόγια, η ψυχή του συγγραφέα και οι ψυχές των ηθοποιών. Θέλω και το έργο και οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους ρόλους να πάλλονται από πάθος και αλήθεια. Δεν μ’ αρέσει η διεκπεραίωση σε κανένα στάδιο της δημιουργίας μια παράστασης. Όπως εγώ, παρά το φορτωμένο πρόγραμμα και τις πολλές παραγωγές δεν διεκπεραίωσα ποτέ καμία μου παράσταση και είμαι σωματικά, συναισθηματικά και πνευματικα παρούσα μέχρι το τέλος, το ίδιο ζητάω από το θίασο και τους συντελεστές. Να δοθούμε όλοι μας ολοκληρωτικά με αγάπη και αλήθεια σε αυτό που δημιουργούμε.

Μετά την τεράστια επιτυχία των «Αθλίων» του Βίκτωρος Ουγκώ, που μας ταξίδεψαν για δύο χρόνια στη σκηνή του «Θέατρον-Ελληνικός Κόσμος» στο Παρίσι του 19ου αιώνα, φέτος σε συναντούμε στο ίδιο θέατρο, σε μια νέα υπερπαραγωγή, πάλι σε κείμενο του ίδιου συγγραφέα, με τη δράση να μεταφέρεται χρονικά τέσσερις αιώνες πίσω. Πως επέλεξες το συγκεκριμένο έργο;
Με αγγίζει ο συγγραφέας κατ’ αρχάς. Η γραφή και τα μηνύματα του Ουγκώ είναι μοναδικού κάλους. Έπειτα, έψαχνα ένα έργο που να μπορέσει να “κουμπώσει” όμορφα ο θίασος των Αθλίων. Είχαμε και οι δύο πλευρες την επιθυμία να συνεχίσουμε την όμορφη συνεργασία μας. Τους ευχαριστώ ξανά γι’ αυτή την εμπειρία που βιώνουμε 3 χρόνια τώρα (με κάποιους 5 χρόνια, μιας και ήταν και στην παράσταση “Όλιβερ Τουιστ”).
Στην «Παναγία των Παρισίων» που ανεβαίνει στο «Θέατρον – Ελληνικός Κόσμος» έχεις επιλέξει συνειδητά, να αλλάξεις ελαφρώς το τέλος, σε μια πιο ευχάριστη εκδοχή, από αυτή του Ουγκώ, προφανώς γιατί το έργο απευθύνεται κυρίως σε μικρότερης ηλικίας θεατές. Μπορούμε πια να πιστεύουμε πως όταν τελειώνει μια ιστορία έζησαν εκείνοι καλά και εμείς καλύτερα;
Ό ένας λόγος που στη συγκεκριμένη διασκευή άλλαξα το δραματικό φινάλε είναι όντως ότι απευθύνεται σε θεατές που είναι επί το πλείστον παιδιά. Και στους “Άθλιους” πέθαιναν πολλοί ήρωες στο τέλος, αλλά εκεί μιλάμε γι’ άλλο πράγμα. Οι επαναστάτες θυσίασαν τις ζωές τους στον αγώνα για τη Δημοκρατία, την Αξιοπρέπεια και την Ελευθερία. Έχει να διδάξει πολλά ο θάνατος τους ακόμα και στο νεαρό κοινό. Αντιθέτως, στην Παναγία των Παρισίων ο Ουγκώ επιλέγει ένα τέλος πολύ δραματικό. Κάνει τον Κουασιμόδο δολοφόνο που εκδικείται τον Φρολό για τον θάνατο της Εσμεράλδας κι έπειτα λιμοκτονεί κρατώντας το νεκρό σώμα της στην αγκαλια του. Επιπλέον, η μητέρα της Εσμεράλδας πεθαίνει βλέποντας την κόρη της να απαγχονίζεται. Πολύ θλιβερό φιναλε, τραυματικό για ένα παιδί. Στην παράστασή μας ο Φρολό μετανοεί, οπότε τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Ο Φρολό τουλάχιστον έτσι όπως τον αφουγκράζομαι εγώ μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος δεν είναι κακός. Είναι διχασμένος. Ακροβατεί ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Οι περισσότεροι άνθρωποι ακροβατούμε μεταξύ καλού και κακού. Είναι επιλογή μας το πως θα τελειώσει η ιστορία μας κι αν θα ζήσουμε εμείς καλά κι οι γύρω μας καλύτερα.
Υπάρχει κάποια σκηνή από την παράσταση που να ξεχωρίζεις, είτε ως τη δική σου αγαπημένη, είτε αν έχεις παρατηρήσει ότι την ξεχωρίζει το κοινό;
Θα πω το “rewind” που είναι και από τις αγαπημένες σκηνές των θεατών. Εκεί που αλλάζουμε το φινάλε και βλέπουμε τι θα γινόταν και τι τελικά γίνεται με την μετάνοια του Φρολό. Μία ακόμα αγαπημένη μου σκηνή είναι η τελευταία, το πάγωμα των τεσσάρων γκαργκόιλς, που αφού επιτέλεσαν το έργο τους και ο Κουασιμόδος δεν τα χρειάζεται πλέον, τον αποχαιρετούν και παγώνουν για πάντα.

Το παιδικό θέατρο έχει βαρύνουσα σημασία στο έργο σου. Πιστεύεις πως παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μελλοντικού θεατρόφιλου κοινού, αλλά και των αυριανών πολιτών;
Απόλυτα! Με αφορά το παιδικό θέατρο. Αν θα έπρεπε να επιλέξω μεταξύ θεάτρου για παιδιά και θεάτρου για ενήλικες, θα διάλεγα το πρώτο. Νιώθω ότι το παιδικό και εφηβικό θέατρο έχει μεγαλύτερη δύναμη. Αποτυπώνεται στις ψυχές των νεαρών θεατών ακόμα κι αν ξεχαστεί από τις μνήμες τους.
Στη θεατρική Αθήνα – και όχι μόνο- έχει δημιουργηθεί ένα φαινόμενο που ακούει στο όνομα «Οι 12 Ένορκοι», οι οποίοι ολοκληρώνουν με επιτυχία τον 11ο χρόνο που ανεβαίνουν στη σκηνή και σε όλη τους την πορεία σημειώνουν απανωτά sold-out. Που εδράζεται αυτή η τόσο μεγάλη επιτυχία και η απήχηση που βρίσκει το έργο στο κοινό;
Πιστεύω είναι συνδυασμός όπως γίνεται συνήθως. Ένα δυνατό έργο, μια ουσιαστική θεατρική μεταφορά και θιασος και συντελεστές που δημιούργησαν και δημιουργούν με μεράκι και ειλικρίνεια. Τη νέα σεζόν μπαίνουμε στον 12ο χρόνο ζωής αυτής της παράστασης και είμαστε όλοι πολύ περήφανοι. 12 ένορκοι…12 χρόνια! Επίσης, τον Απρίλιο θα επισκεφθούμε τη Σύρο και το υπέροχο θέατρο Απόλλων για 3η φορά και τον Μάιο πάμε για πρώτη φορά στην Κύπρο!

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου, ετοιμάζεις κάτι για το καλοκαίρι ή για την επόμενη σεζόν; Θα συνεχίσουν κάποιες από τις φετινές παραστάσεις και του χρόνου;
Πέραν των Ενόρκων, θα συνεχίσει η “Παναγία των Παρισίων”, το “Evelyn-Evelyn” στο θέατρο 104 μια πολύ αγαπημένη μου δουλειά και θα συνεχιστεί για 7η χρονιά “Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς”. Επίσης, βρίσκομαι σε συζητήσεις για δύο νέες παραγωγές αν τελικά ευοδωθούν.
Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις αποτυπώνουμε σε «ψηφιακό χαρτί». Ιστορίες που μπορεί να έλαβαν χώρα στα παρασκήνια, στην πλατεία, στο φουαγιέ και που δε φωτίστηκαν από τους προβολείς της σκηνής, ωστόσο για κάποιο λόγο έμειναν χαραγμένες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια στιγμή που να θυμάσαι και να θες να μοιραστείς μαζί μας;
Πάρα πολλές. Βρίσκομαι πολύ συχνά στις παραστάσεις μου ακόμα και μετά το πέρας της δημιουργίας τους, οπότε βιώνω αρκετές από τις ευχάριστες στιγμές του θιάσου, τόσο επί σκηνής όσο και στα παρασκήνια. Οι θίασοι είναι σχέσεις και τι πιο όμορφο να τις κρατάμε ουσιαστικές αληθινές και αγαπητικές.


